Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσιάζει το έργο «Όσα η Καρδιά μου στην Καταιγίδα» του Άκη Δήμου, σε σκηνοθεσία Πάνου Δεληνικόπουλου, στο Μικρό Θέατρο Μονής Λαζαριστών.

Όσα η Καρδιά μου στην Καταιγίδα

«Κρίμα. Κρίμα να πάει τόσο κορμί αταξίδευτο».

Σ’ ένα ορεινό χωριό της Κρήτης στις αρχές του περασμένου αιώνα. Στην ηλικία που γεννιέται η επιθυμία. Που το κορμί ξυπνάει κι ανακαλύπτει την έκτασή του. Ένα Αγόρι ερωτεύεται για πρώτη φορά. Όχι ένα κορίτσι, αλλά μια Γυναίκα. Ένας Άντρας και μια Μάνα κλείνουν τον κύκλο των σωμάτων που χορεύουν στην άκρη του γκρεμού. Των σωμάτων που απαγορεύεται να συναντηθούν. Με τη θάλασσα από κάτω τους να περιμένει.

Βασισμένος στην «Πρώτη Αγάπη» του Ιωάννη Κονδυλάκη, ο Άκης Δήμου γράφει μια παραλλαγή του γνωστού διηγήματος, για την ιερή, την απελπισμένη Πρώτη Αγάπη. Σε μια γλώσσα ποιητική, που θα μιλήσει για όσα το σώμα δεν μπόρεσε.

Όσα η Καρδιά μου στην Καταιγίδα

Σημείωμα συγγραφέα

Η ιδέα της μεταγραφής της πρώτης αγάπης για τη σκηνή –ακριβέστερα: η ιδέα της γραφής ενός θεατρικού έργου με αφορμή τη νουβέλα του Ιωάννη Κονδυλάκη– γεννήθηκε ξαφνικά, υποψιάζομαι ωστόσο ότι, όπως συμβαίνει με όλα όσα “γεννιούνται ξαφνικά”, επωαζόταν χρόνια.

Για να είμαι ειλικρινής, λίγο με απασχόλησε πώς θα τη γράψω. Περισσότερο με τριβέλιζε το γιατί: για ποιο λόγο έπρεπε να ξαναειπωθεί η ιστορία της ερωτικής αφύπνισης ενός νεαρού άντρα με τα σαρωτικά ξεσπάσματα, την υφέρπουσα απελπισία, τις καταθλιπτικές υφέσεις, τις δοξαστικές κορυφώσεις και τις εκκωφαντικές της αμφισημίες (κυρίως αυτές);

Έγραφα με το ερωτηματικό στον κρόταφο κυνηγώντας την απάντηση-φάντασμα, που συνεχώς ξεγλιστρούσε κρυμμένη πίσω απ’ τις φυλλωσιές των λέξεων. Μέχρι που οι λέξεις έριξαν τα φύλλα τους. Και τότε –όταν το Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα είχε αποκτήσει πλέον σώμα– κατάλαβα ότι λέγοντας την ίδια ερωτική ιστορία ξανά και ξανά, τις δικές σου ομίχλες επιχειρείς να ξεδιαλύνεις. Έτσι συνέβαινε το 1919, έτσι συμβαίνει το 2018, έτσι θα συμβαίνει πάντοτε. Γιατί, οι ερωτικές μας ιστορίες δεν έχουν να κάνουν με τους έρωτες που ζούμε, αλλά με τον τρόπο που τους αφηγούμαστε όταν τελειώσουν.