Καλοκαίρι. Διακοπές. Παλιό αρχοντικό. Ιταλική εξοχή. Η φύση ζει την καλή και την γλυκιά της ώρα. Γραφικές κωμοπόλεις παραδίπλα. Ποδηλατάδες. Ήλιος να λούζει τα πάντα, ήλιος όχι καυτά ενοχλητικός, ήλιος που τον παίρνεις και τον φοράς σαν ρούχο φωτός. Δεκαεπτά χρονών. Ο Έλιο είναι δεκαεπτά χρονών. Και τα προηγούμενα καλοκαίρια βασικά ψιλοβαριόταν. Όσο μπορεί να βαρεθεί δηλαδή ένα τόσο χαρισματικό παιδί, που είναι συνέχεια με ένα βιβλίο στο χέρι και με γουόκμαν στα αυτιά, ένας υπέροχος νεαρός πιανίστας που συνεχώς σκάβει τον εαυτό του με διαβάσματα και ακούσματα, παιδί δυο φωτισμένων γονέων, οι οποίοι συνδυάζουν ιδανικά την υψηλή κουλτούρα με την ενδοοικογενειακή τρυφερότητα. Αλλά ναι, προηγούμενα καλοκαίρια περίμενε να περάσουν οι εβδομάδες και οι μήνες για να γυρίσει πίσω, γιατί δεν είχε και πολλά να κάνει εκεί στην εξοχή. Αυτό το καλοκαίρι όμως θα είναι αλλιώς. Αυτό το καλοκαίρι έχει να κάνει. Αυτό το καλοκαίρι είναι πια δεκαεπτά χρονών.

Και μολονότι το «Nα με φωνάζεις με τ’ όνομά σου» διαδραματίζεται το 1983, o Έλιο, σε μια ταινία που γυρίστηκε το 2017 και βασίζεται σε ένα βιβλίο που γράφτηκε το 2007, δεν θα μπορούσε να είναι μικρότερος από 17, γιατί μετά συγγραφείς, σεναριογράφοι και σκηνοθέτες θα είχαν άλλου τύπου μπλεξίματα. Ενώ τώρα μπορούν να κοιτάζουν το μακρινό 1983 με την ασφάλεια της απόστασης και με μια αδιόρατη αλλά υπαρκτή υπεροψία και μέθη για τη δική μας εποχή που είναι λιγότερο ομοφοβική. Πάντως αν η ταινία γυριζόταν το 1983, ίσως και ο Έλιο να μπορούσε να είναι 16, 15 ή 14. Όχι ότι θα έπρεπε να είναι τόσο, φυσικά και δεν «έπρεπε» να είναι τόσο, αλλά αντίθετα πάει, το θέμα είναι ότι σχεδόν απαγορεύεται πλέον να είναι τόσο. Κι αν δεν απαγορεύεται σε επίπεδο λογοκρισίας, απαγορεύεται σε επίπεδο πρόσληψης του βιβλίου ή της ταινίας και της πολεμικής που θα δέχονταν. Και πάντως αν η ταινία γυριζόταν το 1985, όπως το υπέροχο «Δωμάτιο με Θέα» του Τζέις Άιβορι (που διασκεύασε σεναριακά το «Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου» ανταμειβόμενος μάλιστα με μια υποψηφιότητα για όσκαρ και με μερικές πανέμορφες σινεφίλ αναφορές του Λούκα Γκουαντανίνο), θα μπορούσαμε πιο εύκολα να δούμε ολόκληρο το κορμί των δύο πρωταγωνιστών, σε μια ταινία που κατά τ’ άλλα υμνεί την ομορφιά του σώματος μέσω αγαλμάτων και που προσπαθεί να αποτυπώσει το ημίγυμνο ανδρικό κορμί ως ζωντανό άγαλμα. Οπότε ο Άιβορι μπορεί να διαμαρτύρεται τώρα για τα συμβόλαια που υπέγραψαν οι Αμερικάνοι πρωταγωνιστές και απαγόρευαν την εμφάνιση των γεννητικών τους οργάνων, αλλά βρισκόμαστε μάλλον σε μια εποχή που μια ιστορία για έναν έρωτα μεταξύ ανδρών δεν μπορεί πια να σκανδαλίσει ακόμη και τον πιο συντηρητικό θεατή, οπότε δεν δείχνουμε ό,τι θα μπορούσε ίσως ακόμη να τον σκανδαλίσει.

