Η παράσταση του «Άγριου σπόρου», του τελευταίου έργου (2013) του Γιάννη Τσίρου, ξεκινάει με τον Σταύρο, τον κεντρικό ήρωα, να μας περιγράφει απαθής τον (ανατριχιαστικό) τρόπο με τον οποίον σφάζει τα γουρούνια του, αυτά που θα καταλήξουν σουβλάκια για τους παραθεριστές στην καντίνα που διατηρεί σε κάποια ελληνική παραλία. Η σκηνή μοιάζει να λειτουργεί σαν ένα σημαντικό clue που θα επανέλθει με κάποιον -αποφασιστικό για την πλοκή- τρόπο αργότερα, όπως και γίνεται. Ο συγγραφέας δείχνει εξαρχής πως ξέρει να χειρίζεται καλά τους κανόνες της σκηνικής γραφής.

«Άγριος σπόρος» του Γιάννη Τσίρου

Η καντίνα, που λειτουργεί χωρίς άδεια, είναι το μόνο μέσο βιοπορισμού του Σταύρου, ο οποίος, ακόμη κι αν κάποτε έβγαλε κάποιο (μαύρο) χρήμα, τώρα παλεύει να επιβιώσει απέναντι στο κρατικό «θηρίο» της υπέρμετρης φορολογίας. Τα πράγματα θα δυσκολέψουν γι’ αυτόν και την κόρη του, που τον βοηθάει στη δουλειά, όταν θα καταφτάσει ένα επιτελείο Γερμανών ερευνητών για να διαλευκάνουν την υπόθεση μιας εξαφάνισης: ενός νεαρού Γερμανού τουρίστα που πέρασε τις τελευταίες του μέρες στην παραλία, συνάπτοντας μάλιστα σχέσεις με τους ιδιοκτήτες της καντίνας. Ο νεαρός γρήγορα θεωρείται νεκρός και οι υποψίες εξίσου γρήγορα κατευθύνονται στο πρόσωπο του Σταύρου, καθώς είναι ο ιδανικός -κατασκευασμένος- ένοχος: είναι άξεστος και ευέξαπτος, δεν είναι λίγες οι φορές που έχει μπλέξει σε καβγάδες, οι ντόπιοι αλλά και οι τουρίστες που παραθερίζουν χρόνια στην περιοχή και κάποιοι έχουν γίνει ιδιοκτήτες, δεν τον πολυσυμπαθούν και παράλληλα διατηρεί το σφαγείο των γουρουνιών, άρα ξέρει πολύ καλά πώς να δολοφονήσει και να εξαφανίσει τα ίχνη οποιουδήποτε, αν χρειαστεί.

«Άγριος σπόρος» του Γιάννη Τσίρου

Η πορεία του έργου επιβεβαιώνει την εντύπωση της αρχής. Η υπόθεση ρέει, οι ατάκες διαδέχονται εύρυθμα η μία την άλλη, ο συγγραφέας παίζει επιδέξια με τις συναισθηματικές εναλλαγές του κωμικού και του δραματικού, η ατμόσφαιρα και το μυστήριο κλιμακώνονται. Αυτά ως προς την κατασκευή του έργου. Η σπουδαιότητα, όμως, φαίνεται στην ουσία, στο θέμα του, όπως και στο ότι δεν αφήνεται να κυλήσει ούτε προς τη γραφικότητα, ούτε προς την υιοθέτηση μιας εύκολης, μονομερούς ιδεολογικής θέσης. Κι αυτό γιατί ο Τσίρος δεν παραδίδει μια ιστορία μυστηρίου, αλλά ένα ακραιφνώς κοινωνικό έργο, το οποίο κινεί, μάλιστα, σε δύο επίπεδα.

