Για δυο ιταλικές ταινίες θα μιλήσουμε σήμερα, μια κλασική των αρχών της δεκαετίας του ’70 που προβάλλεται σε επανέκδοση (το «Αλονζανφάν» των αδελφών Ταβιάνι) και μια πρόσφατη (το “Perfetti Sconosciuti” του Πάολο Τζενοβέζε), που κι αυτή όμως δεν είναι άγνωστη, αφού το ελληνικό κοινό πρόλαβε να δει πέρσι την ακριβή αντιγραφή της στα ελληνικά από τον Θοδωρή Αθερίδη με τους «Τέλειους Ξένους». Μολονότι κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις και μπορεί πράγματι να βρει κανείς και αρκετές θετικές πτυχές σε αυτή την ασυνήθιστη κινηματογραφικά κίνηση του Αθερίδη, προσωπικά με ξενίζει ως με ξεπερνά η εξ ολοκλήρου αντιγραφή μιας ταινίας, αλλά εντάξει υπάρχει και το «Ψυχώ» του Γκας Βαν Σαντ, οπότε ποιοι είμαστε εμείς για να προβούμε σε δίκες προθέσεων για τους φόρους τιμής και τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του καθενός.

Perfetti Sconosciuti

Στο “Perfetti Sconosciuti” λοιπόν γίνεται τραπέζι. Τρία παντρεμένα ζευγάρια, τα δυο πολλά χρόνια πια – το ένα σχετικά νιόπαντρο, κι ένας ακόμη φίλος τους. Κανονικά ήταν να φέρει επιτέλους κι αυτός την καινούρια φίλη του, αλλά ήταν αδιάθετη και δεν ήρθε. Οι υπόλοιποι τον πειράζουν ότι τους την κρύβει. Κάθονται, ξεκινούν το φαΐ, το κρασί και την κουβέντα, κανονικά θα ήταν μια βραδιά μεταξύ παλιών φίλων σαν πολλές προηγούμενες.  Μέχρι που, με αφορμή τη συζήτηση για έναν άλλο φίλο τους, που χώρισε επειδή η γυναίκα του ανακάλυψε στο κινητό του ένα ερωτικό μήνυμα σε μια πολύ νεότερη γυναίκα, αρχίζει μια επικίνδυνη συζήτηση: Το πρόβλημα ήταν ότι την απατούσε ή ότι δεν ήξερε να κρυφτεί και να σβήσει τα μηνύματα; Και δεν έχουν εξελιχτεί τα κινητά στα προσωπικά μας μαύρα κουτιά με ένα σωρό μυστικά μέσα; Και είμαστε άραγε τόσο σίγουροι εμείς μεταξύ μας ότι δεν έχουμε να κρύψουμε τίποτα στα κινητά μας; Και τελικά στο τραπέζι θα πέσει η μοιραία ιδέα: Τι θα γινόταν αν για τις επόμενες λίγες ώρες, όποια επικοινωνία γίνει με τα κινητά των συνδαιτυμόνων, γίνει ανοιχτά μπροστά σε όλους; Τι θα γινόταν αν για τις επόμενες λίγες ώρες όλα θα είναι στη φόρα; Αν έρθει μήνυμα στο κινητό ή στο ίντερνετ, να διαβαστεί, αν πάρει κάποιος τηλέφωνο, να γίνει η συνομιλία σε ανοικτή ακρόαση.

Τέτοια πράγματα είναι να μην ειπωθούν ανοιχτά. Από εκεί και πέρα, όσο κι αν διαφωνείς για λόγους αρχών ή όσο κι αν φοβάσαι, είναι πάρα πολύ δύσκολο να πεις -ειδικά όταν βρίσκεσαι ενώπιον τρίτων- ότι εγώ δεν θα συμμετέχω. Οπότε και όσοι συμφωνούν ενθουσιωδώς με την ιδέα και όσοι την τρέμουν, συμμετέχουν εξίσου. Και ο Πάολο Τζενοβέζε εξελίσσει από εκεί και πέρα αυτή την, πολύ γόνιμη αρχική ιδέα, με τρόπο πολύ ικανοποιητικό. Επτά άνθρωποι γύρω από ένα τραπέζι αρχίζουν σταδιακά να πέφτουν από το βάθρο της εικόνας τους, καθώς αποκαλύπτονται περισσότερο ή λιγότερο σοβαρά, περισσότερο ή λιγότερο επώδυνα, περισσότερο ή λιγότερο ένοχα μυστικά, μυστικά μεταξύ ζευγαριών, μυστικά μεταξύ φίλων, προσωπικά μυστικά.

