Σχεδόν ενενήντα χρόνια έχουν περάσει από τη χρονιά που ανέβαινε στο Παρίσι το έργο «Βικτώρ ή τα παιδιά στην εξουσία» (1929) με το οποίο ο Ροζέ Βιτράκ έβαζε φωτιά στα θεμέλια του αστικού θεάτρου. Ένα από τα λίγα έργα που εκπροσωπούν το κίνημα του σουρεαλισμού στο θέατρο και προάγγελος του θεάτρου του παραλόγου, εκμεταλλεύεται τη φόρμα του αστικού δράματος -καθώς είναι γραμμένο ως έργο «σαλονιού»- για να το υπονομεύσει και, παράλληλα, να στηλιτεύσει την υποκρισία και τη σήψη που κρύβεται πίσω από την έξωθεν καλή μαρτυρία κάθε «αγίας» αστικής οικογένειας. Η ανακάλυψη του Βικτώρ, την ημέρα των ένατων γενεθλίων του, πως ο πατέρας του διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με τη μητέρα της φίλης του Εσθήρ, η οποία αποδεικνύεται τελικώς αδερφή του, είναι το όχημα για να γκρεμιστεί με εκκωφαντικό τρόπο η πλήρης υποκρισίας ζωή των δύο οικογενειών.

Επί σκηνής συσσωρεύθηκαν πολλά περισσότερα προβλήματα παρά προϊόντα δημιουργικής φαντασίας

Δομημένο γύρω από το συγγραφικό εύρημα που θέλει τον εννιάχρονο Βικτώρ να διαθέτει αφύσικη ανάπτυξη ενήλικου άνδρα, το έργο μαρτυρά εξ αρχής τις προθέσεις του. Ο Βιτράκ απολύτως εσκεμμένα, πιστός στις αρχές του σουρεαλισμού, δε γράφει ένα δράμα, κι ας μεταχειρίζεται απολύτως δραματικά γεγονότα, κι ας κλείνει τη διαδρομή από την άγνοια στη γνώση με έναν θάνατο και μια αυτοκτονία. Κάνοντας χρήση βασικών εικονοκλαστικών εργαλείων από αυτά που χαρακτηρίζουν το σουρεαλιστικό κίνημα, τουτέστιν την αποσύνδεση της γλώσσας από τα νοήματά της, την υπερβολική χρήση λεκτικών κλισέ και αυτοσχεδιασμών, την ακατάσχετη αθυροστομία και σκατολογία, τη διαρκή υπονόμευση του λόγου και της λογικής, το σχεδιασμό τυποποιημένων χαρακτήρων, την κατάλυση της δομημένης πλοκής, ο Βιτράκ έχει συνθέσει ένα αναρχικό σκηνικό ποίημα που ακροβατεί μεταξύ καγχασμού, ειρωνείας και γκροτέσκ υπερβολής. Ακόμη και το φινάλε είναι ενδεικτικό της υπονομευτικής του διάθεσης, όταν η καμαριέρα θα απευθυνθεί στους θεατές, κλείνοντάς τους το μάτι: «μα… αυτό είναι δράμα!».

Βικτώρ ή τα παιδιά στην εξουσία

Η απόφαση της Μαριάννας Κάλμπαρη, χάρη στην οποία το έργο «επέστρεψε» στο θέατρο που το σύστησε στο ελληνικό κοινό, να αποδοθεί το έργο ως μουσικό και η ανάθεση της σύνθεσης στον Σταμάτη Κραουνάκη είναι αρχικώς υποσχόμενη. Η φόρμα του έργου επιτρέπει και επιβάλλει το ξεπέρασμα των ορίων μιας «συμβατικής» σκηνοθετικής αντιμετώπισης -που σε αυτή την περίπτωση πήρε τη μορφή της μουσικής φόρμας-, ενώ η πληθωρική καλλιτεχνική προσωπικότητα του Κραουνάκη, μουσικού, performer και δημιουργού μουσικών θεαμάτων με έντονο το θεατρικό στοιχείο, φαντάζει ιδανική. Εντέλει, όμως, επί σκηνής, συσσωρεύθηκαν πολλά περισσότερα προβλήματα παρά προϊόντα δημιουργικής φαντασίας.

