Η δεύτερη μεγάλη καλοκαιρινή παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, που ολοκληρώνει και την καλλιτεχνική περίοδο 2016-2017, είναι η όπερα «Τροβατόρε», μία από τις σημαντικότερες του Τζουζέππε Βέρντι και παρουσιάζεται στο πλαίσιο του  Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου.

Πρόκειται για το αρχετυπικό μελόδραμα του Ρομαντισμού, στο οποίο τα συναισθήματα εκφράζονται μέσα από μουσική μελωδική και ορμητική, άριες και ντουέτα γεμάτα πάθος. Στον Τροβατόρε όλα διαδραματίζονται ανάμεσα στη φωτιά και στο φεγγαρόφωτο, ανάμεσα στη φλόγα του πάθους που καίει στα σωθικά των τεσσάρων βασικών χαρακτήρων και στο ψυχρό φως του φεγγαριού, που φωτίζει ακραίες καταστάσεις. Κείμενο και μουσική μοιάζουν με σύνοψη των στερεοτύπων του είδους.

Η υπόθεση, γεμάτη ανατροπές, παρουσιάζει δύο αδέλφια, τα οποία δεν γνωρίζουν τη συγγένειά τους, ερωτευμένα με την ίδια γυναίκα. Πρόσωπο-κλειδί είναι μια Τσιγγάνα, που προκειμένου να εκδικηθεί για τον άδικο θάνατο της μητέρας της έριξε κατά λάθος στη φωτιά το δικό της παιδί. Η παραγωγή, σε σκηνοθεσία, σκηνικά, κοστούμια, φωτισμούς του Στέφανο Πόντα, πρωτοπαρουσιάστηκε στο Ηρώδειο το καλοκαίρι του 2012.

Kεντρική φωτογραφία: ©Μ. Σταφυλίδου

Το έργο / Όπερα σε τέσσερα μέρη, ο Τροβαδούρος βασίζεται σε ποιητικό κείμενο του Σαλβαντόρε Καμμαράνο με προσθήκες του Λεόνε Εμανουέλε Μπαρντάρε, αντλεί δε από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Αντόνιο Γκαρθία Γκουτιέρρεθ. Μεγαλύτερη σημασία από τις λεπτομέρειες της υπόθεσης έχουν τα έντονα συναισθήματα που αναπτύσσονται ανάμεσα στην τσιγγάνα Ατσουτσένα, τον Μανρίκο, δηλαδή τον τροβαδούρο του τίτλου, ο οποίος πιστεύει ότι είναι γιος της, την αγαπημένη του Λεονόρα και τον κόμη Ντι Λούνα ερωτικό αντίζηλο αλλά και αδελφό του Μανρίκο· τη συγγένεια αυτή γνωρίζει μόνο η Ατσουτσένα, η οποία την αποκαλύπτει στο τέλος του έργου. Βασικός μοχλός της δράσης είναι το συναίσθημα εκδίκησης της τσιγγάνας για τον άδικο θάνατο της μάνας της, γεγονός που προηγείται της πλοκής της όπερας.

Ο συνθέτης / Ο Τζουζέππε Βέρντι, ο διασημότερος συνθέτης του ιταλικού ρομαντισμού, γεννήθηκε στο Λε Ρόνκολε της βόρειας Ιταλίας το 1813 και πέθανε στο Μιλάνο το 1901. Σπούδασε μουσική στο επαρχιακό Μπουσσέτο και στη συνέχεια στο Μιλάνο. Τα πρώτα του έργα γράφηκαν μέσα στο επαναστατικό κλίμα της εποχής, απηχώντας ιδεολογικά τον αγώνα για την απελευθέρωση των ιταλικών κρατιδίων από τους Αυστριακούς και την ενοποίησή τους σε κυρίαρχη χώρα. Η ενασχόληση του Βέρντι με την πολιτική τον ανέδειξε σε εθνικό σύμβολο. Ως ακροστιχίδα το σύνθημα Viva Verdi σήμαινε Ζήτω ο Βίκτωρ Εμμανουήλ βασιλιάς της Ιταλίας – Viva Vittorio Emanuele Re DItalia. Το 1861 ο συνθέτης εξελέγη μέλος του πρώτου ιταλικού κοινοβουλίου. Διασημότερες όπερές του είναι οι Ναμπούκκο (1842), Ριγολέττος (1851), Ο τροβαδούρος (1853), Η παραστρατημένη La traviata (1853), Ο Σικελικός Εσπερινός (1855), Η δύναμη του πεπρωμένου (1862), Αΐντα (1871), Οθέλλος (1887) και Φάλσταφ (1893).

