Ο φεμινισμός (θα έπρεπε να) είναι κυρίως θέμα των γυναικών. Του disclaimer τούτου δοθέντος, θα τολμήσω ένα σχόλιο πάνω στον πρόσφατο θόρυβο σχετικά με τη διάσημη ηθοποιό Έμμα Γουότσον. Σε μια πραγματικά εκπληκτική φωτογράφιση που έκανε για το τεύχος Μαρτίου του περιοδικού Vanity Fair, υπάρχει και μία φωτογραφία όπου φαίνεται λίγο το στήθος της. Δέχτηκε τρομερές επιθέσεις για τη φωτογραφία αυτή, κυρίως επειδή είναι δηλωμένη φεμινίστρια και ενεργή στα ζητήματα των γυναικείων δικαιωμάτων και άρα (σύμφωνα με τους επικριτές της) είναι αδιανόητο η Γουότσον να δείχνει το στήθος της, με άλλα λόγια να χρησιμοποιεί το σώμα της σαν ένα κομμάτι κρέας προς επίδειξη, ακριβώς με τον τρόπο που το κάνει η ανδροκρατούμενη κοινωνία μας.

Έμα Γουότσον - ©Tim Walker/Vanity Fair

Η επίμαχη φωτογραφία της Έμμα Γουότσον – ©Tim Walker/Vanity Fair

Η ίδια η Γουότσον, μιλώντας στο BBC, απάντησε: «Ο φεμινισμός δεν είναι ένα ραβδί με το οποίο μπορούμε να χτυπάμε τις άλλες γυναίκες. Έχει να κάνει με την ελευθερία, την απελευθέρωση, την ισότητα. Πραγματικά δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχουν τα βυζιά μου με αυτό». To θέμα ωστόσο είναι πιο περίπλοκο απ’ όσο φαίνεται να υπονοεί η απάντηση της Γουότσον. Ας δούμε γιατί.

Το πλέον προφανές είναι το ζήτημα αρχής: και ποιος θα μου πει αν πρέπει να φωτογραφηθώ γυμνή ή όχι; Αλλά αυτό λύνεται εύκολα. Δεν απαγόρευσε κανείς στην Έμμα Γουότσον να φωτογραφηθεί, δεν της στέρησε κανείς αυτό το δικαίωμα. Αλλά όταν φωτογραφίζεσαι και συναινείς στη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών σου, τότε σίγουρα όλοι έχουν δικαίωμα να τις σχολιάσουν κατά πώς κρίνουν. Θα ήταν ασόβαρο να ισχυριστούμε ότι υπάρχει κάποιου είδους γενικό και αόριστο δικαίωμα «να μη μας κρίνουν» (τουναντίον «κρίνε για να κριθείς» διδάσκει ο Μανόλης Αναγνωστάκης).

Η βασική ένσταση των φεμινιστριών που αντέδρασαν φαίνεται να είναι διττή: από τη μία θεωρούν ότι κάθε σεξουαλική αιχμή στη δημόσια παρουσία των γυναικών είναι αφ’ εαυτής κακή, αφού αναπαράγει την αντιμετώπιση των γυναικών από μια πατριαρχική κοινωνία ως αντικειμένων (objectification), ως εργαλείων για τη σεξουαλική διέγερση ή ικανοποίηση των ανδρών. Από την άλλη υπάρχει ένα αίσθημα προδοσίας στο ότι αυτή που φωτογραφήθηκε δηλώνει φεμινίστρια (δεν γίνονται ανάλογες διαμαρτυρίες κάθε τρεις και λίγο που φωτογραφίζεται προκλητικά η Μόνικα Μπελούτσι ας πούμε).

Η πρώτη ένσταση δείχνει και κάποια όρια που αδυνατεί ακόμη να ξεπεράσει το φεμινιστικό κίνημα (αυτό δεν μειώνει την τεράστια προσφορά του και την επείγουσα επικαιρότητά του). Ας σκεφτούμε ότι η κριτική στην Γουότσον είναι η ακραία έκφραση των επιχειρημάτων του φεμινισμού ενάντια στην πορνογραφία: η πορνογραφία «αντικειμενοποιεί» τη γυναίκα και την ευτελίζει, αναπαράγει όλα τα εξουσιαστικά μοντέλα και τις δομές της πατριαρχίας (η φεμινιστική κριτική περιλαμβάνει και την γκέι/λεσβιακή πορνογραφία, τουλάχιστον στο βαθμό που και στο σεξ μεταξύ των γκέι ή των λεσβιών αναγνωρίζεται ένας «ενεργητικός» και ένας «παθητικός» ρόλος και ο δεύτερος παραπέμπει βολικά στη γυναίκα). Όμως στα ακραία όριά της (όπως στην περίπτωση της Γουότσον), η βασικά ορθή αυτή φεμινιστική θέση φτάνει να συναντιέται με τα επιχειρήματα των πουριτανών που για αιώνες καταπίεσαν την ελεύθερη έκφραση της γυναικείας σεξουαλικότητας. Αυτόν ακριβώς τον προβληματισμό εκφράζει το (επίσης φεμινιστικό) κίνημα χειραφέτησης Free The Nipple που προπαγανδίζει την απενοχοποίηση της γυναικείας ανατομίας. Μ’ έναν τρόπο, το ίδιο το φεμινιστικό κίνημα περιλαμβάνει την κριτική του.

Free The Nipple

Free The Nipple

Οι φεμινίστριες που αρνούνται να βάλουν νερό στο κρασί τους, μη δεχόμενες ότι η ελεύθερη έκφραση της γυναικείας σεξουαλικότητας μέσα από την απενοχοποίηση του γυναικείου σώματος είναι εφικτή («σε συνθήκες πατριαρχίας καμιά γυναίκα δεν αποφασίζει ελεύθερα να δείξει το σώμα της, είναι ποτισμένη με πατριαρχικές αντιλήψεις και το κάνει» είναι εν πολλοίς το επιχείρημά τους), οι φεμινίστριες αυτές βρίσκονται τελικά πολύ κοντά στο μεγαλύτερο στοχαστή της ηθικής που είδε ο κόσμος. Για τον Ιμμάνουελ Καντ κάθε κοινωνική πρακτική (από το σεξ εκτός γάμου μέχρι την πορνεία) που καθιστά το σώμα «αντικείμενο», κάθε πρακτική στην οποία ένας άνθρωπος χρησιμοποιεί το σώμα του για να ικανοποιήσει τις ανάγκες άλλων, είναι κατακριτέα από ηθική άποψη, ακριβώς γιατί οι άνθρωποι έχουμε ηθική υποχρέωση να αντιμετωπίζουμε τόσο τον εαυτό μας, όσο και τους άλλους ανθρώπους, ως αυτοσκοπούς και όχι ως απλά μέσα για την επίτευξη κάποιου άλλου στόχου, π.χ. της σεξουαλικής ικανοποίησης (βέβαια ο Καντ ήταν ένας τύπος που έζησε όλη του τη ζωή στο χωριό του χωρίς να φύγει από αυτό ποτέ και που πιθανώς πέθανε παρθένος, οπότε οι απόψεις του μάλλον είναι λίγο biased).

Σε κάθε περίπτωση, η άποψη του Καντ («Ο άνθρωπος δεν μπορεί να διαθέτει τον εαυτό του, γιατί δεν είναι πράγμα. Ο άνθρωπος δεν είναι ιδιοκτησία του εαυτού του») θα έκανε τους περισσότερους (και υποθέτω και τις ίδιες τις φεμινίστριες) να νιώσουν μάλλον άβολα και να ρωτήσουν εύλογα: Αν δεν είμαι του εαυτού μου, ποιανού είμαι; Θυμηθείτε εδώ το γνωστό φεμινιστικό σύνθημα που λέει «Δεν είμαι του πατρός μου, δεν είμαι του ανδρός μου, θέλω να είμαι ο εαυτός μου» και όχι «θέλω να είμαι του εαυτού μου» (αν και μπορεί να φταίει η ανάγκη για ρίμα). Πάντως το «είμαι ο εαυτός μου» ο Καντ θα το ενέκρινε, ενώ το «ανήκω στον εαυτό μου» το απορρίπτει.

Έμα Γουότσον - ©Tim Walker/Vanity Fair

Έμμα Γουότσον – ©Tim Walker/Vanity Fair

Κι εδώ είναι η δεύτερη ένσταση των φεμινιστριών. Στην ερώτηση «ποιανού είμαι;» οι φεμινίστριες απαντούν «δικιά μας». Διατυπώνουν (όχι ευθέως) μια αξίωση πάνω στην Έμμα Γουότσον ακριβώς επειδή είναι φεμινίστρια (κάθε συλλογική ταυτότητα έχει απαιτήσεις από τα μέλη της). Αυτό που της καταλογίζουν στην ουσία είναι ότι μια «δική τους» έπαιξε το παιχνίδι του εχθρού: για να προωθήσει την ταινία της (ή τον εαυτό της) χρησιμοποίησε το όμορφο σώμα της με το γνωστό τρόπο που η μαζική επικοινωνία έχει να αντικειμενοποιεί το γυναικείο σώμα. Οι φεμινίστριες το νιώθουν ως προδοσία. Λένε ουσιαστικά ότι ορισμένες συμπεριφορές δεν μπορούν να ταιριάξουν με το να είσαι φεμινίστρια. Αρκεί να σκεφτούμε το πόσο δύσκολο είναι να οριστεί τι είναι ο φεμινισμός, ποια είναι τα απαραίτητα χαρακτηριστικά του, αν πρέπει κανείς γενικά να ζει σύμφωνα με τις απόψεις του και ποιος θα τον κρίνει αν δεν τον κάνει, για να αντιληφθούμε ότι οι απαντήσεις δεν είναι τόσο εύκολες όσο μοιάζουν.

Η Έμμα Γουότσον, σε κλασική ελευθεριακή παράδοση, μοιάζει να λέει ότι η πραγμάτωση της ελευθερίας της να δείξει το στήθος της, πέρα και έξω από τις απαιτήσεις των άλλων ή τις κοινωνικές συμβάσεις, είναι η πραγμάτωση του φεμινισμού της. Οι φεμινίστριες, σε καντιανή φλέβα, μοιάζουν να λένε ότι η ελευθερία των γυναικών δεν μπορεί να συνίσταται στο να ικανοποιούν αυτόβουλα όσα η πατριαρχική κοινωνία προηγουμένως τους επέβαλε. Η ελευθερία θα πρέπει να έχει ένα λεξιλόγιο που να μη μοιάζει με αυτό της καταπίεσης. Αλλά, θα ρωτούσε κάποιος, αν η ελευθερία δεν μπορεί να διαλέξει το λεξιλόγιό της, τι σόι ελευθερία είναι;

Σαν Φρανσίσκο, 1969

Σαν Φρανσίσκο, 1969

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: Έμμα Γουότσον – ©Tim Walker/Vanity Fair