Βικτώρ ή τα παιδιά στην εξουσία

Η παράσταση έκανε στην αρχή φιλότιμη προσπάθεια να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, καθώς οι ηθοποιοί σύστησαν τους ρόλους τους στο κοινό επιχειρώντας να δώσουν ένα περίγραμμα της υπόθεσης, από εκεί και έπειτα όμως παραδόθηκε σε μια μάλλον άναρχη σκηνική φλυαρία, όχι ιδιαίτερα εξυπηρετική της αναρχίας του έργου, αλλά μάλλον επιβαρυντική προς το τελικό αποτέλεσμα. Το βάρος δόθηκε αφενός στη σκηνική φόρμα, για την οποία προτιμήθηκε η -θεμιτή- λύση ενός θεάματος που προσομοίαζε σε νούμερο τσίρκου, καμπαρέ ή/και μιούζικ χολ, και αφετέρου στη μουσική και τα τραγούδια, που έλαβαν ρόλο δραματουργίας στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης. Η ίδια η δραματουργία έπεσε σε δεύτερη μοίρα, ειδικά στο πρώτο μέρος, ακόμη κι ο άξονας της υπόθεσης παραήταν χαλαρός -και άρα μόλις αντιληπτός-, με αποτέλεσμα το θέαμα να μπορεί να κριθεί οριακά ως θεατρικό και όχι μουσικό γεγονός.

Βικτώρ ή τα παιδιά στην εξουσία

Η παράσταση φαίνεται, τελικά, να έπεσε «θύμα» αυτής της αμφιταλάντευσης μεταξύ θεάτρου και μουσικής performance, καθώς ως θέατρο κρίνεται ανεπαρκές, ενώ ως μουσική παράσταση δεν είναι από τις (πιο) εμπνευσμένες του Κραουνάκη. Στο κέντρο αυτής της αμφίθυμης κατάστασης, οι ηθοποιοί επιδόθηκαν σε μια εξωτερική, υψηλών τόνων υποκριτική, που ναι μεν επιτρέπεται από το έργο, τουλάχιστον όσον αφορά τη σχηματικότητά της, η οποία όμως έχει κι αυτή τις απαιτήσεις της και κακώς μεταφράστηκε όπως μεταφράστηκε με γκριμάτσες και φωνές. Ο δε Κραουνάκης στο ρόλο του Βικτώρ λειτούργησε ως (ο) μουσικός performer (που ξέρουμε), παρά ως ηθοποιός. Από την άλλη, η glam rock αισθητική της όψης δημιούργησε μερικούς ενδιαφέροντες ρόλους, υποκαθιστώντας την ελλιπή υποκριτική καθοδήγηση. Φωτεινή εξαίρεση ο Γεράσιμος Γεννατάς, που έδειξε με την παρουσία του, ειδικά στη σκηνή της αυτοκτονίας, τι θα μπορούσε να είναι η παράσταση υπό άλλες συνθήκες· στο ίδιο μήκος κλίματος και το τελευταίο τραγούδι του Κραουνάκη-Βικτώρ, που ήταν αυτό που επικοινώνησε με μεγαλύτερη ευστοχία το ιδεολογικό του statement στους θεατές, χάρη στην καθαρότητα με την οποία ερμηνεύτηκε, σε ένα ούτως ή άλλως περισσότερο ισορροπημένο και επιδραστικό δεύτερο μέρος.

Βικτώρ ή τα παιδιά στην εξουσία

Πλην της πληθωρικής ατμόσφαιρας με την οποία αποδόθηκε η αναρχία της φόρμας που προτείνει το έργο και η οποία δεν είναι εξαρχής λανθασμένη, αλλά οδήγησε, παρ’ όλ’ αυτά, σε μια σκηνική βαβούρα από την οποία δεν έμειναν πολλά, μεγαλύτερο είναι το ερώτημα που προκύπτει όσον αφορά το περιεχόμενο. Με την κοινωνική υποκρισία και την αποθέωση της κατ’ επίφαση πολιτικής ορθότητας να έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη στις μέρες μας, έργα σαν αυτό μπορούν και επιβάλλεται να βρουν τη θέση τους. Η συγκεκριμένη παράσταση, όμως, κατάφερε να μας ξεβολέψει σε οποιοδήποτε βαθμό; Η απάντηση δεν νομίζω πως τη δικαιώνει.

Info παράστασης: Βικτώρ ή τα παιδιά στην εξουσία | 4 Φεβρουαρίου – 9 Απριλίου 2017 | Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν