Ένα από τα λυρικά αριστουργήματα του 20ού αιώνα, η «Υπόθεση Μακρόπουλου» του Λέος Γιάνατσεκ, έρχεται για πρώτη φορά στην Εθνική Λυρική Σκηνή, στις 20, 23 και 25 Μαΐου στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ, σε μουσική διεύθυνση Οντρέι Όλος και σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά.

Το εμβληματικό έργο του Γιάνατσεκ συνδυάζει το υπαρξιακό δράμα με το φανταστικό στοιχείο και μιλά για την ιστορία της διάσημης τραγουδίστριας Εμίλιας Μάρτυ, μιας κυρίας τριακοσίων ετών. Το μυστικό της αιώνιας νιότης της κρύβεται σε ένα ελιξίριο το οποίο παρασκεύασε τον 16ο αιώνα ο Κρητικός αλχημιστής Ιερώνυμος Μακρόπουλος, τότε στην υπηρεσία του αυτοκράτορα Ροδόλφου Β΄, και το οποίο δοκίμασε πρώτα στην ίδια του την κόρη, την Ελίνα Μακροπούλου. Η Ελίνα έζησε όλους αυτούς τους αιώνες ως Ευγενία Μοντές, Έλζα Μύλλερ, Εκατερίνα Μίσκιν, Ελλιάν ΜακΓκρέγκορ, διατηρώντας μονάχα τα αρχικά γράμματα του πραγματικού της ονοματεπώνυμου. Τώρα, ως Εμίλια Μάρτυ, συνειδητοποιεί τον κυνισμό και την απάθεια που έχει επιφέρει η κατάσταση της αιώνιας νιότης και αντιλαμβάνεται πόσα στοιχεία, όπως η αίσθηση ενός σκοπού στη ζωή, οφείλονται στη γνώση ότι η ζωή έχει ένας ορατό τέλος. Έτσι αποφασίζει να αφήσει τον θάνατο να την κυριεύσει.

Η Υπόθεση Μακρόπουλου παρουσιάζεται για πρώτη φορά από την Εθνική Λυρική Σκηνή και εγκαινιάζει έναν κύκλο παρουσίασης έργων του κορυφαίου Τσέχου συνθέτη Λέος Γιάνατσεκ. Πρόκειται για έναν από τους σπουδαιότερους Ευρωπαίους συνθέτες της όπερας του 20ού αιώνα, ο οποίος ασχολήθηκε σοβαρά με τη λαογραφία και εμπνεύστηκε από την παραδοσιακή μουσική της Βοημίας, της Μοραβίας, όπως επίσης, ευρύτερα, από τη σλαβική μουσική. Έτσι, διαμόρφωσε το δικό του προσωπικό ιδίωμα, όπου στο πλαίσιο της γλώσσας της κεντροευρωπαϊκής κλασικής μουσικής εκπροσώπησε την ιδιαίτερη πατρίδα του.

Στην Υπόθεση Μακρόπουλου, ο Γιάνατσεκ επέλεξε ένα ιδίωμα λιτό και προσαρμοσμένο στον έντονο και διαρκή διάλογο, ο οποίος κυριαρχεί σε αυτήν απ’ αρχής μέχρι τέλους. Επεξεργάστηκε μια μουσική γλώσσα δεμένη με το κείμενο με τους ιδιαίτερους τονισμούς και τον ρυθμό της τσεχικής γλώσσας, με αποτέλεσμα τους ταχείς και έντονους, συχνά νευρικούς διαλόγους και τον σαφή, ζωηρό χαρακτηρισμό των προσώπων. Δεν υπάρχουν εκτενείς μελωδίες, μόνο σύντομα μουσικά θέματα, τα οποία αντιστοιχούν στη νευρικότητα την οποία οφείλει να προκαλεί σε όλους τους παριστάμενους η παρουσία της πρωταγωνίστριας.  Η εισαγωγή, μια από τις εκτενέστερες που συνέθεσε ποτέ ο Γιάνατσεκ, αποδίδει την αγωνία και την ταραχή της υπόθεσης, θέτοντας σε διάλογο σύντομα επεισόδια με διαφορετική διάθεση, όπου ο πυρετός των χάλκινων πνευστών και των τυμπάνων έρχεται σε αντιδιαστολή με τη μελωδικότητα των βιολιών. Ανάλογης ποιότητας είναι το κωμικό ιντερμέδιο που προηγείται της Β΄ Πράξης, το οποίο μοιάζει να έχει βγει κατευθείαν από βενετσιάνικη όπερα του 18ου αιώνα.

