Ας το παραδεχτούμε εξαρχής: για το Φεστιβάλ Αθηνών 2017, που πλέον βρίσκεται στην εκπνοή του (στα θεατρικά απομένει μια τελευταία παράσταση αυτή την εβδομάδα, του Δημήτρη Κουρτάκη πάνω σε πεζά κείμενα του Μπέκετ), κανένας απολογισμός δεν μπορεί να διεκδικήσει πρωτεία πληρότητας. Απλωμένο από την Αθήνα στον Πειραιά, το Πέραμα και την Ελευσίνα και με έναν αριθμό θεαμάτων που έφτασε (μόνο όσον αφορά τις παραστατικές τέχνες) ήδη τα εβδομήντα και κάτι σε ενάμιση μήνα ζωής, ήταν φυσικώς αδύνατο να το παρακολουθήσει κανείς στην ολότητά του.

Ο προσδιορισμός για τις παραστατικές τέχνες έχει τη σημασία του. Αφενός το σύνολο των θεαμάτων του Φεστιβάλ, συμπεριλαμβανομένων των μουσικών, είναι πολύ μεγαλύτερο. Αφετέρου ο όρος «παραστατικές τέχνες» είναι ο μόνος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, καταχρηστικά σε κάποιες περιπτώσεις, ώστε να συμπεριλάβει ό,τι παίχτηκε αυτό τον ενάμιση μήνα: θέατρο, χορό, όπερα, μιούζικαλ, διαφόρων ειδών performances, site specific δράσεις και δρώμενα, περιπάτους και περιηγήσεις, μουσικές παραστάσεις, και άλλα ακόμη ίσως που μου διαφεύγουν.

Κωνσταντίνος Μίχος Ιφιγένεια εν..

Κωνσταντίνος Μίχος: “Ιφιγένεια εν..” στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος

Το να μπορέσει κανείς να ορίσει -και να τηρήσει τελικά- ένα χρονοδιάγραμμα παρακολούθησης του προγράμματος αποτέλεσε σίγουρα πρόκληση -ειδικά από το δεύτερο μήνα, όταν προστέθηκαν η μικρή και η μεγάλη Επίδαυρος στον προγραμματισμό-, η οποία όμως, εντέλει, ποιους αφορούσε;

Λογικά σκεπτόμενος κάποιος, δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί πως ένα Φεστιβάλ με πολυάριθμα θεάματα, πολλών ειδών, και απλωμένο απ’ άκρη σ’ άκρη, σε χώρους θεατρικούς και μη, δείχνει ενδιαφέρον και φροντίδα για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προσέλκυση θεατών στους κόλπους του. Από την άλλη, αντίθετα αποτελέσματα φέρνουν οι αυξήσεις που εφαρμόστηκαν φέτος στις τιμές των εισιτηρίων – αρκετά αισθητές, τη στιγμή μάλιστα που τα προηγούμενα χρόνια το Φεστιβάλ είχε επαινεθεί για την τιμολογιακή πολιτική του.

Αλλά και ο πλουραλισμός αυτός καθ’ αυτός μπορεί εντέλει να φέρει τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Με τις -κάθε είδους- παραστάσεις να διαδέχονται η μία την άλλη, αλλά και να αλληλοεπικαλύπτονται χρονικά, πόσο εύκολο ήταν για κάποιον να απολαύσει το Φεστιβάλ; Ή πόσο εύκολο ήταν να πορευτεί ανάμεσα στις τόσες επιλογές, ειδικά αν ήθελε να διακρίνει και πέρα από τα «σίγουρα» ονόματα; Διότι, αναμενόμενα, παραστάσεις όπως της Φολκσμπύνε, του Καστελούτσι ή του Ουίλσον ήταν γεμάτες, υπήρξαν όμως και δουλειές που δόθηκαν μπροστά σε αισθητό αριθμό άδειων θέσεων – λογικό αν συνυπολογίσει κανείς τον οικονομικό παράγοντα και το εμπόδιο του χρόνου· ακόμη κι όταν για κάποιες παραστάσεις λειτούργησε η από στόμα σε στόμα «διαφήμιση» ήταν αργά.

Φρανκ Κάστορφ - Φόλκσμπύνε Ο Παίκτης / Φιόντορ Ντοστογιέφσκι - ©Thomas Aurin

Φρανκ Κάστορφ – Φόλκσμπύνε Ο Παίκτης / Φιόντορ Ντοστογιέφσκι – ©Thomas Aurin

Όσον αφορά, δε, τα δρώμενα στην Αθήνα και τον Πειραιά, αυτά θα μπορούσαν να συστήσουν το πρόγραμμα ενός αυτόνομου Φεστιβάλ. Το ότι πολλά από αυτά ενέπλεξαν τις τοπικές κοινωνίες όχι μόνο σε ρόλο θεατή (καθώς προσέλκυσαν και κοινό εκτός του «φεστιβαλικού») αλλά και ως συμμετεχόντων είναι κέρδος και θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μελλοντική παρακαταθήκη. Φοβάμαι, όμως, πως τα συγκεκριμένα θεάματα, λόγω του χωρικού τους ανοίγματος και αφού έτρεχαν παράλληλα με το υπόλοιπο πρόγραμμα, ήταν οι χαμένοι από άποψη δημοσιογραφικής κάλυψης (και κριτικής αποτίμησης). Αλλά και πάλι, προκύπτει το ίδιο ερώτημα: πόσα και τι να πρωτοπρολάβει κανείς να δει;

Κακά τα ψέματα, ένα Φεστιβάλ θα έπρεπε να είναι αυτό που λέει το όνομά του: μια γιορτή, και όχι ένας αγώνας δρόμου. Και πρωτίστως θα έπρεπε να είναι μια γιορτή για το θεατρόφιλο κοινό, αυτό που πληρώνει και το στηρίζει, και δευτερευόντως για τους επαγγελματίες του χώρου (δημοσιογράφους, κριτικούς) που μοιράζονται μεταξύ επαγγελματικής υποχρέωσης και προσωπικού ενδιαφέροντος.

