Μόνο τυπικά μπορεί να θεωρείται πως η Κυριακή των Βαΐων σημαίνει τη λήξη της χειμερινής θεατρικής σεζόν, καθώς είναι πάγια τακτική πλέον αρκετών θεάτρων να συνεχίζουν τη δραστηριότητά τους και μετά τις διακοπές του Πάσχα, ακόμη και με νέες παραγωγές. Φέτος μάλιστα, που ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι την έναρξη της θερινής σεζόν είναι αρκετά ικανοποιητικός, δεν είναι λίγες οι νέες παραγωγές που αναμένονται σε αυτό το διάστημα, ανάμεσά τους του Δημήτρη Παπαϊωάννου, του Νίκου Καραθάνου, της Λένας Κιτσοπούλου, των Vasistas, του Θάνου Παπακωνσταντίνου κ.ά.

Το Εθνικό Θέατρο έδειξε από την αρχή της σεζόν πως επιθυμεί να επιστρέψει στο θεατρικό τοπίο ως «δυνατός παίχτης»

Ενδεχομένως, λοιπόν, το παρόν κείμενο να δικαιολογούσε τη θέση του καλύτερα προς τα τέλη του Μάη, όταν η συνολική εικόνα θα είναι πιο ολοκληρωμένη, όμως και πάλι, η υποχρεωτική ανάπαυλα που δημιουργεί η Μεγάλη Εβδομάδα και ο μεγάλος αριθμός των παραγωγών που κατεβάζουν αυλαία, ωθούν μοιραία σε αναδρομές και απολογισμούς.

Κατ’ αρχήν, πρέπει να ειπωθεί πως η φετινή σεζόν φαντάζει σύντομη, πολύ σύντομη. Άργησε να ξεκινήσει, έφτασε σχεδόν Νοέμβρης για να «πάρουν μπρος» οι νέες παραγωγές και να που, μόλις πέντε μήνες αργότερα, φτάσαμε στο σημείο να την αποχαιρετούμε, έστω όχι τελειωτικά.

Στη φετινή σεζόν φάνηκαν, για πρώτη ίσως χρονιά, τόσο έντονα τα σημάδια της οικονομικής δυσπραγίας, αλλά και της αλόγιστης θεατρικής παραγωγής. Φέτος δεν ήταν λίγες οι παραστάσεις που δόθηκαν σε μισοάδειες αίθουσες, ενώ άλλες ολοκλήρωσαν εσπευσμένα και με ελλειμματικό ταμείο τον κύκλο τους. Είναι απορίας άξιον, λοιπόν, όλο και περισσότερο, πώς ο συνδυασμός της οικονομικής κρίσης και της κατάργησης των επιχορηγήσεων μπορεί να παράγει αριθμητικά (γιατί από άποψη αποφασιστικότητας από μεριάς των καλλιτεχνών δικαιολογείται) όλο και περισσότερες παραγωγές – ερώτημα που εν μέρει μόνο απαντάται από το γεγονός των μεγάλων ιδιωτικών χορηγών προς ιστορικά θέατρα, όπως της Οδού Κυκλάδων, το Τέχνης ή το Εθνικό.

 «Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη

«Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη

Από την πλευρά του κοινού, ο οικονομικός παράγοντας το έχει οδηγήσει, μοιραία, σε προσεχτικές επιλογές, όχι αστόχαστες, αλλά ούτε πάντα δίκαιες. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που δοκιμασμένες παραστάσεις πήγαν και φέτος για δεύτερη ή και τρίτη σεζόν («Άγριος σπόρος», «Θεός της σφαγής»), με γεμάτα καθίσματα και απανωτές παρατάσεις, δεν έλειψαν όμως και οι περιπτώσεις πραγματικά καλών παραστάσεων που δεν κύλησαν όπως τους άξιζε. Όσον αφορά το ρεπερτόριο, ο κόσμος φαίνεται να επιβράβευσε την αναγνωρισμένη, καλή δραματουργία, ειδικά όταν ανεβαίνει με σκηνοθετική «διακριτικότητα», κάτι που μαρτυρά και η δημοτικότητα παραστάσεων όπως οι: «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» (Γιάννης Μόσχος), «Λεωφορείο ο Πόθος» (Ελένη Σκότη) και «Τρεις ψηλές γυναίκες» (Άρης Τρουπάκης) – τρεις εξαιρετικές επιλογές από την αφρόκρεμα της αμερικάνικης δραματουργικής παραγωγής.

