Η Suburra ήταν γειτονιά της αρχαίας Ρώμης, έδρα του υποκόσμου της εποχής, γεμάτη καταγώγια και οίκους ανοχής. Η σύγχρονη Suburra θα μπορούσε να είναι η ίδια η Ιταλία. Όχι μόνο μια χώρα σε σήψη, αυτό αφορά πρωτίστως την κοινωνία όταν το λέμε, αλλά μια χώρα που την κυβερνά η Μαφία που αν και σήμερα δε σκοτώνει όσο στο παρελθόν, διαφθείρει συστηματικά και στρατηγικά σύμφωνα με την πιο εξελιγμένη πολιτική της.  Άλλωστε, η Ιταλία, σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας, κατέχει τα πρωτεία της πλέον διεφθαρμένης χώρας στην Ευρώπη.

Suburra, (Ρώμη, πρωτεύουσα της μαφίας), είναι ο τίτλος του μυθιστορήματος που έγραψαν ο δημοσιογράφος Carlo Bonini και ο δικαστής και μυθιστοριογράφος Giancarlo De Cataldo. Πρόκειται για ένα έργο προφητικό εξαιτίας του μεγάλου σκανδάλου που ξέσπασε ένα χρόνο μετά τη συγγραφή του – το σκάνδαλο της Mafia capitale – με πρωταγωνιστές και πλοκή που ξεπερνούν σε πολλές στιγμές τη φαντασία των δημιουργών του. Το βιβλίο βασίζεται στους τελευταίους έξι μήνες της διακυβέρνησης Μπερλουσκόνι (Ιούνιος-Δεκέμβριος 2011) και μιλά για το μεγάλο και «εμπνευσμένο σχέδιο» της μεταμόρφωσης της παραλιακής Όστια σε Λας Βέγκας ή καλύτερα Ντουμπάι.

Για την ιστορία, το σχέδιο μπόρεσε να το μπλοκάρει μόλις το 2014, o δήμαρχος της Ρώμης Ιγνάτσιο Μαρίνο. Στη Ρώμη του 2011 κανένας δε μπορεί να δώσει μια καθαρή απάντηση για το ποιος ασκούσε εξουσία, με το καμπανάκι της οικονομικής κρίσης να έχει χτυπήσει και με τις πρώτες επιπτώσεις της να καταγράφονται στο ανάγλυφο των κατοίκων της. Το Κοινοβούλιο και οι εκλεγμένοι πολιτικοί του, το Βατικανό και η σιδηρά πολιτική του, η Μαφία που είναι επισήμως ο τρίτος πόλος της εξουσίας –όπως τελικά αποδεικνύεται από την ιστορία- έχουν το δικό τους κυρίαρχο ρόλο  σε μια πόλη εθισμένη στον υπόκοσμο και τη διαφθορά.

Στο μυθιστόρημα παρελαύνουν, μεταξύ πολλών άλλων, ο Σαμουράι, πρώην επικεφαλής φασιστικής ομάδας και νυν ηγετικός γκάνγκστερ, ένας φαύλος και σεξομανής σοσιαλιστής πολιτικός, ιερείς που εμπλέκονται σε πράξεις διαφθοράς, ο ακέραιος «μπάτσος», μέλος της ελίτ των καραμπινιέρων, προερχόμενος βέβαια από τα πιο σκοτεινά βάθη της μαφίας. Και ναρκωτικά, παντού και πάντα. Οι μηχανισμοί του εγκλήματος και της εξουσίας σφιχταγκαλιασμένοι όσο ποτέ άλλοτε. Οι συγγραφείς περιγράφουν την αιώνια πόλη βουτηγμένη στην αμαρτία και σε ένα παράδεισο παρανομίας στον οποίο εκτός των άλλων πρωταγωνιστούν και ανήλικα κορίτσια που προορίζονται για την ευχαρίστηση των «αρχόντων», κάτι που θυμίζει την εποχή Μπερλουσκόνι και τα περίφημα ροζ σκάνδαλα τα οποία – εκτός των άλλων – έβαλαν τέλος στην πολιτική διαδρομή του «μεγάλου παλιάτσου» της Ευρώπης.