Ο τελικός εικοσάλεπτος μονόλογος της ηρωίδας, κατά τον οποίον αυτή εξομολογείται όσα έχουν συμβεί και απαρνιέται την τεχνητή και απάνθρωπη αθανασία της, ανήκει στους πλέον ποιητικούς και εκφραστικούς της οπερικής φιλολογίας. Σε αυτό το σημείο το θρίλερ μετατρέπεται σε ψυχόδραμα. Ο Γιάνατσεκ αισθάνεται συμπάθεια για την αντιηρωίδα του και προσφέρει στις τελευταίες σκέψεις της μουσική η οποία την καθιστά συμπαθή και στο ακροατήριο. Καθώς ο μονόλογος προχωρά, η μουσική κάνει τη μέχρι εκείνη τη στιγμή «παγερή» ηρωίδα να φαίνεται ολοένα και περισσότερο ανθρώπινη, ολοένα και πιο ευάλωτη.

Ο σπουδαίος σκηνοθέτης του θεάτρου και της όπερας και πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Γιάννης Χουβαρδάς υπογράφει τη σκηνοθεσία της παραγωγής, ισορροπώντας ανάμεσα στις αποχρώσεις του θρίλερ και της επιστημονικής φαντασίας. Ο Γιάννης Χουβαρδάς, έχει σκηνοθετήσει παραγωγές όπερας με μεγάλη επιτυχία σε Ευρωπαϊκά Λυρικά θέατρα όπως η Όπερα του Γκέτεμποργκ, και η Βασιλική Όπερα της Κοπεγχάγης, ενώ με την ΕΛΣ συνεργάστηκε για πρώτη φορά το 2014 σκηνοθετώντας τον Ντον Τζοβάννι στο Ηρώδειο.

Τα σκηνικά υπογράφει η Εύα Μανιδάκη, τα κοστούμια η Ιωάννα Τσάμη, τους φωτισμούς ο Λευτέρης Παυλόπουλος και την κινησιολογία η Πατρίσια Απέργη.

Στον εξαιρετικά απαιτητικό φωνητικά και σκηνικά ρόλο της Εμίλιας Μάρτυ κάνει το ντεμπούτο της η διεθνώς καταξιωμένη υψίφωνος της ΕΛΣ, Έλενα Κελεσίδη. Η Κελεσίδη έχει πρωταγωνιστήσει σε πολυάριθμες παραγωγές σε Βασιλική Όπερα Λονδίνου, Κρατική Όπερα Βιέννης, Μητροπολιτική Όπερα Νέας Υόρκης, Όπερα Βαστίλης (Παρίσι), Φεστιβάλ Μπρέγκεντς, Βερολίνο, Αμβούργο, Μόναχο, Άμστερνταμ, Ζυρίχη, Τόκιο κ.α.

Τη διανομή συμπληρώνουν νεότεροι και διακεκριμένοι μονωδοί, όπως οι Δημήτρης Πακσόγλου, Βαγγέλης Μανιάτης, Νίκος Στεφάνου, Άρτεμις Μπόγρη, Γιάννης Γιαννίσης, Χρήστος Κεχρής, Δημήτρης Σιγαλός, Αρκάδιος Ρακόπουλος και Μιράντα Μακρυνιώτη.

