Ένα πρόβλημα υγείας με κράτησε ένα μήνα στο μεγαλύτερο νοσοκομείο της χώρας (και έπεται συνέχεια αλλά δεν είναι η υγεία μου το θέμα μας). Δεν είχα ξανανοσηλευθεί εκτός από μια φορά, αλλά τότε ήμουν πολύ μικρός, ούτε 10 ετών: είχα πέσει από το μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου και είχα μείνει κάποιο καιρό στο Παίδων αλλά δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα. Μόνο ότι έπαιζα Γκρινιάρη και Φιδάκι, έτρωγα κομπόστα και έπινα εκείνες τις πορτοκαλάδες τις συμπυκνωμένες που έπρεπε να τις αραιώσεις με νερό.

Τις περισσότερες μέρες (που ήταν καλές μέρες) ήμουν «περιπατητικός» ασθενής – όρος που σημαίνει (προφανώς) ότι μπορούσα να περπατάω μόνος και που στο άκουσμά του γιατροί και νοσηλευτές χαμογελούν με ανακούφιση: δεν πρέπει να σου βρίσκουν καροτσάκι, δεν πρέπει να αγχώνονται να βρουν τραυματιοφορέα, σε στέλνουν μόνο σου να κάνεις τον υπέρηχο ή την ακτινογραφία και γενικώς η βαρυφορτωμένη ζωή τους γίνεται πιο εύκολη. Επίσης περπατάς, πράγμα που σου κάνει καλό ό,τι και να έχεις. Και περπατώντας βλέπεις και το νοσοκομείο, τη ζωή του, τις νόρμες του, τη ρουτίνα του.

Το νοσοκομείο είναι μια κυψέλη. Είναι αποκομμένο από τον έξω κόσμο με τον τρόπο μιας φυλακής ή ενός resort: η έξω ζωή μόνο ως απόηχος φτάνει στο νοσοκομείο – και μάλιστα απόηχος θαμπός και καθόλου ενδιαφέρων. Η ζωή του νοσηλευόμενου δομείται πλέον γύρω από άλλα ορόσημα: τις ώρες του πρωινού, μεσημεριανού και βραδινού, τις ώρες που περνούν οι γιατροί, τις ώρες που είναι να πάρει τα χάπια του και τις ώρες του επισκεπτηρίου. Το φαγητό δεν είναι πια απόλαυση αλλά καθήκον (“πρέπει να τρώτε”). Οι γιατροί περνάνε το πρωί και η στιγμή είναι οριακή, σαν να έρχεται επίσκεψη κάποιος σταρ: τους περιμένεις με καρδιοχτύπι και κρέμεσαι από τα χείλη τους, προσπαθείς να καταλάβεις αν το βλέμμα τους είναι αισιόδοξο ή όχι, ψελλίζεις ερωτήσεις που εμφανώς τους εκνευρίζουν (μιας και δεν έχουν σίγουρες απαντήσεις). Όσο για το επισκεπτήριο, είναι εντελώς εκπληκτικό το γεγονός ότι οι άνθρωποι που έρχονται να σε δουν δεν φέρνουν κάτι από τον έξω κόσμο στο άσπρο, αποστειρωμένο δωμάτιο. Αντίθετα, είναι αυτοί που μπαίνουν στο πνεύμα του νοσοκομείου, παρασύρονται στη λογική του – και φεύγοντας παίρνουν μια βαθιά ανάσα να τινάξουν τη νοσοκομίλα από πάνω τους. Το νοσοκομείο είναι σαν μαύρη τρύπα, ρουφάει ό,τι βρεθεί κοντά του.

Παρότι ευσεβώς άπιστος, δεν μπόρεσα να μη σημειώσω την παρουσία του θεού. Άνθρωποι που προσεύχονται δυνατά, άνθρωποι που κλαίνε με τη λέξη Παναγία στα χείλη, σταυροκοπήματα, εικόνες. Κι εμένα μου έκανε δώρο μια πλαστική εικονίτσα μια άγνωστη κυρία: «πάρτο παληκάρι μου, το παιδάκι μου το βοήθησε ο θεός κι έγινε καλά». Έξω από το παρεκκλήσι μια κυρία κάνει το σταυρό της και λέει χαμογελαστά: «η Παναγία δεν θα μας αφήσει έτσι. Όλα θα πάνε καλά». Η βεβαιότητα στη φωνή της με σοκάρει. Η κατάφασή της είναι τόσο έντονη που θαρρείς και είναι απτή. Ζηλεύω λίγο την ψυχική δύναμη, το αντιστήριγμα που της δίνει η πίστη της, η εμπιστοσύνη της δηλαδή που την κάνει να αφήνεται στα χέρια και στην αγάπη του θεού της.

«Ο Ευαγγελισμός είναι το μεγαλύτερο νοσοκομείο της χώρας και αυτό που συμβαίνει στην εφημερία του δεν μπορείς να το καταλάβεις αν δεν το δεις»

Ο Ευαγγελισμός είναι το μεγαλύτερο νοσοκομείο της χώρας και αυτό που συμβαίνει στην εφημερία του δεν μπορείς να το καταλάβεις αν δεν το δεις: ένα ιδιότυπο συλλαλητήριο πόνου, η μεγαλύτερη αναγκαστική μάζωξη ανθρώπων στην Αθήνα. Κανείς δεν θέλει να βρίσκεται εδώ, να περιμένει ώρες, να αγανακτεί, να εξοργίζεται. Το νοσοκομείο είναι υποστελεχωμένο, λόγω περικοπών, παίρνει πάντα το φθηνότερο (με αποτέλεσμα το οινόπνευμα να μην έχει βαθμούς και το λευκοπλάστ να μην κολλάει), πολλά πράγματα λείπουν (καμιά φορά μέχρι και πάπιες ή γάζες). Και μέσα σ’ όλο αυτό, ο φωτεινός γαλαξίας με τα αστέρια: οι γιατροί και οι νοσηλευτές. Αν δεν ζήσετε μέσα σε ένα νοσοκομείο δεν θα αντιληφθείτε ποτέ πλήρως τον ηρωισμό τους. Η θωρακοχειρουργός που ήρθε 7 το πρωί, έκανε 2 χειρουργεία και είδε τους νοσηλευόμενους της μέχρι τις 3, μετά έκανε σερί εφημερία μέχρι την άλλη μέρα το πρωί βλέποντας επείγοντα και καπάκι έκανε το ωράριο της ξαναχειρουργώντας (32 ώρες άυπνη και όρθια) πήρε μειωμένο μισθό αυτό το μήνα και άκουσε τον Πολάκη να τη βρίζει. Η νοσηλεύτρια που τις ίδιες 32 ώρες δούλεψε άοκνα, πήρε θερμοκρασίες και αίματα, ξεσκάτισε, χάιδεψε μέτωπα χαμογελώντας, κράτησε χέρια και είπε «έλα παληκάρι μου, λίγη υπομονή», φρόντισε τους μοναχικούς, έδωσε τα φάρμακα, κουμαντάροντας μόνη ένα θάλαμο με έξι κρεβάτια και τρία ράντζα, έχει να πληρωθεί εφημερίες κι εγώ δεν ξέρω από πότε. Και της κόβει ο Πολάκης τα λεφτά γιατί τη θεωρεί μεσαία τάξη με τα λίγα κατοστάρικα που παίρνει. Το κράτος απουσιάζει από τη δημόσια υγεία: η ζωή μας (όλων μας) επαφίεται στον πατριωτισμό, τον ηρωισμό και το αίσθημα ευθύνης μερικών χιλιάδων γιατρών και νοσηλευτών του ΕΣΥ.

Κάθομαι στο καφέ του νοσοκομείου και κοιτάω τους γύρω μου. Άλλοι είναι λιγότερο άρρωστοι από μένα, άλλοι περισσότερο. Βλέπω έναν νεαρό με ορό σε καροτσάκι και την κοπέλα του να τον φιλάει. Το χέρι του είναι μέσα από τη μπλούζα της. Θυμάμαι την «Πτέρυγα Καρκινοπαθών» του Σολζενίτσιν όπου διαβάζουμε την ιστορία ενός αρρώστου που ακούει από τους γιατρούς του ότι οι ακτινοβολίες που θα κάνει θα τον αφήσουν σεξουαλικά ανίκανο. Μήνες μετά, βγαίνει από το νοσοκομείο, παίρνει το τραμ και μέσα στο συνωστισμό το σώμα του τρίβεται πάνω στο σώμα μιας γυναίκας. Ω! του θαύματος ο νεαρός διεγείρεται και βιώνει μια έκσταση χαράς. Μέσα στο κράτος της νοσοκομειακής κυψέλης, η ζωή είναι οργανωμένη (για να θυμηθούμε τη Λένα Πλάτωνος και τις Μάσκες Ηλίου της). Ο έρωτας είναι ίσως ο μόνος τρόπος να φάει κανείς το μέλι.