 «Δωδέκατη νύχτα», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά

«Δωδέκατη νύχτα», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά

Οι βασικοί κυρίαρχοι του παιχνιδιού, φέτος, ήταν λίγο πολύ αναμενόμενοι, στη λογική των πέντε-δέκα καλών ονομάτων που διαθέτει η χώρα σε σκηνοθετικό επίπεδο. Το Εθνικό Θέατρο έδειξε από την αρχή της σεζόν πως επιθυμεί να επιστρέψει στο θεατρικό τοπίο ως «δυνατός παίχτης».

Στο Θέατρο Τέχνης οφείλουμε εξίσου έναν πλουραλισμό ρεπερτορίου και σκηνοθετικών φωνών

Σήμανε την έναρξή της πολύ δυναμικά με την πρώτη θεατρική απόπειρα του Γιάννη Οικονομίδη, πόνταρε στα ονόματα σκηνοθετών που εδραιώνονται όλο και περισσότερο (Δημήτρη Καραντζά, Σοφία Μαραθάκη, Λίλυ Μελεμέ), εμπιστεύτηκε τόσο τους πειραματισμούς όσο και τις «κλασικές αξίες», και επιδόθηκε και σε μεγαλεπήβολα σχέδια· συνεχίζει με Δημήτρη Δημητριάδη, Νίκο Καραθάνο, Λένα Κιτσοπούλου, Τάκη Τζαμαργιά, αφιέρωμα στον έρωτα από την Πειραματική Σκηνή του και παραστάσεις έργων νέων Ελλήνων συγγραφέων.

Στο Θέατρο Τέχνης οφείλουμε εξίσου έναν πλουραλισμό ρεπερτορίου και σκηνοθετικών φωνών, όχι με ισοδύναμα μεταξύ τους αποτελέσματα, που όμως μας γνώρισε νέα έργα, με κορωνίδα το σπονδυλωτό έργο για τον έρωτα του Ζοέλ Πομμερά, που αποτέλεσε και μια από τις απολαυστικότερες παραστάσεις φέτος, δια χειρός Νίκου Μαστοράκη και εμπιστεύτηκε ιδιαίτερους performers/ερμηνευτές σε προσωπικές δημιουργίες, όπως τον Βασίλη Παπαβασιλείου και τον Σταμάτη Κραουνάκη. Στο ίδιο θέατρο οφείλεται το ολονύχτιο αφιέρωμα στον Σαίξπηρ που κράτησε ξάγρυπνους μερικούς εκατοντάδες θεατές και καλλιτέχνες το ξημέρωμα της 23ης Οκτωβρίου.

«Ακυβέρνητες Πολιτείες» σε σκηνοθεσία Έφης Θεοδώρου

«Ακυβέρνητες Πολιτείες» σε σκηνοθεσία Έφης Θεοδώρου

Αυτή η σεζόν σηματοδότησε και τη σύμπραξη, για πρώτη φορά στην ιστορία τους, των δύο ιστορικών θεάτρων της χώρας για την ολοκλήρωση ενός μεγαλεπήβολου θεατρικού εγχειρήματος: τη θεατρική απόδοση των «Ακυβέρνητων Πολιτειών» του Τσίρκα, αρχής γενομένης με το πρώτο από τα τρία μέρη, τη «Λέσχη», που παίζεται ήδη στο Υπόγειο.