Perfetti Sconosciuti

Ποια είναι τα όρια μεταξύ ιδιωτικής σφαίρας και ειλικρίνειας; Ποιο αγαθό αξιολογείται ως ισχυρότερο; Μα μεταξύ ζευγαριών είναι σαφές, ξεκάθαρο και αδιαμφισβήτητο. Το δεύτερο. Το «Δεν έχω να κρύψω τίποτα». Όλα ξεκινούν από αυτή τη βασική διακήρυξη. Όλο το οικοδόμημα στηρίζεται εκεί. Στην αλήθεια. Στην εμπιστοσύνη. Στο είμαι εντάξει απέναντί σου. Στο στα λέω όλα. Στο εσύ και μόνο εσύ και φυσικά άλλος κανείς. Ζούμε σε μια κουλτούρα που, σε επίπεδο διακηρύξεων, κανείς δεν θα κακολογήσει την αλήθεια. Τα μυστικά και τα ψέματα θα ανθούν πάντα στα σκοτάδια. Τόλμα να βγεις στο φως και να μιλήσεις υπέρ της ανάγκης ύπαρξης μυστικών. Τόλμα να βγεις στο φως και να μιλήσεις υπέρ των ψεμάτων. Κανείς, μα κανείς, δεν θα πάρει το μέρος σου. Θα σε δουν με απέχθεια ή οίκτο για το πόσο λάθος είσαι, για το πόσο λάθος τα βλέπεις, για το πόσο λάθος δρόμο έχεις πάρει, για το πόσο προσπαθείς να κάνεις το μαύρο – άσπρο. Αυτή ακριβώς είναι η βάση της συλλογικής κοινωνικής υποκρισίας. Το «Ναι, έχω μυστικά από σένα» ή πολύ περισσότερο το «ναι, σου λέω ψέματα» δεν μπορεί να σταθεί ως βάση οποιασδήποτε συζήτησης. Εξακολουθεί και κυριαρχεί η αρχή ότι η αλήθεια είναι η μόνη δυνατή βάση των υγιών σχέσεων. Άντε να τολμήσεις να ισχυριστείς ότι το έδαφος αντοχής μιας σχέσης είναι ακριβώς τα μυστικά, είναι ακριβώς τα ψέματα. Η αλήθεια έχει αναγορευθεί στον υπέρτατο άρχοντα, την αλήθεια θα σου πουν ότι είναι πάντα προτιμότερο να την ξέρεις, την αλήθεια κι ας πονάει, κι ας σε διαλύει, δεν πειράζει πόνα και διαλύσου, θα σου πουν, αυτό είναι το υγιές, αυτό είναι το υπέρτερο αγαθό, τουλάχιστον δεν θα ζεις στο ψέμα.