Ίσως λοιπόν υπό αυτή την έννοια το «Να με φωνάζεις με τ΄όνομά σου» να είναι μια νεο-συντηρητική ταινία: Έρωτας με έναν νέο, ναι – αλλά να είναι τουλάχιστον 17. Να φιλμάρουμε ανδρικά κορμιά σαν αγάλματα, ναι – αλλά ημίγυμνα, όχι και γυμνά. Να τους δείξουμε να κάνουν έρωτα, ναι – αλλά να μην δείξουμε και πολλά πολλά. Εντελώς άλλου τύπου ταινία, βέβαια, αλλά δεν μπορείς παρά να σκεφτείς πόσο τραχιά ήταν τα πάντα στο “Βrokeback Mountain”, πως από την κινηματογράφηση του σεξ ως όλες τις υπαρξιακές συγκρούσεις, όλα σε ξεβόλευαν και σε έφερναν αντιμέτωπο με κάτι καθολικά επώδυνο. Όχι ότι δεν υπάρχει οδύνη και στην ταινία του Γκουαντανίνο. Υπάρχει και είναι επιδραστική. Είναι όμως μια οδύνη μερική, είναι μια οδύνη αμιγώς ερωτική. Και μια ερωτική οδύνη μπορεί πράγματι να είναι από τα πιο αβάσταχτα βιώματα, καμία απολύτως αντίρρηση. Ο Έλιο όμως έχει την ευλογία να στεγάζει την οδύνη του μέσα σε υλικές, συναισθηματικές και πνευματικές συνθήκες που του επιτρέπουν να βιώνει τον σπαραγμό του έρωτα ως τέτοιον και μόνο. Ο σπαραγμός του Ένις στο”Βrokeback Mountain” ήταν δομικός και συμπεριελάμβανε όλο του το φαίνεσθαι και όλο του το είναι.

Ο πατέρας του Έλιο είναι καθηγητής Αρχαιολογίας. Κάθε καλοκαίρι φιλοξενούν στο αρχοντικό έναν υποψήφιο διδάκτορα. Ο πατέρας επιβλέπει, ο φιλοξενούμενος βοηθά τον πατέρα στο ερευνητικό του αντικείμενο. Ο εκάστοτε φιλοξενούμενος παίρνει το δωμάτιο του Έλιο, ο οποίος μεταφέρεται σε ένα διπλανό. Επικοινωνούν με μια εσωτερική πόρτα και το μπάνιο είναι κοινό. Ο Όλιβερ είναι ο φετινός φιλοξενούμενος. Και ο Γκουαντανίνο με τον Άιβορι θα πάρουν όλο, μα όλο, τον χρόνο τους μέχρι να φέρουν τον Έλιο και τον Όλιβερ στο σημείο αμοιβαίας ομολογίας της έλξης τους. Και πάλι θα πάρουν το χρόνο τους κι από αυτό το σημείο ως το σημείο που θα παραδοθεί και σωματικά ο ένας στον έρωτα του άλλου. Το «Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου» είναι σε ένα μεγάλο του μέρος μια ταινία αναμονής και προσμονής. Προσωπικά θα ήθελα αυτό το χτίσιμο της αναμονής και της προσμονής να είχε γίνει με πιο σαφές σκηνοθετικό αποτύπωμα. Είναι σαν ο Γκουαντανίνο να υιοθετεί τους ρυθμούς, τη χαλάρωση και τη ραστώνη του περίγυρου της ιστορίας που αφηγείται. Το οποίο δεν είναι πάντως μόνο μείον, έχει και τα καλά του. Όσο για το σενάριο, έχει αυτή τη βασική ιδιαιτερότητα. Δεν εφευρίσκονται ούτε υποπλοκές, ούτε τεχνητά εμπόδια, ούτε παρεξηγήσεις, ούτε όλα αυτά τα συνήθη που καθυστερούν την πραγμάτωση ενός κινηματογραφικού έρωτα.

Και όχι, το ότι ο Έλιο κάνει έρωτα με μια συνομήλικη του κοπέλα δεν είναι υποπλοκή. Είναι μέρος του σεξουαλικού του ξυπνήματος, είναι μέρος της μετατροπής του από αγόρι σε άντρα. Και ο Γκουαντανίνο εντάσσει τον ανθρώπινο ερωτισμό σε ένα γενικότερο πλαίσιο: είναι σαν η καλοκαιρινή φύση να πλαισιώνει ερωτικά τον Ένιο, είναι σαν να προκαλεί το ξύπνημά του, είναι σαν να του λέει πως όλα τριγύρω του είναι ερωτισμός, είναι ζωή, είναι ένα κάλεσμα να αρχίσει να συμμετέχει στο παιχνίδι που διαιωνίζει τη ζωή.