Αλλά και για τους καλλιτέχνες τους ίδιους θα ήταν ευχής έργο να μην αποτελεί η συμμετοχή στο Φεστιβάλ αγώνα δρόμου. Περίοδος ανάπαυσης και ανασυγκρότησης μεταξύ χειμερινής και θερινής σεζόν δεν υπάρχει πια, αποτελεί μάλλον πολυτέλεια στην Ελλάδα των καταργημένων επιχορηγήσεων και της αμφίβολης οικονομικής επιβίωσης μέσω της τέχνης. Έτσι, οι ελληνικές παραγωγές αφορούν παραστάσεις που έχουν δουλευτεί όπως και όσο επιτρέπoυν αυτά τα στενά χρονικά περιθώρια, ενώ η παρουσίασή τους για δυο-τρεις φορές το πολύ δεν τους επιτρέπει να πάρουν το χρόνο που χρειάζονται ώστε να «δέσουν», ή, εξίσου σημαντικό, να καταγραφούν μέσα μας, να αφήσουν το στίγμα τους, να ξεσηκώσουν συζητήσεις μακροβιότερες της μιας ημέρας.

Χρήστος Θεοδωρίδης – Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων ​Η σφαγή των Παρισίων / Κρίστοφερ Μάρλοου

Χρήστος Θεοδωρίδης – Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων ​Η σφαγή των Παρισίων / Κρίστοφερ Μάρλοου

Η φετινή έναρξη του Φεστιβάλ με μια περσινή επανάληψη (της «Σφαγής των Παρισίων» συγκεκριμένα), και μάλιστα για τέσσερις μέρες, κατέδειξε κάτι σημαντικό: οι παραστάσεις χρειάζονται το χρόνο τους, όπως και οι θεατές, αλλά το Φεστιβάλ με το όλο και μεγαλύτερο πρόγραμμα τείνει να λειτουργήσει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της αίσθησής (μου) πως οι παραστάσεις δίνονται, βλέπονται και ξεχνιούνται την επομένη αποτέλεσε η δουλειά του Σίμου Κακάλα. Δημιουργήθηκε επί τούτου για να ενοχλήσει, να δυσαρεστήσει, να διχάσει δημιουργώντας «φίλους» και «εχθρούς» -άρα να συζητηθεί-, κι όμως η επίδρασή της διάρκεσε μετά βίας τις τρεις ημέρες της παρουσίασής της.

Άλλες παραστάσεις με άφησαν με την αίσθηση πως ήθελαν χρόνο, ίσως στην προετοιμασία τους ίσως στο δέσιμό τους επί σκηνής, όπως «Το κορίτσι που πέφτει» της Λίλο Μπάουρ, που της έλειπε ρυθμός και κάποια συνοχή -θέματα όμως που μπορούν να λυθούν αν υπάρξει χρόνος-, ή πως απαιτούσαν από εμάς χρόνο και χώρο για την επεξεργασία τους, όπως της Ζωής Χατζηαντωνίου, που με τις «Προεδρίνες» του Βέρνερ Σβαμπ μας σύστησε ένα δύστροπο έργο.

Ζωή Χατζηαντωνίου Οι προεδρίνες / Βέρνερ Σβαμπ - ©Kiki Pap

Ζωή Χατζηαντωνίου: Οι προεδρίνες / Βέρνερ Σβαμπ – ©Kiki Pap

Ακόμη και παραστάσεις που τα κατάφεραν καλύτερα στο επίπεδο της σκηνικής πραγμάτωσης, όπως, π.χ., το «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι» της Γεωργίας Μαυραγάνη (γεγονός όχι άσχετο -πλην της αδιαμφισβήτητης καλλιτεχνικής επάρκειας των συντελεστών- με το ότι είχαμε να κάνουμε με καλή δραματουργία), έθεσαν με άλλο τρόπο το θέμα του χρόνου, ως δουλειές που αξίζουν συνέχειας.

Όπως και να ‘χει, αν το πάρουμε απόφαση πως το Φεστιβάλ Αθηνών έχει μετατοπίσει εδώ και λίγα χρόνια τον προσανατολισμό του και εστιάζει πλέον ιδιαίτερα στην εγχώρια καλλιτεχνική παραγωγή, θα πρέπει να αρχίσουμε να το αντιμετωπίζουμε ως κρίκο μιας αλυσίδας παρά ως αυτόνομο θεσμό, ως σημείο εκκίνησης παραστάσεων που αναμένουμε να δοκιμαστούν και έξω από τους κόλπους του.