Ο Τσίρος δεν παραδίδει μια ιστορία μυστηρίου, αλλά ένα ακραιφνώς κοινωνικό έργο

Αφενός, του προσδίδει μια χαρακτηριστική σφραγίδα «ελληνικότητας», σύγχρονης μάλιστα και γι’ αυτό εξαιρετικά οικείας. Ο Σταύρος είναι ένας απολύτως αναγνωρίσιμος τύπος, τυπικός ίσως Νεοέλληνας, ένα μικρολαμόγιο που εκμεταλλεύτηκε τις τρύπες του συστήματος (το οποίο όμως τώρα τον κατασπαράζει), που του φταίνε οι νόμοι ή οι ξένοι τεχνοκράτες για την «τυπολατρία» τους, που καμαρώνει για την ικανότητά του να διαφεύγει των πρέπει και των νόμων, ένας αυτοαποκαλούμενος «άγριος σπόρος» που επιμένει να φυτρώνει εις πείσμα όλων όσων θέλουν να τον ξεριζώσουν. Ο Τσίρος παίζει αριστοτεχνικά με τις ισορροπίες της παραπάνω θέσης, χωρίς να δικαιώνει τον Σταύρο στο όνομα μιας δήθεν υπεροχής της «ελληνικής ανένταχτης ψυχής», αλλά και παράλληλα φωτίζοντάς τον με όλη την κατανόηση που δικαιούται, τοποθετώντας τον εκεί που του αναλογεί. Γιατί ο Σταύρος δεν είναι παρά ένα κομμάτι του συστήματος, πολύ μικρό μάλιστα, στον οποίον -σε αυτόν και τους ομοίους του- φορτώθηκε η υπαιτιότητα για όλες τις παθογένειες της ελληνικής «περίπτωσης» – τη στιγμή, μάλιστα, που το σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί μες στη διαφθορά και τη σαπίλα, μόνο που τώρα χωράει στους κόλπους ακόμη λιγότερους προνομιούχους.

«Άγριος σπόρος» του Γιάννη Τσίρου

Από εκεί και πέρα, ο Τσίρος δημιουργεί ένα έργο που ξεπερνάει τελικά τα στενά όρια της «ελληνικότητας», καθώς βάζει στο επίκεντρό του οποιονδήποτε άνθρωπο που αγωνίζεται να επιβιώσει, όχι μόνο μέσα στο απρόσωπο «σύστημα» έτσι γενικά κι αόριστα, αλλά και μέσα στην ίδια τη (μικρή) κοινωνία όπου ζει· μια κοινωνία σε βαθιά κρίση, που δε διστάζει να στοχοποιήσει άδικα και άκριτα και να κανιβαλίσει εναντίον ενός αθώου, μια κοινωνία, μάλιστα, με τις δικές της αμαρτίες, άρα όχι λιγότερο ένοχη από τον Σταύρο.

Όλα τα παραπάνω, βέβαια, δεν θα είχαν ιδιαίτερη σημασία αν ο «Άγριος σπόρος» δεν ήταν ένα έργο με νεύρο και χυμούς, απολύτως ζωντανό, που στέκεται με δυναμισμό στη σκηνή. Η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη του έδωσε το προβάδισμα που δικαιούται, έχοντας εξασφαλίσει κατ’ αρχήν μια ιδανική διανομή. Ο Τάκης Σπυριδάκης υποκρίνεται αβίαστα το ρόλο του Σταύρου, τον έχει κατακτήσει πλήρως, ενώ αξιοθαύμαστες είναι οι μικρές λεπτομέρειες που διανθίζουν την ερμηνεία του· παρόλο που θα μπορούσε να πει κανείς πως ο ρόλος ταιριάζει στην εικόνα που έχουμε για τον ηθοποιό, η αξία της δουλειάς του δεν είναι καθόλου αμελητέα. Η υπόλοιπη διανομή (ο Ηλίας Βαλάσης στο ρόλο του Αστυνομικού και η Ντάνη Γιαννακοπούλου στο ρόλο της Κόρης) πλαισιώνει σωστά τον κεντρικό ήρωα, σε μια παράσταση που αναδεικνύει τη δυναμική του έργου χωρίς εμφανείς σκηνοθετικές παρεμβάσεις και που απολύτως δικαιολογημένα, έχει ήδη αποδειχθεί στην πράξη ως μια σημαντική στιγμή για το σύγχρονό μας θέατρο.

Info παράστασης: Άγριος Σπόρος, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη | 1 Οκτωβρίου 2016 – 21 Μαΐου 2017 | Θέατρο Επί Κολωνώ