Perfetti Sconosciuti

Στο «Αλονζανφάν» πρωτοσυναντάμε τον Φούλβιο του Μαρτσέλο Μαστρογιάννι στο 1816. Η Γαλλική Επανάσταση έχει τελειώσει, οι πόλεμοι του Ναπολέοντα έχουν τελειώσει, βρισκόμαστε στην εποχή της Παλινόρθωσης. Τον πρωτοσυναντάμε αιχμάλωτο και άρρωστο. Αν τον συναντούσαμε στα προηγούμενα χρόνια ή αν είχε εκτελεστεί ή αν είχε πεθάνει από τις κακουχίες θα ήταν ένας ήρωας οριοθετημένος ξεκάθαρα. Θα ήταν ένας αριστοκράτης που έβαλε τα ιδανικά του πάνω από όλα, ένας αριστοκράτης που επαναστάτησε κι αυτός συντασσόμενος με τις μεγάλες επαναστάσεις του καιρού του, ένας αριστοκράτης που αρνήθηκε και πρόδωσε την τάξη του, την οικογένειά του, το παιδί του. Ας μην μας μπερδεύει λοιπόν η συμπεριφορά του σε ολόκληρη την ταινία. Δεν είναι ο Φούλβιο ένας γελοίος ήρωας, πολύ περισσότερο δεν είναι ένας αρνητικά φορτισμένος ήρωας. Ο Φούλβιο στην αμέσως προηγούμενη εποχή, στην εποχή που όντως είχε μεγάλο διακύβευμα και που σήκωνε ηρωισμούς, υπήρξε τέτοιος ήρωας και μάλιστα ένας ήρωας που είχε να χάσει και να θυσιάσει τα περισσότερα από όλους.

Αλονζανφάν

Τώρα έχει χάσει τελείως τον μπούσουλά του. Τώρα αλλάζει και αλλάζει διαρκώς. Τώρα υιοθετεί μια νέα αφήγηση κάθε λίγο, με ιστορίες που λέει για να πείσει τους άλλους, με ιστορίες που λέει για να πείσει τον εαυτό του, με ψέματα και παραισθήσεις και παραληρήματα, τώρα δεν αλλάζει μόνο πολιτικούς σκοπούς, τώρα αλλάζει διαρκώς ρόλους, τώρα είναι ένα φύλλο που παρασέρνει ο αέρας, επαναστάτης, αριστοκράτης, πατέρας, σύζυγος, ερωτευμένος, προδότης, προδότης της προδοσίας του, προδότης ενεργητικός και προδότης παθητικός που κλείνει τα μάτια και μετράει ως το δέκα να δει τι θα γίνει. Ας δούμε πόσο έμφαση δίνουν οι Ταβιάνι σε όλη την ταινία στις διαφόρων ειδών στολές και μεταμφιέσεις. Οι άνθρωποι υποδύονται ρόλους, λένε οι Ταβιάνι. Οι άνθρωποι υποδύονται ρόλους που εξαρτώνται από στολές, οι άνθρωποι συμμετέχουν σε μια χορογραφία, με χορογράφο όμως την κάθε ιστορική εποχή. Χορογραφεί τώρα η Παλινόρθωση. Δεν είναι εποχή για ηρωισμούς. Σε μια ηττημένη πολιτικά υπόθεση, το διακύβευμα παύει να είναι η πολιτική αλλαγή και γίνεται η προσωπική στάση, η προσωπική συνέπεια, η ουτοπία. Τα οποία μπορεί να είναι εντελώς αξιέπαινα, μπορεί να αποτελέσουν ενδεχομένως ένα παράδειγμα που θα εμπνεύσει τα επόμενα χρόνια, όταν οι συνθήκες ωριμάσουν ξανά, αλλά δεν είναι το ίδιο με την κρισιμότητα μιας οριακής κατάστασης. Τίποτα δεν έρχεται μόνο απ’ έξω, ναι, η Ιστορία δεν θα κινείται χωρίς και την ενεργητική δράση των ανθρώπων, ναι, αλλά δεν είναι το ίδιο να είσαι στρατευμένος όταν όλα παίζονται και να είσαι στρατευμένος όταν όλα σε αυτή τη χρονική συγκυρία έχουν χαθεί.

Στις οριακές εποχές όλα είναι δράμα. Στη λήξη τους μπορεί να επιστρέψει η ειρωνεία, η πίκρα, η αμφισημία, η αμφιβολία. Το «Αλονζανφάν» χορογραφεί με τη βοήθεια και της τρομερής μουσικής του Μορικόνε μια τέτοια εποχή, χορογραφεί ειρωνικά, πικρά και αμφίσημα τον κεντρικό του ήρωα, χορογραφεί ειρωνικά, πικρά κι αμφίσημα δίπλα του επαναστάτες που η επανάστασή τους χάθηκε κι αυτοί, σε αντίθεση με τον Φούλβιο, αδυνατούν να το καταλάβουν.

Αλονζανφάν