Σύνοψη

Α’ Μέρος: Η μονομαχία / Ισπανία, 15ος αιώνας. Ο Φερράντο, επί κεφαλής του στρατού του κόμη Ντι Λούνα, μιλά για την Ατσουτσένα, μια τσιγγάνα. Η μάνα της είχε καεί στην πυρά είκοσι χρόνια νωρίτερα, επειδή θεωρήθηκε πως είχε μαγέψει ένα από τα παιδιά του κόμη. Για να εκδικηθεί τον θάνατό της, η Ατσουτσένα είχε ρίξει στην φωτιά ένα από τα παιδιά του ντι Λούνα. Πριν τον εμφύλιο πόλεμο που μαίνεται στην Ισπανία, ένας ιππότης είχε κερδίσει την αγάπη της Λεονόρας. Από τότε εμφανίζεται στην αγαπημένη του ως τροβαδούρος. Αυτό το βράδυ όμως στον κήπο της Λεονόρας βρίσκεται ένας ακόμα θαυμαστής της, ο νέος κόμης Ντι Λούνα. Μέσα το σκοτάδι η Λεονόρα θεωρεί ότι αυτός είναι ο αγαπημένος της και πέφτει στην αγκαλιά του. Ο τροβαδούρος αποκαλύπτεται και ο κόμης ανακαλύπτει την ταυτότητα του αντιζήλου του, που δεν είναι άλλος από τον επαναστάτη Μανρίκο, αντίπαλό του στον εμφύλιο. Οι δύο άνδρες μονομαχούν.

Β’ Μέρος: Η τσιγγάνα / Ο Μανρίκο νίκησε τον Ντι Λούνα στη μονομαχία, μα του χάρισε τη ζωή. Η Ατσουτσένα, που όπως πιστεύει ο Μανρίκο, είναι μητέρα του, περιποιείται τα τραύματά του από τον εμφύλιο. Τραγουδά μία μπαλάντα για την ιστορία της μητέρας της. Αναφέρει πως τότε, μέσα στην σύγχυσή της, αντί να ρίξει στην φωτιά το παιδί του ντι Λούνα έριξε κατά λάθος το δικό της. Στην συνέχεια βεβαιώνει τον αναστατωμένο Μανρίκο, πως δεν έγινε έτσι, και πως αυτός είναι ο γιος της. Μόλις πληροφορείται ότι  η Λεονόρα, θεωρώντας τον νεκρό, θέλει να κλειστεί σε μοναστήρι, ο Μανρίκο σπεύδει να την συναντήσει. Τα νέα για την Λεονόρα έχει πληροφορηθεί και ο Ντι Λούνα, που θέλει να την απαγάγει. Όμως, στο μοναστήρι τον προλαβαίνει ο Μανρίκο, που αλλάζει τα σχέδιά του.

Γ’ Μέρος: Ο γιος της τσιγγάνας / Έτοιμος να επιτεθεί στο φρούριο του Μανρίκο, ο Ντι Λούνα αποφασίζει πως μεγαλύτερο μαρτύριο για τον αντίπαλό του θα είναι να κάψει την Ατσουτσένα, την οποία στο μεταξύ έχει συλλάβει. Την στιγμή που ο Μανρίκο αποφασίζει να νυμφευτεί την Λεονόρα μαθαίνει πως έξω από το κάστρο οι εχθροί ετοιμάζονται να κάψουν την μητέρα του. Σπεύδει να την σώσει.

Δ’ Μέρος: Η εκτέλεση / Αποφασισμένη να σώσει τον Μανρίκο, ο οποίος μετά την μάχη βρίσκεται φυλακισμένος μαζί με την Ατσουτσένα, η Λεονόρα φθάνει στο κάστρο του Ντι Λούνα. Ακούει την φωνή του αγαπημένου της ταυτόχρονα με πένθιμες ψαλμωδίες. Συμφωνεί με τον κόμη να του δοθεί η ίδια, με αντάλλαγμα την ζωή του αγαπημένου της· ταυτόχρονα αποφασίζει να πάρει δηλητήριο, ώστε να μην πραγματοποιήσει ποτέ την υπόσχεσή της. Στη φυλακή η Λεονόρα ανακοινώνει η ίδια στο Μανρίκο ότι είναι ελεύθερος. Αντιλαμβανόμενος το τίμημα που έχει προσφέρει στον εχθρό του, εκείνος την αποκρούει. Όταν την βλέπει να σβήνει στα πόδια του, έχει τύψεις. Προδομένος, ο Ντι Λούνα ορίζει να καεί αμέσως Μανρίκο, και υποχρεώνει την Ατσουτσένα να παρακολουθήσει. Την ώρα που ο τροβαδούρος πεθαίνει, η τσιγγάνα αποκαλύπτει στον Ντι Λούνα πως έκαψε τον ίδιο του τον αδελφό και πως εκείνη πήρε επιτέλους εκδίκηση για τον θάνατο της μάνας της.