Το θέατρο Πόρτα πόνταρε σε κάτι πραγματικά σημαντικό, που, θεωρώ, πως θα έπρεπε να λειτουργήσει παραδειγματικά: τον περιορισμό του ρεπερτορίου σε τρία «μόνο» έργα, που παρουσιάζονται σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο (και τελειώνουν με την «επίσημη» λήξη της χειμερινής σεζόν). Τα τρία έργα εντάχθηκαν σε μία κοινή θεματική, όχι μόνο επειδή ανήκουν στην ανατολικοευρωπαϊκή λογοτεχνία, αλλά γιατί φέρουν έναν παράλληλο προβληματισμό: τη θέση της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σε έναν συντριπτικό, παράλογα κατασκευασμένο κόσμο. Η «Δίκη» του Κάφκα σκηνοθετημένη από τον Θωμά Μοσχόπουλο, το «Μαύρο χιόνι» του Μπουλγκάκωφ από τον Κώστα Φιλίππογλου -μια πραγματικά απολαυστική παράσταση ενός κειμένου που σατιρίζει ταυτόχρονα τα εσωτερικά του ιστορικού Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας, αλλά και το γραφειοκρατικό αδιέξοδο του σοβιετικού καθεστώτος, που δεν έτυχε της αποδοχής που της έπρεπε- και, τέλος, η «Μύτη» του Γκόγκολ από τους Patari Project, που έφεραν κυριολεκτικά τα πάνω-κάτω στην αίθουσα του θεάτρου -αν και η συγκεκριμένη δουλειά υπολειπόταν στο επίπεδο της δραματουργίας- έδωσαν ένα σαφές στίγμα στο θέατρο της Μεσογείων.

«Μύτη» από τους Patari Project

«Μύτη» από τους Patari Project

Μικρή, αλλά απολύτως γόνιμη, ήταν και η παραγωγή του θεάτρου Πορεία, με μόνο μία νέα παραγωγή (και δύο επαναλήψεις), τη δοκιμή ύστερα από χρόνια του Γιάννη Χουβαρδά στο φαρσικό είδος (που συνεχίζεται ως τον Ιούνιο), όπως και το Άττις με το «Ανκόρ» του Τερζόπουλου, ενώ αυτή του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων σηματοδοτήθηκε αδιαμφισβήτητα από την εξαιρετική δουλειά του Δημήτρη Καραντζά πάνω στο πρωτοπαιγμένο στην Ελλάδα έργο του Τόμας Μπέρναχαρντ, «Πλατεία Ηρώων».

«Πλατεία Ηρώων», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά

«Πλατεία Ηρώων», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά

Χάρη στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών παρακολουθήσαμε δεκάδες ξένες παραγωγές, ανάμεσά τους και αυτή που μας έφερε ο Κριστόφ Βαρλικόφσκι με πρωταγωνίστρια την Ιζαμπέλ Ιπέρ, αλλά και μία εκ των μεγάλων ελληνικών παραγωγών της σεζόν, τον «Δον Ζουάν» που σκηνοθέτησε ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, ενώ με την παραγωγή των Nova Melancholia, η Στέγη διεκδίκησε δυναμικά ένα μέρος του ρόλου που συνήθως κρατού(σα)ν οι περιθωριακές θεατρικές σκηνές.

Τα παραπάνω, πάντως, συνιστούν εντέλει μια στοιχειώδη εικόνα, καθώς αντιστοιχούν σε ένα μικρό κομμάτι της συνολικής θεατρικής παραγωγής της σεζόν – κάτι που αναπόφευκτα οδηγεί στο παρακάτω: ο απολογισμός μιας σεζόν που μέτρησε περί των εφτακοσίων παραστάσεων δεν μπορεί παρά να είναι, σε πολύ μεγάλο βαθμό, υποκειμενικός, καθώς στηρίζεται στο δείγμα που ο καθένας έχει επιλέξει να ξεχωρίσει από την μεγάλη θεατρική δεξαμενή.

Το κλείσιμο ας είναι αφιερωμένο στις ερμηνείες:

του Στάθη Σταμουλακάτου («Στέλλα κοιμήσου»)

του Τάκη Σπυριδάκη («Άγριος σπόρος»)

της Ναταλίας Τσαλίκη και του Προμηθέα Αλειφερόπουλου («Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς – Ενθύμιο»)

του Γιάννη Τσουμαράκη («Ρωμαίος και Ιουλιέτα»)

του Χάρη Φραγκούλη και του Γιάννου Περλέγκα («Δον Ζουάν»)

της Σοφίας Χιλλ και του Αντώνη Μυριαγκού («Ανκόρ»)

του Αργύρη Πανταζάρα («1984»)

του Αργύρη Ξάφη («Λαμπεντούζα»)

της Καριοφυλλιάς Καραμπέτη («Πλατεία Ηρώων»)

της Κόρας Καρβούνη (ερμηνεία που έδωσε όλη την πνοή στην παράσταση του «Λεωφορείου ο Πόθος»)

Σχετικά άρθρα:

12 + 1 παραστάσεις που ολοκληρώνονται πριν το Πάσχα