Οι θυελλώδεις σχέσεις τους πέρασαν στην ιστορία όχι μόνο για την έλξη που ασκούσαν ο ένας στον άλλο αλλά και για την επιρροή που ασκούσε ο ένας στον άλλο καλλιτεχνικά. Η έμπνευση και ο ανταγωνισμός βάδισαν χέρι-χέρι όπως και ο μεγάλος έρωτας. Χώρισαν με πάταγο, αλλά μέχρι το τέλος απασχολούσαν ο ένας τον άλλο. Μερικοί δεν άντεξαν τον χωρισμό και δεν ξαναμίλησαν ποτέ, άλλοι έσμιξαν ξανά και ξανά. Ακόμα και χωρίς να θυμάται κάποιος τα έργα τους, οι ερωτικές ιστορίες τους έμειναν αλησμόνητες.

Τίνα Μοντότι και Έντουαρντ Γουέστον

Tina Modotti and Edward Weston, “Anniversary”, Mexico, 1924.

Η Ιταλίδα φωτογράφος Τίνα Μοντότι βρέθηκε με την οικογένειά της στην Αμερική για ένα καλύτερο μέλλον το 1913. Γοητευμένη από τον κόσμο του θεάματος, άρχισε νωρίς να ασχολείται με την υποκριτική και εμφανίστηκε σε αρκετά θεατρικά έργα και ταινίες του βωβού κινηματογράφου. Εκεί παντρεύτηκε τον Roubaix “Robo” de l’Abrie Richey και στο σπίτι τους συναντήθηκε με τον ήδη διάσημο φωτογράφο Edward Weston. Η θυελλώδης σχέσης τους -ο Γουέστον ήταν ήδη παντρεμένος- κράτησε μέχρι το 1926 και η Μοντότι ως μοντέλο, μούσα, ερωμένη και βοηθός του έμαθε κοντά του όσα της χρειάστηκαν για να χαράξει τον προσωπικό της δρόμο στη φωτογραφία. Στο Μεξικό, ο κύκλος τους περιελάμβανε ποιητές, διανοούμενους, αριστερούς και ένα άλλο διάσημο ζευγάρι της εποχής τη Φρίντα Κάλο και τον Ντιέγκο Ριβέρα. Το 1942, στην ηλικία των 45 ετών, η Μοντότι πέθανε σε ένα ταξί ενώ επέστρεφε στο σπίτι της μετά από ένα δείπνο στο σπίτι του ποιητή Πάμπλο Νερούδα στην Πόλη του Μεξικού. Πολλοί θεωρούν ακόμα και σήμερα ύποπτες τις συνθήκες του θανάτου της.

Φρίντα Κάλο και Ντιέγκο Ριβέρα

Για τη σχέση τους έχουν γραφτεί εκατομμύρια σελίδες. Παρ’ όλες τις κατά καιρούς αποκαλύψεις για άλλους εραστές και ερωμένες, ακόμα και σήμερα Κάλο και Ριβέρα θεωρούνται ένα εμβληματικό ζευγάρι στον κόσμο της τέχνης. Η σχέση τους ξεκίνησε το 1929 όταν ο Ριβέρα ήταν 42 ετών και η Κάλο 22 ετών. Για τον Ριβέρα η Κάλο έχει πει το περίφημο: «Υπήρξαν δύο μεγάλα ατυχήματα στη ζωή μου. Το ένα ήταν το τραμ, και το άλλο ήταν ο Ντιέγκο. Ο Ντιέγκο ήταν μακράν το χειρότερο».

Το 1939 χώρισε προσωρινά από τον Ριβέρα και αποσύρθηκε στο Μεξικό, στο «Γαλάζιο Σπίτι». Εκεί ζωγράφισε τον πίνακα «Οι δύο Φρίντες», στον οποίο απεικονίζει το δίλημμά της για το διαζύγιο. Σε όλη τη διάρκεια του 1939 διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με τον Νίκολας Μάρεϊ, τον οποίο είχε γνωρίσει μαζί με τον Ριβέρα στη Νέα Υόρκη. Σύντομα μετά το διαζύγιο, το 1940 χώρισε με τον Μάρεϊ και ξαναπαντρεύτηκε με τον Ριβέρα. Οι πίνακές της είναι αντιδιαμετρικοί από τους πίνακες του Ριβέρα. Eνώ ο Ριβέρα αντλούσε τα θέματά του από το Μεξικό της προκολομβιανής εποχής, η Φρίντα παρέμεινε πιστή στην τάση της mexicanidad, τη μεξικανική κουλτούρα που ανθούσε εκείνη την περίοδο.