H ματωμένη ιστορία της Μαφίας της Πρωτεύουσας

Το καλοκαίρι του 2017, η μεγαλύτερη δίκη κατά του οργανωμένου εγκλήματος στη σύγχρονη ιστορία της Ιταλίας έφτασε στο τέλος της, μετά από δυο σχεδόν χρόνια, με τη δήμαρχο της Ρώμης Βιρτζίνια Ράγκι, που ήταν παρούσα στην απόφαση, να ομολογεί πως η Ρώμη έχει μια βαθιά πληγή από μια εγκληματική οργάνωση ικανή να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές αποφάσεις της πόλης. «Πληρώνουμε το τίμημα κάθε μέρα, πρέπει να επουλώσουμε το τραύμα δια της οδού της νομιμότητας, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο και να κρατήσουμε τα μάτια μας ανοιχτά απέναντι στη διαφθορά ανά πάσα στιγμή», δήλωσε.

Το γενικό συμπέρασμα ήταν πως το οργανωμένο έγκλημα είχε εισχωρήσει βαθιά στα ανώτερα κλιμάκια της πολιτικής σκηνής της πρωτεύουσας και θησαύριζε ακόμα και σε βάρος των προσφύγων, με πάρε – δώσε μαφιόζων και πολιτικών και γνωστές πρακτικές «αλληλοβοήθειας», που μεταφράζονται τελικά με την κατασπατάληση εκατομμυρίων ευρώ δημόσιου χρήματος που κατέληξαν στις τσέπες εγκληματιών. Το σκάνδαλο έγινε ευρύτερα γνωστό με τον τίτλο “Mafia Capitale”, ενώ από τους 46 κατηγορούμενους οι 17 δεν εμφανίστηκαν ποτέ στη δίκη, γιατί ομολόγησαν και κινδυνεύουν να εκτελεστούν από τους μαφιόζους. Το υλικό που έφτασε στα χέρια των δικαστών ήταν συνομιλίες διάρκειας 36.000 ωρών, μαζί και videos με παράνομες συναλλαγές και συζητήσεις με κεντρικό θέμα «πώς χειραγωγείται το σύστημα».

Ο γενναίος εισαγγελέας που έβαλε τα χέρια του στην υπόθεση ήταν ο Τζουζέπε Πινιατόνε, αυτός που χρόνια πριν, ως δημόσιος κατήγορος, οδήγησε στη σύλληψη και τη φυλάκιση των ηγετών της Cosa Nostra, κυρίαρχης οργάνωσης στην περιοχή του Παλέρμο και στη συνέχεια στάθηκε απέναντι στην ‘Ndrangheta, την πιο επικίνδυνη απ’ όλες τις εγκληματικές οργανώσεις, της οποίας τα ετήσια έσοδα που κυμαίνονται κοντά στα 53 δισεκατομμύρια ευρώ. Στις 19 Μαρτίου του 2012, ο Πινιατόνε διορίστηκε γενικός εισαγγελέας της Ρώμης. Λίγους μήνες αργότερα δήλωσε πως «στη Ρώμη υπάρχουν πολλές εγκληματικές οργανώσεις, κάποιες εκ των οποίων συνεργάζονται και διασφαλίζουν ότι δεν θα υπάρξουν αψιμαχίες μεταξύ τους: αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να κάνεις δουλειές. Υπάρχει ένας κόσμος που ζει… στη μέση, μεταξύ των ζωντανών που είναι από πάνω και των νεκρών που είναι κάτω από τη γη. Αυτοί οι άνθρωποι ζουν στις σκιές».

Μάσιμο Καρμινάτι, ο αυτοκράτορας του εγκλήματος και της διαφθοράς

Οι έρευνες των αρχών οδήγησαν σε στοιχεία που ήθελαν πλήθος πολιτικών και επιχειρηματιών να χρηματίζονται από τον Μάσιμο Καρμινάτι. Το βιογραφικό του τα λέει όλα. Γεννημένος στο Μιλάνο το ’58, άρχισε να συχνάζει από έφηβος στα στέκια εγκληματιών της Ρώμης και των πολιτικών εξτρεμιστών και έγινε φίλος με τον Βαλέριο Φιοραβάντι, ηγέτη της ακροδεξιάς τρομοκρατικής οργάνωσης «Ένοπλοι επαναστατικοί πυρήνες». Ήταν αυτός που έκανε και τον «αρραβώνα» με την Μπάντα ντε λα Μαλιάνα, εγκληματική οργάνωση που έλεγχε τις περισσότερες παράνομες δραστηριότητες, στην πρωτεύουσα της Ιταλίας. Οι δυο οργανώσεις είχαν πλούσια δράση στην οποία συμπεριλαμβάνονται εκρήξεις – ανάμεσά τους η επίθεση στον κεντρικό σταθμό της Μπολόνια, με 85 νεκρούς και 200 τραυματίες – δολοφονικές επιθέσεις και η δολοφονία του εκδότη της Osservatorio Politico, Καρμίνε Πεκορέλι. Ο Καρμινάτι θεωρείται ύποπτος, προσπαθεί να διαφύγει στην Ελβετία και σε μια ανταλλαγή πυρών χάνει το μάτι του. Αλλά καταφέρνει να γίνει αφεντικό του οργανωμένου εγκλήματος, που γλύτωνε πάντα με μικρές ποινές ή με αθωωτικές αποφάσεις.

