Δείτε πού παίζoνται οι ταινίες

Δυο αμερικάνικες ταινίες, μια μέινστριμ και μια πιο σινεφίλ, που κινούνται γύρω από έναν κοινό άξονα: ο Τζέικ Τζίλενχαλ στο «Ξανά από την Αρχή» και η Ελίζαμπεθ Μος στη «Βασίλισσα της Γης», ζούσαν μέσα σε ένα προστατευμένο περιβάλλον, σε μια φούσκα, που θα σκάσει ξαφνικά, με αποτέλεσμα να χάσουν εντελώς το έδαφος κάτω από τα πόδια τους και να αρχίσουν να αντιδρούν με τρόπο περίεργο έως και οριακό.  Φούσκα – απώλεια – πένθος – ανισορροπία.

Demolition

Στο «Ξανά από την Αρχή» τα καλά νέα για τον θεατή ξεκινούν από το πώς κινηματογραφούνται τα κακά νέα. Η ταινία ξεκινά με ένα τροχαίο ατύχημα που δίνεται με τρόπο ευρηματικό, προσπαθώντας να εντυπωθεί στη μνήμη όχι δια της θεαματικότητας, αλλά δια του συναισθηματικού αποτυπώματός της. Κι αμέσως μετά θα δούμε φευγαλέα ένα αλλόκοτo πλασματάκι σαν κούκλα, που μοιάζει να παρείσφρυσε από αλλού, σαν να ήμασταν σε ταινία του Ντέιβιντ Λιντς. Δεν είμαστε σε ταινία του Ντέιβιντ Λιντς, δεν πρόκειται να γίνουν τρομεροί πειραματισμοί με την αφήγηση, η ταινία είναι, είπαμε, μέινστριμ, το πλασματάκι θα εξηγηθεί μερικά λεπτά αργότερα, αλλά αυτό το μικρό μπόλιασμα είναι ενδεικτικό μιας βασικής αρετής του έργου. Ενώ βάσει της ιστορίας που εξελίσσεται, θα μπορούσε να είναι μια ακόμη από τις πολλές αντιστοίχου θεματικής ταινίες, ο σκηνοθέτης Ζαν Μαρκ Βαλέ σε συνεργασία με τον μοντέρ του, πειράζουν το «Ξανά από την Αρχή» τόσο όσο. Τόσο όσο ώστε να μην ξενίζει ή δοκιμάζει τις αντοχές του μεγάλου κοινού, αλλά και τόσο όσο ώστε να καθιστούν την παρακολούθησή του ευφρόσυνη στο μάτι, μην αφήνοντάς το να τεμπελιάσει και ζητώντας του να παρακολουθεί ενεργά. Πρόκειται βέβαια για έναν συμβιβασμό και οι συμβιβασμοί δεν μπορούν να γεννήσουν κάτι αληθινά συναρπαστικό, αλλά πρόκειται επίσης και για μια ένεση μικρής ευπρόσδεκτης φρεσκάδας.

Αποτέλεσμα εικόνας για demolition movie

Δίπλα, και σε ένα βαθμό παράλληλα, με την ευπρόσδεκτη αφήγηση της ταινίας, υπάρχει και η ευπρόσδεκτη σκιαγράφηση του κεντρικού χαρακτήρα της ταινίας. Χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρος ότι είναι εντελώς ηθελημένο σεναριακά αυτό που θα πω, ή αν απλά εγώ δεν μπόρεσα να το αποκρυπτογραφήσω με σιγουριά, πάντως χαίρομαι που έμεινα με την αμφιβολία για το τι στα αλήθεια ένιωθε για τη γυναίκα του. Αμφιβάλλω δηλαδή αν η συνειδητοποίηση που τον συγκλονίζει, η συνειδητοποίηση ότι δεν αγαπούσε στα αλήθεια την γυναίκα του, είναι εντελώς βάσιμη, ή αν αντίθετα το σοκ και το πένθος τον μπλοκάρουν τόσο, ώστε να αμφισβητεί τα αισθήματά του. Ο Ντέιβις, ο ήρωας που υποδύεται ο Τζίλενχαλ, λέει και ξαναλέει ότι καταλαβαίνει πως δεν την αγαπούσε και πως δε νιώθει τίποτα τώρα που αυτή πέθανε, κι όμως βλέπουμε να παρεμβάλλονται στα μάτια του και τα μάτια μας, συνεχώς κοφτές εικόνες ευτυχίας μαζί της. Αλλά είναι εικόνες που επαναλαμβάνονται. Μήπως το πόιντ είναι ότι ήταν λίγες; Ή μήπως όλη αυτή η ενοχή που δεν πονάει αληθινά και που δεν αγάπησε αληθινά, είναι μόνο ένας μηχανισμός αντιμετώπισης του πένθους; Μήπως η συνειδητοποίηση αυτή είναι λιγότερο επώδυνη από την συνειδητοποίηση της απώλειας;

Ο Ντέιβις είναι ένας άνθρωπος που στη ζωή τού ήρθαν όλα εύκολα. Ή έτσι τα εισπράττει. Αμέσως άρεσαν ο ένας στον άλλο όταν πρωτοσυναντήθηκαν με τη γυναίκα του, αμέσως έκαναν έρωτα, ο πατέρας της είναι πολύ πλούσιος τραπεζικός επενδυτής και τον πήρε υπό την προστασία του μαθαίνοντάς του τη δουλειά, στην οποία τώρα έχει ψηλή θέση. Ο Ντέιβις λέει ότι την πολλή δουλειά την κάνουν οι υφιστάμενοί του και αυτός απλά παίρνει το κρέντιτ και καταλαβαίνουμε ότι λέει και δεν λέει αλήθεια. Ότι λέει μια γενικότερη αλήθεια την οποία χρεώνεται σαν να αφορά μόνο εκείνον. Ο Ντέιβις είχε μπει σε έναν αυτόματο ευμάρειας και πήγαινε. Και μολονότι ήταν εντελώς ενταγμένος στη ζωή αυτού του κόσμου, ταυτόχρονα ήταν και απών, το μυαλό του ταξίδευε, δεν έδινε προσοχή στα σημειώματα της γυναίκας του, στα λόγια της γυναίκας του, ίσως και στην ίδια τη γυναίκα του, ίσως και στην ίδια τη ζωή του.

Demolition

Όταν έρθει το δυστύχημα και η απώλεια, ο Ντέιβις αρχίζει να ξεφεύγει από τον πόνο με δυο τρόπους. Ο πρώτος είναι ότι αρχίζει να γράφει στην εταιρία που έχει τα αυτόματα μηχανήματα στο νοσοκομείο, για μια σοκολάτα, που μολονότι έβαλε το κέρμα δεν μπόρεσε να πάρει, την ώρα που πεινούσε πολύ και που μόλις είχε πεθάνει η γυναίκα του. Κι αρχίζει να γράφει την ιστορία της ζωής του και να αυτοψυχαναλύεται, θυμίζοντας κάπως τον Τζακ Νίκολσον στο «Σχετικά με τον Σμιντ» του Αλεξάντερ Πέιν. Ο δεύτερος τρόπος είναι ότι αρχίζει να σπάει πράγματα για να δει υποτίθεται από τι είναι φτιαγμένα. Μολονότι ο αυθεντικός τίτλος της ταινίας είναι “Demolition”, ακόμη και αν το σενάριο ήθελε να δώσει πολύ μεγάλη έμφαση σε αυτή την κατεδάφιση του παλιού του κόσμου, στο κινηματογραφημένο σώμα της ταινίας βλέπεις ότι η εστίαση δεν γίνεται εδώ.

Αν έχω μια ένσταση, είναι ότι στην τελική ευθεία της ταινίας μπαίνουν από το πουθενά δυο θέματα που δεν είμαι σίγουρος αν κάνουν την ταινία πιο πλούσια σε προβληματισμούς, ή αν αντίθετα φορτώνουν τεχνητά μια ως τότε καθαρή σεναριακή γραμμή. Ο Τζίλενχαλ είναι δεδομένα σημαντικό μέγεθος, η Ναόμι Γουότς εκτός από καλή ηθοποιός είναι κι ένα από τα ομορφότερα πρόσωπα των πολλών τελευταίων ετών, ενώ ο Κρις Κούπερ φτιάχνει με τα ελάχιστα μια ερμηνεία πολύ συγκινητική.

Αποτέλεσμα εικόνας για queen of earth

Σε αντίθεση με τη φούσκα του Τζέικ Τζίλενχαλ, στη «Βασίλισσα της Γης» η φούσκα της Ελίζαμπεθ Μος μοιάζει να την κάλυπτε πλήρως. Ο πατέρας της, που ήταν ένας πολύ αναγνωρισμένος και πετυχημένος εικαστικός, την είχε υπό τη σκέπη του, καθώς το επάγγελμά της ήταν να διαχειρίζεται τις πάσης φύσεως υποθέσεις του. Είναι κι εκείνη καλλιτέχνης, ζωγραφίζει, αλλά δεν φαίνεται να εισέπραττε τη σκιά του πατέρα της ως βάρος, της αρκούσε να ζωγραφίζει ιδιωτικά. Και αν τη μισή σιγουριά την αντλούσε από τον πατέρα της, την άλλη μισή την αντλούσε από τον σύντροφό της, που ήταν εξαιρετικά δοτικός και από τον οποίο εξαρτιόταν πολύ. Και οι πυλώνες στους οποίους στηριζόταν καταρρέουν σχεδόν ταυτόχρονα: την αυτοκτονία του πατέρα της από κατάθλιψη την ακολουθεί μετά από σύντομο χρονικό διάστημα η ανακοίνωση του χωρισμού από τον φίλο της. Και μαζί με τον κόσμο της καταρρέει και η ίδια. Αν ο Τζίλενχαλ προσπαθεί να καταλάβει γιατί δε νιώθει κάτι, εκείνη τα νιώθει όλα σαν είναι πολύ κοντά και πολύ έντονα.