Μαξ Ερνστ και Ντοροτέα Τάνινγκ

Ο Μαξ Ερνστ ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του κινήματος του σουρεαλισμού και της σύγχρονης τέχνης γνωρίστηκε με την Ντοροτέα Τάνινγκ, ζωγράφο και γλύπτρια σε ένα πάρτι το 1942.Ο Ερνστ είχε παντρευτεί 4 φορές. Τέταρτη σύζυγος ήταν η συλλέκτρια Πέγκι Γκουγκενχάιμ χάρη στην οποία είχε καταφέρει να διαφύγει στην Αμερική. Όταν γνωρίστηκαν με την Τάνινγκ ο Ερνστ την επισκέφθηκε στο στούντιό της. Η Τάνινγκ γράφει στην αυτοβιογραφία της πως έπαιξαν μια παρτίδα σκάκι κατά τη διάρκεια αυτής της μοιραίας πρώτης επίσκεψής του στο στούντιο. Μια εβδομάδα αργότερα ο Ερνστ μετακόμισε στο διαμέρισμα της Τάνινγκ. Περνούσαν το χρόνο τους ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και τη Σεντόνα στην Αριζόνα και αργότερα ανάμεσα στο Παρίσι και την Τουρέν.  Το 1946 παντρεύτηκαν και ο γάμος τους κράτησε μέχρι το θάνατο του Ερνστ στην Προβηγκία το 1976. Η Τάνινγκ επέστρεψε στη Νέα Υόρκη δουλεύοντας και δημοσιεύοντας μέχρι το τέλος της ζωής της. Η Τάνινγκ πέθανε στις 31 Ιανουαρίου 2012, στο σπίτι της στο Μανχάταν στην ηλικία των 101 ετών.

Πάμπλο Πικάσο και Φρανσουάζ Ζιλό

Ο Πικάσο ήταν 61 και η Ζιλό 21. «Είμαι η μοναδική γυναίκα που σώθηκα από τον Πικάσο και δεν έχω μετανιώσει ούτε μια στιγμή γι’ αυτό», λέει η Φρανσουάζ Ζιλό σύζυγος του Πικάσο και μητέρα των παιδιών του. «Πώς; Παρατώντας τον».. Με τη Ζιλό ο Πάμπλο έκανε δυο παιδιά, έζησε ένα θυελλώδη έρωτα με πολύ κακή κατάληξη και απειλές ότι θα την καταστρέψει. Ήταν και μούσα του και μητέρα του και ατζέντης του και συνομιλήτρια όποτε αυτός είχε ανάγκη να μιλήσει και οικοδέσποινα και κριτικός τέχνης. Ήταν όμως και ζωγράφος, κάτι που απαρνήθηκε όσο καιρό ήταν μαζί του. Όταν αποφάσισε να τον εγκαταλείψει μην μπορώντας να αντέξει το κυνηγητό, το μποϊκοτάζ και την πίεση του Πικάσο, πήγε στην Αμερική όπου παντρεύτηκε τον Αμερικανό ιατρικό ερευνητή, γνωστό για την ανακάλυψη και την ανάπτυξη του πρώτου εμβολίου κατά της πολιομυελίτιδας, Τζόνας Σολκ. «Δεν μετανιώνω για τίποτα. Πιστεύω ότι πρέπει να τολμάει κανείς στη ζωή του, αλλιώς δεν αξίζει τον κόπο να ζεις. Όταν ριψοκινδυνεύεις περνάς τρομερές στιγμές, αλλά μαθαίνεις, ζεις και αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα. Δεν βαριέσαι ποτέ. Ούτε γίνεσαι βαρετός. Και για μένα αυτά τα δύο είναι πολύ σημαντικά» λέει. Η Ζιλό είναι σήμερα 95 ετών και ζει στη Νέα Υόρκη.

Βίλεμ και Ιλέιν ντε Κούνινγκ

Ο ζωγράφος Βίλεμ ντε Κούνινγκ ήταν τόσο αφοσιωμένος στη δουλειά του που ο ίδιος και η γυναίκα του επέστρεψαν στο στούντιο και τα έργα τους αμέσως μετά το γάμο τους. Ο Κούνινγκ κοιμόταν κατά τη διάρκεια της ημέρας και εργαζόταν  το βράδυ, πίνοντας πολύ καφέ και καπνίζοντας απεριόριστα τσιγάρα. Το 1943 παντρεύεται με μια νεαρή ζωγράφο, την Ιλεΐν Φράιντ, η οποία όμως δεν άντεξε για πολύ τις θρυλικές απιστίες του. Από την Ιλεΐν, δεν πήρε όμως ποτέ διαζύγιο. Εκείνη θαύμαζε το έργο του πολύ πριν τον γνωρίσει. Είχαν έναν ανοιχτό γάμο στη διάρκεια του οποίου ο Ντε Κούνινγκ απέκτησε μια κόρη με άλλη γυναίκα. Ο αλκοολισμός τους οδήγησε σε χωρισμό το 1957, αλλά τελικά έζησαν ξανά μαζί από το 1976. Το μεγαλύτερο πρόβλημα σε όλη τη διάρκεια της σχέσης τους ήταν η φιλοδοξία, οι απιστίες και οι οικονομικές πιέσεις.