Την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής θα διευθύνει ο διακεκριμένος Τσέχος αρχιμουσικός Οντρέι Όλος, ο οποίος έχει διακριθεί στο ρεπερτόριο του Γιάνατσεκ, ενώ έχει και λάβει το βραβείο Γιάνατσεκ το 2006. Είναι μόνιμος αρχιμουσικός στο Εθνικό Θέατρο της Μπρνο στην Τσεχία – πρόκειται για το θέατρο όπου πρωτοπαρουσιάστηκε η Υπόθεση Μακρόπουλου το 1926.

H Υπόθεση Μακρόπουλου με μια ματιά

Ο συνθέτης: Ένας από τους σημαντικότερους Τσέχους συνθέτες, ο Λέος Γιάνατσεκ γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου 1854 στο Χούκβαλντυ της Μοραβίας, η οποία εκείνη την εποχή ήταν μέρος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Ο Γιάνατσεκ ασχολήθηκε σοβαρά με τη λαογραφία και εμπνεύστηκε από την παραδοσιακή μουσική της περιοχής, όπως επίσης, γενικότερα, από τη σλαβική μουσική. Έτσι, διαμόρφωσε τη δική του πρωτότυπη μουσική γλώσσα, η οποία αποτυπώθηκε με σαφήνεια στην όπερά του Γενούφα [Jenůfa], που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1904 στο Μπρνο. Το ανέβασμα της ίδιας όπερας στην Πράγα το 1916 συνέβαλε αποφασιστικά στη διεθνή αναγνώριση του συνθέτη. Ο Γιάνατσεκ συνέθεσε έργα κάθε είδους: ορχηστρικά όπως η Σινφονιέττα [Sinfonietta, 1926] και η ραψωδία Τάρας Μπούλμπα [Taras Bulba, 1918/21], έργα θρησκευτικής μουσικής όπως η Γλαγολιτική Λειτουργία [Glagolská mše, 1927], έργα για πιάνο και μουσικής δωματίου, όπως επίσης αρκετές όπερες. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι: Γενούφα, Κάτια Καμπάνοβα [Kát’a Kabanová, 1921], Η πονηρή αλεπουδίτσα [Příhody lišky Bystroušky, 1924], Υπόθεση Μακρόπουλου [Věc Makropulos, 1926] και Από το σπίτι των νεκρών [Z mrtvého domu,1927]. Ο συνθέτης πέθανε το 1928 στην Οστράβα από πνευμονία.

Το έργο Η τρίπρακτη όπερα βασίζεται σε κείμενο του συνθέτη, το οποίο στηρίζεται στο ομώνυμο θεατρικό του Κάρελ Τσάπεκ [Karel Čapek]. Γράφτηκε ανάμεσα στα 1923 και 1925 ενώ βασική πηγή έμπνευσης υπήρξε η εμμονή του συνθέτη με τη σημαντικά νεότερή του Καμίλα Σταίσλοβα [Kamila Stösslová]. Η υπόθεση αφορά την ιστορία της Ελίνας, κόρης του Κρητικού γιατρού Ιερώνυμου Μακρόπουλου, ο οποίος τον 16ο αιώνα υπηρετούσε στην αυλή του Ροδόλφου Β΄, αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Χάρη σε φίλτρο που παρασκεύασε ο πατέρας της, η Ελίνα ζει επί τρεις αιώνες, αλλάζοντας διαρκώς ταυτότητα προκειμένου να αποκρύψει το μυστικό της. Αναζητώντας απεγνωσμένα τη συνταγή για το φίλτρο, η οποία έχει ξεμείνει στα κατάλοιπα προηγούμενου εραστή της, η Ελίνα συνειδητοποιεί την ψυχική φθορά που της έχει προκαλέσει η αιώνια νιότη και αποφασίζει να μη δώσει άλλη παράταση στη ζωή της.

Πρεμιέρες Η Υπόθεση Μακρόπουλου παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο της πόλης Μπρνο, στις 18 Δεκεμβρίου 1926.  Στην Αθήνα η όπερα παραστάθηκε τον Ιούλιο του 2002 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών από το Θέατρο Γιάνατσεκ, μία από τις τρεις σκηνές που συναποτελούν σήμερα το Εθνικό Θέατρο του Μπρνο. Από την Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζεται για πρώτη φορά.