Μάσιμο Καρμινάτι

Όταν συνελήφθη ως εγκέφαλος της Mafia Capitale, αποκαλύφθηκε ανάμεσα στους συνεργούς του και ο Τζιάνι Αλεμάνο, δήμαρχος της Ρώμης από τον Απρίλιο του 2008 έως τον Ιούνιο του 2013, φίλος του Μπερλουσκόνι και με στενές σχέσεις με τις ακροδεξιές οργανώσεις. Παρόλο που ο Καρμινάτι δεν άνοιξε ποτέ το στόμα του, συνελήφθησαν 37 συνεργάτες του, ανάμεσά τους και ο πρόεδρος της επιτροπής κατά της διαφθοράς, Ίταλο Βάλτερ. Με «υπαρχηγό» έναν διαβόητο εγκληματία, τον Σαλβατόρε Μποζί , ο Καρμινάτι φρόντιζε να ξεπλένει τα χρήματα της Mafia Capitale, ακόμα και με την ενίσχυση της καμπάνιας του Ματέο Ρέντζι για την πρωθυπουργία. Συνελήφθησαν εξαιτίας ενός συστήματος με βίντεο παρακολούθησης στα οποία «κελαηδούσαν» κανονικά, ενώ στο κατηγορητήριο περιγράφεται ο τρόπος που η μαφία δωροδοκεί τις αρχές, ώστε να κερδίζει πρόσβαση σε επικερδή δημόσια έργα. Ένα από αυτά ήταν το σχέδιο της ανάπλασης του παραλιακού μετώπου της Όστια, παρόλο που όπως φαίνεται η πιο επικερδής επιχείρηση ήταν η φιλοξενία προσφύγων σε ξενοδοχεία έξω από τη Ρώμη, η οικοδόμηση κέντρων φιλοξενίας για τα οποία εισέπρατταν αμύθητα ποσά.

«Αυτό που θέλουν οι μαφιόζοι, είναι να ανοίξουν τα περισσότερα δυνατά ξενοδοχεία, ώστε να φιλοξενηθούν οι περισσότεροι δυνατοί πρόσφυγες, γιατί όσο πιο πολλοί μένουν εκεί, τόσα περισσότερα χρήματα κερδίζει η μαφία», βροντοφώναζε το φιλανθρωπικό σωματείο  Caritas. Αν κάποιος κάνει το λογαριασμό για το πόσο παίρνει η μαφία για καθέναν από τους πρόσφυγες που φιλοξενούνται στα κέντρα της εκτός Ρώμης – γι’ αυτό και οι ακροδεξιοί απομακρύνουν από την αιώνια πόλη τους μετανάστες με τρομερές επιθέσεις και αιματηρές επιθέσεις στους ξενώνες φιλοξενίας-  θα καταλάβει πως πρόκειται για ένα πακτωλό χρημάτων.

Ο 59χρονος Καρμινάντι καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια φυλακή. Το πρωτοπαλίκαρό του, ο Μποζί σε 19 χρόνια. Βρίσκονται ήδη, πριν από τη δίκη σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, που τους αποκόπτουν από την επαφή με τα μέλη της οργάνωσης. Το βέβαιο είναι πως ο υπόκοσμος της Ρώμης, ακόμα και σήμερα δεν είναι ακυβέρνητος.

Info:

Το μυθιστόρημα των Κάρλο Μπονίνι και Τζανκάρλο ντε Κατάλντο  «Suburra (Ρώμη, πρωτεύουσα της μαφίας)», σε μετάφραση Έφης Καλλιφατίδη, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία.