Γεννημένη το 1936, η Αλεχάντρα Πισαρνίκ ήταν κόρη μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη με εβραϊκή καταγωγή. Γεννήθηκε λίγο μετά την άφιξή τους στο Μπουένος Άιρες, στις 29 Απριλίου του 1936. Το πραγματικό της όνομα ήταν Φλόρα. Υπέγραψε το πρώτο της βιβλίο ως Φλόρα Αλεχάντρα Πισαρνίκ. Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλοί συγγενείς της ήταν θύματα του ολοκαυτώματος, ενώ οι υπόλοιποι φυγαδεύτηκαν από την Ευρώπη. Ήταν κάτι που θα έπαιζε ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της ποιήτριας, ενώ μεγάλωνε.

 Αλεχάντρα Πισαρνίκ

Σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες και ζωγραφική πλάι στον Χουάν Πλάνας. Έζησε στο Παρίσι μεταξύ 1960-1964, όπου εργάστηκε για το περιοδικό «Τετράδια». Στο Παρίσι, ασπάζεται τους σουρεαλιστές, ακροβατεί πάντοτε ανάμεσα σε μια αόρατη γραμμή ζωής και θανάτου. «Ο θάνατος πάντοτε προ των πυλών. Αφουγκράζομαι το λέγειν του. Μονάχα ακούω».

Η Πισαρνίκ, από τα δεκαοκτώ της, ονειρευόταν να ταξιδέψει στο εξωτερικό και να ζήσει το όνειρό της ως ποιήτρια: «Ω! πόσο θέλω να ζω αποκλειστικά για να γράφω!». Κάπου αλλού αναφέρει για το Παρίσι: «Είμαι ερωτευμένη με αυτήν την πόλη». Έγραψε, αργότερα, για τα χρόνια που έζησε στο Παρίσι: «η μοναδική περίοδος της ζωής μου που γνώρισα την ευτυχία και την ακμή ήταν εκείνα τα τέσσερα χρόνια στο Παρίσι».

 Αλεχάντρα Πισαρνίκ

«Μέρος εκείνης της ευτυχίας συνίστατο στο ότι μπόρεσε να διαβάσει υπερρεαλιστικά βιβλία στον τόπο, όπου το ρεύμα αυτό διείπε τη λογοτεχνική έκφραση και την παραγωγή  λογοτεχνικού έργου και όχι από τα ένα-δύο βιβλιοπωλεία τού Μπουένος Άιρες, όπως το Galatea, που ήταν το πιο ενημερωμένο αναφορικά με τα γαλλικά κείμενα. Τα αναγνώσματά της έγιναν ο τόπος στον οποίο ήθελε να ζει. “Τα αγαπημένα ποιήματα είναι σαν μια πατρίδα“. Τα γράμματα της Πισαρνίκ μαρτυρούν ότι κατά το διάστημα που έζησε στο Παρίσι, έμαθε τα απαιτούμενα γαλλικά ώστε να συμμετέχει στη λογοτεχνική ζωή της πόλης. Είχε ήδη συνείδηση της ελευθερίας του πνεύματός της, “του αμαρτήματος να είσαι ποιήτρια, να έχεις αφήσει μόνη τη μητέρα σου“.

Το Παρίσι δημιουργήθηκε από τους συγγραφείς και τους στοχαστές του. Ο τρόπος ζωής και οι ελευθερίες που προσέφερε σε έναν ποιητή αυτή η πόλη ήταν για την Αλεχάντρα το “υπερρεαλιστικό όνειρο” που ήθελε πάντα να ζήσει. Έζησε στο Παρίσι από το 1960 ως το 1964, όπου εργάστηκε για το περιοδικό Cuadernos και μερικούς γαλλικούς εκδοτικούς οίκους. Δημοσίευσε ποιήματα, κριτικές και μετέφρασε Αρτώ, Μισώ, Σεζάρ και Μπονφουά», γράφει ο Στάθης Ιντζές, στη μελέτη του: «Οι αφιερώσεις και τα παραθέματα στην ποίηση της Αλεχάντρα Πισαρνίκ».

Έργο του Juan Batlle Planas, δίπλα στον οποίο μαθήτευσε η Αλεχάντρα Πισαρνίκ

8 Ιανουαρίου, Παρίσι, 1961

«Στον δρόμο Gay-Lussac ένα παλιό αυτοκίνητο γεμάτο από χαρτόκουτες. Καθισμένος ανάμεσά της, ένας ηλικιωμένος λευκής επιδερμίδας, μαύρο πανωφόρι και μαύρο καπέλο, πρόσωπο όμορφο και λυπημένο. Συλλογίστηκα ότι κανείς, πέραν εμού, δεν γνωρίζει ότι είναι λυπημένος μέσα σε ένα πολύ παλιό αυτοκίνητο σε έναν έρημο δρόμο. Αλλά ξαφνικά είπα στον εαυτό μου: “Κι αν αυτός ο άνδρας δεν υπάρχει, αν δεν υπήρξε;”. Πλησίασα και πράγματι, δεν υπήρχε κανείς», γράφει στο ημερολόγιό της η Πισαρνίκ.

Κατά την επιστροφή της στο Μπουένος Άιρες δημοσιεύει τέσσερις ποιητικές συλλογές. Το 1962, δημοσιεύει το ποιητικό βιβλίο Árbol de Diana (Δέντρο της Αρτέμιδος) το οποίο προλογίζει ο Οκτάβιο Πας, τον καιρό που η Αλεχάντρα γνωρίζει τον Χούλιο Κορτάσαρ και την Ορόρα με τους οποίους θα παραμείνει φίλη ως τον θάνατό της. Πρόκειται για το καλύτερο βιβλίο της. Καταθέτει τις καλύτερες ποιητικές της εικόνες. Ο Οκτάβιο Πας στην παρουσίαση είναι σύντομος, όπως αρμόζει σε μια ποιητική συλλογή 38 μικρών και άτιτλων ποιημάτων.

Στις 23 Ιουλίου του 1955, σε ηλικία 19 ετών, γράφει στο ημερολόγιό της «…θα κοιτάξω τις γκραβούρες του Max Ernst και θα σκεφτώ ό,τι είναι τέχνη είναι υπέροχη!»

Το έργο της Πισαρνίκ κινείται γύρω από δυο θέματα που αποτελούν πυλώνες των κειμένων της. Η πιθανότητα της παραφροσύνης και η ιδέα της αυτοκτονίας. Και τα δυο παίρνουνε σάρκα και οστά στο τέλος της ζωής της.

Οι σύντομες περίοδοι κατά τις οποίες υπήρξε τρόφιμος ψυχιατρείου και κάποια σημεία της γραφής της, αποτελούν την απόδειξη: «… Το μεγαλύτερο μυστήριο της ζωής μου είναι αυτό: γιατί δεν αυτοκτονώ; Μάταια προφασίζομαι την τεμπελιά, τον φόβο μου, τον αντιπερισπασμό. Ίσως γι αυτό νιώθω κάθε νύχτα, ότι έχω ξεχάσει κάτι να κάνω» (8 Μαρτίου του 1962).

«…Τάσεις να συντρίψω το σώμα μου πάνω στον τοίχο, να γίνει χίλια κομμάτια…» (16 Μαρτίου του 1962).

«…Για παράδειγμα, εσύ θα αυτοκτονήσεις, της είπα. Αλλά ίσως πρόκειται για μένα, μόνο για μένα» (28 Μαρτίου του 1962).

 Αλεχάντρα Πισαρνίκ

Αυτό που πραγματικά κάνει η Πισαρνίκ είναι ότι δημιουργεί μια ποιητική εικόνα για την τρομερή πραγματικότητα του θανάτου, κάτι που της επιτρέπει να ξεφύγει από τη ζωή και δικαιώνει την πράξη της εύρεσης ενός μέρους με τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία και αθανασία.

Το 1969 λαμβάνει την υποτροφία Γιούγκενχάιμ και το 1971 την υποτροφία Φουλμπράιτ. Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1972, ενώ περνούσε ένα Σαββατοκύριακο μακριά από την ψυχιατρική κλινική της οποίας ήταν τρόφιμος, η Αλεχάντρα έβαλε τέλος στη ζωή της με υπερβολική δόση Σεκονάλ.

