Η Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου υπήρξε για το θέατρο Πορεία ένας σημαντικός σταθμός. Ένα αγαπημένο μυθιστόρημα μετατράπηκε με την καθοριστική συμβολή του Στρατή Πασχάλη σε μια από τις μεγαλύτερες θεατρικές επιτυχίες των τελευταίων δεκαετιών. Η θεματική του “ξένου” που προσπαθεί απεγνωσμένα να αφομοιωθεί από μια υπέροχα αφιλόξενη Ελλάδα, δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο.

Μεγάλη Χίμαιρα

Μετά από περισσότερες από 300 παραστάσεις και 100.000 θεατές, η Χίμαιρα, ταξιδεύει στη Θεσσαλονίκη, σε όλη την Ελλάδα αλλά και τον κόσμο. Το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης δεν θα μπορούσε να είναι παρά ο ιδανικός χώρος για να ξεκινήσει αυτή η μεγάλη περιοδεία. Η ιστορία της Μαρίνας Μπαρέ, που έλκεται από το εκτυφλωτικό φως, μόνο για να καεί στην επαφή της μ’ αυτό, θα συνεχίσει να μας θυμίζει την ανάγκη μας για ουτοπία, όποιο κι αν είναι το κόστος.

Σε αυτό το επικό ερωτικό μελόδραμα παρακολουθούμε την ιστορία μιας Γαλλίδας, της Μαρίνας Μπαρέ, που έρχεται να ζήσει στην Ελλάδα ερωτευμένη και παντρεμένη με έναν Έλληνα εφοπλιστή, αλλά και παθιασμένη με την ελληνική κλασσική παιδεία. Ερχόμενη σε επαφή, όμως, με την ίδια τη χώρα των ονείρων της, συναντά τις δικές της Χίμαιρες: το δραματικό τοπίο, τραχύ κι αισθησιακό ταυτόχρονα, την παρασύρει σε μια μοιραία δίνη πάθους, πυροδοτεί τα παλιά ψυχολογικά της τραύματα και την οδηγεί στην αυτοκαταστροφή.

Μεγάλη Χίμαιρα

Ο Καραγάτσης σε αυτό το μυθιστόρημα, που κλείνει τη γνωστή τριλογία «Γιούγκερμαν – Λιάπκιν – Χίμαιρα», μελετάει ενδελεχώς τη δυνατότητα προσαρμογής των ξένων στην ελληνική πραγματικότητα, αλλά και την αμφιθυμία των Ελλήνων απέναντι στη Δύση. Κρύβει καλά τον ακραίο και κατάμαυρο ρομαντισμό του κάτω από πέπλο κυνισμού ή και ωμότητας.  Βαθιά απελπισμένος ο ίδιος, μετατρέπει τη  Μαρίνα σε χίμαιρα, αρνούμενος την έννοια της αγάπης. Νομίζουμε ότι πετυχαίνουμε, ερωτευόμαστε, δημιουργούμε πνευματικά. Όλα εν τέλει καίγονται κάτω από το σκληρότατο ελληνικό φως. Σαν μύγες μαγευόμαστε από το άγνωστο, για να γίνουμε παρανάλωμα σε μια στιγμή. Αυτή τη μοιραία στιγμή περιγράφει ο Καραγάτσης.