 Τζάσπερ Τζονς και Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ

Σήμερα θεωρούνται πρόδρομοι της pop art, της οποίας με το έργο τους προετοίμασαν την άφιξη και δυο από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της αμερικάνικης μεταπολεμικής σκηνής της τέχνης. Ο θυελλώδης δεσμός τους τη δεκαετία του 1950, είχε σημαντική επίδραση στη δουλειά και των δύο. Συναντήθηκαν το 1954 και έγιναν εραστές. Ο ένας επηρέασε βαθιά τον άλλο στη διερεύνηση της καλλιτεχνικής σκηνής και την ανάπτυξη των ιδεών τους ενώ παράλληλα επηρεάστηκαν από ένα άλλο ζευγάρι δημιουργών, τον χορογράφο Μερς Κάνιγκχαμ και τον συνθέτη Τζον Κέιτζ. Είχαν στούντιο σε διαφορετικούς ορόφους ενός βιομηχανικού κτιρίου στην οδό Pearl στο Μανχάταν και η σχέση τους διήρκεσε μέχρι το 1961. Η σχέση τους χαρακτηρίστηκε από την καλλιτεχνική αντιζηλία. Το 1958 ο διάσημος γκαλερίστας Λέον Καστέλι επρόκειτο να επισκεφτεί τον Ράουσενμπεργκ για να συζητήσει μια έκθεση. Καθ΄οδόν σταμάτησε στο στούντιο του Τζονς και αμέσως υπέγραψε μαζί του. Η έκθεση του Ράουσενμπεργκ αναβλήθηκε επ’ αόριστον. Η ανταγωνιστικότητα μεταξύ τους καταδίκασε τη σχέση τους ενώ για πολλά χρόνια μετά το χωρισμό τους δε μιλούσαν καν.

Φράνσις Μπέικον και Τζορτζ Ντάιερ

Σε ένα απρόβλεπτο συναισθηματικό κλίμα με πολλές καταιγίδες ο μικροαπατεώνας Τζον Ντάιερ μπήκε στη ζωή του πιο γνωστού Βρετανού ζωγράφου της σύγχρονης εποχής, ίσως του πιο δημοφιλούς μετά τον Τέρνερ. Η σχέση του με τον Τζορτζ Ντάιερ, τον οποίο απεικόνισε σε εμβληματικούς του πίνακες ήταν διάσημη και για την τραγική της κατάληξη. Ο όμορφος μικροαπατεώνας από το Ιστ Εντ, που γνωρίστηκε με τον Μπέικον όταν μπήκε στο σπίτι του να τον ληστέψει, αυτοκτόνησε με υπερβολική δόση βαρβιτουρικών, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τους στο Παρίσι, το 1971, ενώ η Γαλλία υποδεχόταν στο Γκραν Παλέ τη μεγάλη αναδρομική έκθεση του ζωγράφου, με πηγή έμπνευσης αρκετών έργων του τον αυτόχειρα. Το 1973 ο ζωγράφος θα εκφράσει την οδύνη του για τον χαμό του Ντάιερ με την ολοκλήρωση του έργου «Triptych», γνωστού και ως «Μαύρο Τρίπτυχο». Σε αυτό θα απεικονίσει τις τελευταίες επώδυνες ώρες του Ντάιερ στο παρισινό ξενοδοχείο. Αρχικά, τη στιγμή που ξερνάει γυμνός στον νιπτήρα, στη συνέχεια ενώ διασχίζει διαλυμένος το δωμάτιο και, τέλος, όταν αφήνει την τελευταία του πνοή γερμένος στη λεκάνη της τουαλέτας.

Γκίλμπερτ Προς  και Τζορτζ Πάσμορ

O Γκίλμπερτ Προς  και ο Τζορτζ Πάσμορ συναντήθηκαν ως φοιτητές στο Saint Martin’s School of Arts το 1967. Από τότε, και για πλέον 40 χρόνια, ως ζωντανά γλυπτά, δημιουργούν μια σκληρή, ιδιότυπη, ποιητική και συγκινησιακά φορτισμένη πρωτόγονη Αντί-Τέχνη, στην οποία η τάξη και η τρέλα βρίσκονται σε διαρκή ένταση μεταξύ τους. Χρησιμοποιούσαν τους εαυτούς ως κινούμενα γλυπτά. Όταν το 1968 τα έργα τους απορρίφθηκαν από μία έκθεση μοντέρνας και δημιουργικής τέχνης στο Λονδίνο, εκείνοι προς απάντηση ζωγράφισαν τα κεφάλια τους και εμφανίστηκαν στην τελετή εγκαινίων, όπου στέκονταν ακίνητοι στο κέντρο της γκαλερί, ως ζωντανά εκθέματα. Οι δύο καλλιτέχνες σε μεγάλο μέρος του έργου τους προσπαθούν να αναδείξουν τα ανθρώπινα ταμπού και παρουσιάζουν αίμα, ούρα, σπέρμα και ανθρώπινα περιττώματα. Επίσης, σε πάρα πολλά έργα τους παρουσιάζονται οι δικές τους φυσιογνωμίες. Τα έργα τους προβοκάρουν και θίγουν θέματα όπως η βία, ο ρατσισμός, οι διακρίσεις κατά των μειονοτήτων, ο αλκοολισμός και η σεξουαλικότητα, ενώ δεν διστάζουν να ερευνήσουν τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης, χρησιμοποιώντας ακόμη και λέξεις και εικόνες που θεωρούνται προκλητικές.