 

Τρία ποιήματα της Αλεχάντρα Πισαρνίκ

 

Από την ποιητική συλλογή «Η τελευταία αθωότητα» (1956)

Η Ερωτευμένη

αυτή η θλιβερή μανία τού να ζεις
αυτή η μύχια φάρσα τού να ζεις
σε παρέσυρε Αλεχάντρα μην το αρνείσαι.

σήμερα κοιτάχτηκες στον καθρέφτη
και ήσουν θλιμμένη και μονάχη
το φως θορυβούσε ο αέρας κελαηδούσε
αλλά ο αγαπημένος σου δε γύρισε

θα στείλεις μηνύματα θα χαμογελάσεις
θα κυματίσεις τα χέρια σου έτσι θα γυρίσει
ο αγαπημένος σου ο τόσο αγαπημένος

ακούς την παράφωνη σειρήνα που στον έκλεψε
το καράβι με τ’ αφρισμένα γένια
εκεί όπου τα γέλια έσβησαν
αναπολείς την τελευταία αγκαλιά
μα δεν έχεις αγωνία
γέλα στο μαντίλι ξεκαρδίσου στα κλάματα
μόνο κλείσε τα παράθυρα του προσώπου σου
για να μην πουν μετά
ότι εκείνη η ερωτευμένη γυναίκα ήσουν εσύ

οι μέρες σού προκαλούνε τύψεις
οι νύχτες σε κατηγορούν
η ζωή σε πονά τόσο μα τόσο
απελπισμένη, προς τα πού πας;
απελπισμένη και τίποτα περισσότερο!

 

Νύχτα

Quoi, toujours? Entre moi sans
cesse et le Bonheur!
G. DE NERVAL

Ίσως τούτη η νύχτα να μην είναι νύχτα
ένας ήλιος ειδεχθής πρέπει να ’ναι, ή
κάτι άλλο, ή οτιδήποτε…
Τι ξέρω εγώ! Λείπουν λέξεις,
λείπει ειλικρίνεια, λείπει ποίηση,
όταν το αίμα δακρύζει και δακρύζει!

Θα μπορούσα να είμαι τόσο ευτυχισμένη αυτήν τη νύχτα!
Αν μονάχα μου δινόταν η ευκαιρία να ψηλαφίσω
τις σκιές, ν’ ακούσω βήματα,
να πω «καληνύχτα» σε οποιονδήποτε
βγάζει βόλτα το σκύλο του,
θα έλεγα άσπρο το φεγγάρι, θα το
κοιτούσα θα σκόνταφτα
πάνω σε πέτρες τυχαία, όπως συμβαίνει.

Αλλά υπάρχει κάτι που διαπερνά το δέρμα,
μια τυφλή οργή
που ρέει στις αρτηρίες μου.
Θέλω να φύγω! Κέρβερε της ψυχής μου
Άσε, άσε με να διαπεράσω το μειδίαμά σου!

Θα μπορούσα να είμαι τόσο ευτυχισμένη αυτήν τη νύχτα!
Ακόμη μένουν όνειρα ανεκπλήρωτα.
Και τόσα βιβλία! Και τόσα φώτα!
Και τα λίγα μου χρόνια! Γιατί όχι;
Ο θάνατος είναι μακριά. Δε με κοιτά.
Τόση ζωή Κύριε!
Για ποιο λόγο τόση ζωή

 

Από την ποιητική συλλογή «Οι χαμένες περιπέτειες» (1958)

Αόρατες Τέχνες

Εσύ που τραγουδάς όλους μου τους θανάτους.
Εσύ που τραγουδάς αυτό που δεν εμπιστεύεσαι
στ’ όνειρο του χρόνου,
περιέγραψέ μου την πηγή της αδειοσύνης,
μίλα μου λέξεις ντυμένες φέρετρα
που κατοικούν στην αθωότητά μου.

Με όλους μου τους θανάτους
δίνομαι στο θάνατό μου,
με παιδικές χουφτίτσες,
με μέθυσους πόθους
που δεν περπάτησαν κάτω από τον ήλιο,
και δεν υπάρχει μια πρωινή λέξη
που να δικαιώνει το θάνατο
και δεν υπάρχει ένας θεός, ανέκφραστος να πεθάνεις.

Alejandra Pizarnik, Ποιήματα, εκδ. Θράκα 2014  & 2016

Μετάφραση: Στάθης Ιντζές