Aλλά εκτός από τον ερωτισμό υπάρχει και ο έρωτας. Που εμπεριέχει μέσα του και τον ερωτισμό στην πιο ολοκληρωτική μορφή του, αλλά που είναι πάντως κάτι άλλο. Ο Έλιο ερωτεύεται τον Όλιβερ και ο Όλιβερ ερωτεύεται τον Έλιο. Κι όσο τυχεροί είναι όσοι τους συμβαίνει ταυτόχρονα, άλλο τόσο άτυχοι είναι όσοι πρέπει να το ζήσουν χωρίς την συνθήκη της αμοιβαιότητας, της ταύτισης, της συγχρονίας. Ποιά είναι όμως τα θεμελιώδη συστατικά του έρωτα; Τι είναι αυτό που κάνει τον Έλιο να νιώθει έτσι για τον Όλιβερ και τον Όλιβερ να νιώθει έτσι για τον Έλιο; Τι είναι ο έρωτας: απόφαση ή γεγονός; Είναι πρώτα απ’ όλα γεγονός. Είναι πρώτα απ’ όλα κάτι που συμβαίνει ερήμην σου. Σε πλήρη σχέση με το ποιος είσαι, ποιος έχεις γίνει, από που έχεις έρθει, σε πλήρη σχέση με όλα όσα ξέρεις και δεν ξέρεις για τον εαυτό σου, σε πλήρη σχέση με όλα όσα μπορείς και δεν μπορείς να φανταστείς για αυτόν, αλλά ταυτόχρονα ερήμην σου. Ό,τι κι αν νομίζεις ότι καταλαβαίνεις, είναι στην πραγματικότητα οι εκ των υστέρων απόπειρες ερμηνείας ενός γεγονότος που σου συνέβη χωρίς να το επιλέξεις.

Όχι δεν μπορείς να αποφασίσεις να ερωτευθείς, δεν μπορείς να πεις ρε φίλε είναι καλοκαιράκι, είμαι 17 και οι ορμόνες μου βράζουν, μην τη βγάλω με βιβλία και μουσικούλες και φέτος, έχω τόσες βδομάδες ελεύθερες, έχω και μια έλξη για τους άντρες έχω καταλάβει, παίδαρος φαίνεται ο καινούριος φιλοξενούμενος, γιατί να μην αφεθώ λίγο; Αλλά ο έρωτας δεν είναι αληθινός έρωτας όσο παραμένει μετέωρος και εκκρεμής στη σφαίρα του γεγονότος. Μετατρέπεται σε αληθινό έρωτα όταν αποφασίζεις ότι θα αντιμετωπίσεις το γεγονός που συνέβη ερήμην σου, με τον μόνο τρόπο που του αξίζει: βουτώντας μέσα του με όλο σου το κεφάλι, μέχρι να μην μπορείς να πάρεις ανάσα αν δεν είναι η ανάσα του άλλου. Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου κι εγώ θα σε φωνάζω με το δικό μου. Τέτοιοι φαφλατισμοί, τέτοια γειτνίαση με το κιτς, το μελό και την κοινοτοπία, τέτοια έλλειψη μέτρου, τέτοια έλλειψη φίλτρου, τέτοια έλλειψη ψυχραιμίας, τέτοια παράδοση στην επικράτεια του μη σχετικιστικού, του μη κρατημένου, του μη τρομαγμένου. Ερωτευμένος είναι μόνο αυτός που δεν φοβάται πόσο θα πληγωθεί στο μέλλον, ακόμη κι αν τρέμει κάθε του στιγμή. Ερωτευμένος είναι μόνο αυτός που δεν φοβάται πόσο νικητής σε όλα αποδεικνύεται ο χρόνος, ερωτευμένος είναι μόνο αυτός που δεν φοβάται μελλοντικές απομαγεύσεις, ερωτευμένος είναι μόνο αυτός που ξέρει – ξέρει όμως- ότι στην περίπτωσή τους ο χρόνος είναι μόνο σύμμαχος και δεν θα είναι ποτέ εχθρός.

Αλλά τι συμβαίνει αν έρθει το τέλος; Τότε τι, τότε πώς την παλεύεις; Ο Τιμοτέ Σαλαμέ είναι στο ρόλο του Έλιο καθηλωτικά φυσικός, ο Άρμι Χάμερ στέκεται επάξια δίπλα του, αλλά την παράσταση κλέβει ο πολύ αγαπημένος Μάικλ Στούλμπαργκ, που μέσα σε ελάχιστα λεπτά αναδεικνύεται στον ίσως πιο συγκινητικό και πιο υποδειγματικό πατέρα της κινηματογραφικής ιστορίας. Όσα λέει στον γιο του σε κάνουν να πιστεύεις ότι αν ήταν έτσι οι πατεράδες απέναντι στους γιους, αν ήταν έτσι οι γονείς απέναντι στα παιδιά τους, όλα, μα όλα, μα όλα θα ήταν ριζικά διαφορετικά. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Μπορούμε όμως να αγαπήσουμε τα παιδιά μας με αυτόν τον τρόπο. Και να τους το δείξουμε. Και τότε θα το δείξουν κι αυτά στα δικά τους. Αν κάνουν. Αν δεν κάνουν και πάλι θα το δείξουν στους κοντινούς τους ανθρώπους. Ό,τι μας κάνει άρτιους και υγιείς και ό,τι δεν μας γεμίζει κόμπλεξ και ματαιώσεις, είναι περίσσευμα που μεταλαδαμπεύουμε στους άλλους. Όπως βέβαια και το ακριβώς αντίστροφο. Και κάπως έτσι η ζωή συνεχίζεται. Με αυτή τη σκυταλοδρομία υγείας ή ματαίωσης. Με αυτή τη σκυταλοδρομία απροϋπόθετης αγάπης ή συναλλακτικών σχέσεων.