Αποτέλεσμα εικόνας για queen of earth

Σε αντίθεση με το «Ξανά από την Αρχή» που με κέρδισε με το καλημέρα, το καλημέρα της «Βασίλισσας της Γης» με έφερε απέναντί του. Η ταινία ξεκινά με ένα κοντινό στο πρόσωπο της Μος, που από το κλάμα έχει βαφτεί ολόκληρη με μπογιές του μακιγιάζ της. Μπαίνουμε κατευθείαν στα βαθιά, καθώς η ταινία ξεκινά με την ανακοίνωση του χωρισμού. Και πρώτη σκέψη που μου πέρασε από το μυαλό με το κοντινό απευθείας στα μούτρα μας, είναι ότι είναι σχεδόν πορνογραφική η σκηνή, ότι υπάρχει μια πορνογραφία του πόνου. Από εκεί και ύστερα και καθώς μεταφερόμαστε μαζί με την ηρωίδα στο εξοχικό της καλύτερης της φίλης, που αναλαμβάνει να τη φιλοξενήσει για μερικές μέρες, προκειμένου να της συμπαρασταθεί και ταυτόχρονα να μετακομίσει και ο φίλος της από το κοινό διαμέρισμα που είχαν, άρχισα σταδιακά να αλλάζω διάθεση και η ταινία κατάφερε να με βάλει μέσα της. Και πάλι όμως προς το τέλος διαπίστωσα ότι δεν καιγόμουν ιδιαίτερα για να μάθω τι θα συμβεί με την ηρωίδα και τη φίλη της.

Αποτέλεσμα εικόνας για queen of earth

Ενδεχομένως να μην καίγεται και ο ίδιος ο δημιουργός τους, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Άλεξ Ρος Πέρι, ενδεχομένως να τον ενδιέφερε βασικά η συνθήκη που εγκατέστησε στο εξοχικό. Και είναι σαφώς μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνθήκη, είναι σαφώς μια συνθήκη και μια σχέση που έχει λόγο ύπαρξης, που σε ακουμπάει. Και είναι νομίζω κι ένα πεδίο πολύ ανεξερεύνητο. Δε συνηθίζουμε να βλέπουμε τέτοιου είδους σχέσεις στο σινεμά, σαν τη σχέση της Eλίζαμπεθ Μος με την Κάθριν Γουότερστον. Η σχέση των δυο γυναικών ζωγραφίζεται με χρώματα νοσηρά. Ζηλεύουν η μια τους φίλους της άλλης, τους μιλάνε άσχημα, τους φέρονται άσχημα, μειώνει η μια την άλλη. Διακηρύσσουν βέβαια σε άλλες φάσεις πως αγαπιούνται πάρα πολύ. Η αγάπη τους όμως έχει κάτι το νοσηρό, το ζηλόφθονο, το ανταγωνιστικό, το ιδιοκτησιακό, το αμοιβαία απαξιωτικό, το αμοιβαία κακομαθημένο.

Ο Άλεξ Ρος Πέρι γράφει με πολύ στυλ, σκηνοθετεί με πολύ στυλ, καταφέρνει να φτιάξει μια ταινία που αφήνει ίχνος. Και στηρίζεται σε δυο ερμηνείες πρώτης τάξης. Δεν είμαι σίγουρος αν η ουσία της ταινίας είναι ακριβώς αντίστοιχη του ύφους και του ίχνους της, αλλά αυτό σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι πρόκειται για ταινία που προσπαθεί μόνο να εντυπωσιάσει και που πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Η μουσική της πάντως είναι τόσο έντονη που δημιουργεί ατμόσφαιρα η οποία πολύ συχνά δεν συμβαδίζει με όσα βλέπουμε στην οθόνη, προσπαθώντας να τα υπογραμμίσει τεχνητά. Είναι προφανώς μια βασική σκηνοθετική επιλογή αυτή, το να δίνει τόσο πολύ τον τόνο στην ταινία η μουσική και το να αυτονομείται τόσο η μουσική. Από την άλλη σε κάνει να αναρωτιέσαι -και εδώ απλά αναρωτιέμαι φωναχτά, δεν έχω κατασταλάξει- αν μια ταινία που εξαρτάται τόσο πολύ από την μουσική της για να φτιάξει ατμόσφαιρα, κάνει κάτι πολύ σωστά ή αντίθετα αν κάπου κλέβει.