Με αφετηρία και προορισμό τον «Ιππόλυτο», μια τραγωδία γεμάτη έρωτα, παραφορά, μίσος και εκδίκηση, ο συνθέτης και ερευνητής του ήχου Δημήτρης Καμαρωτός και η ηθοποιός Αμαλία Μουτούση δημιουργούν στον ιστορικό χώρο του Παρνασσού μια σκηνική αφήγηση της τραγωδίας, στην οποία πρωταγωνιστούν αλληλένδετα ο λόγος και η μουσική. Πλέγματα ήχου σαν ηχητικές μάσκες, νέες προσωδίες και απροσδόκητες πολυφωνίες γεννιούνται καθώς, από κοινού, μουσικός και ηθοποιός, ως ισότιμοι πρωταγωνιστές μάς οδηγούν στην προσέγγιση του νοήματος του έργου του Ευριπίδη.

«Ο Ιππόλυτος μου αρέσει πολύ», λέει η Αμαλία Μουτούση, «βρίσκω την ιστορία βαθιά ερωτική, γιατί υπάρχει ο θείος και ο ανθρώπινος έρωτας και ο ένας μπαίνει μέσα στον άλλο. Ο τρόπος με τον οποίο ο Ιππόλυτος είναι ερωτευμένος με τη θεά, είναι εφάμιλλος του τρόπου με τον οποίο η Φαίδρα είναι ερωτευμένη με αυτόν. Ο τρόπος με τον οποίο έχει βάλει ο Ευριπίδης τον έναν έρωτα δίπλα στον άλλο, ανατρέχει και στο ζήτημα της πίστης, σχετίζοντάς το με την εποχή που ζούμε και το έλλειμμα που υπάρχει μέσα σε αυτήν. Με κινεί και με συγκινεί αυτό το ζήτημα, καθώς αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά σε σχέση με την απορία που έχουν οι άνθρωποι για το πώς να ζήσουν. Και παρόλο που η ζωή τούς έχει δείξει, εξακολουθούν να ζουν ως τυφλά πρόσωπα, όντας δεμένοι μόνο το δικό τους επιχείρημα. Ετοιμάζουμε τον Ιππόλυτο ως δυο μέλη μιας ορχήστρας. Ο Δημήτρης Καμαρωτός, που η κύρια λειτουργία του είναι να είναι μουσικός, εδώ είναι ερμηνευτής και εγώ, που η κύρια λειτουργία μου είναι να είμαι ηθοποιός, είμαι μέλος μιας ορχήστρας».

Πρόκειται για μια αντιστροφή ρόλων;
Ακριβώς. Είναι μια βουτιά μέσα στο κείμενο μέσω των προσώπων. Παίζω όλους τους ρόλους της τραγωδίας, ενώ οι ηλεκτρονικοί ήχοι της μουσικής παίρνουν την εκκίνησή τους από τη φωνή μου, ταυτόχρονα με τον μουσικό που χειρίζεται και ένα μουσικό όργανο, ένα μπάσο κλαρινέτο. Αυτός ο συνδυασμός δημιουργεί μια φωνή που, χωρίς καθόλου παραμορφώσεις, φτιάχνει μια ηχητική μάσκα. Χωρίς να είναι ανάγκη να υπάρχει καμία εξειδίκευση του αυτιού, γίνεται μια προσπάθεια να μπορέσει να ειπωθεί η ιστορία του Ιππόλυτου πυκνά, σαν μια χειρονομία, σαν ένα παραμύθι, απνευστί. Χωρίς να είναι αναλόγιο, γιατί εδώ παίζω όλους του ρόλους και πρέπει να περνάω από τον ένα στον άλλο ρόλο ακαριαία. Και βέβαια το όχημα της παράστασης είναι μόνο το νόημα. Αυτό που μας ενδιέφερε είναι να φύγει ο θεατής από την παράσταση και κάπως μέσα στο μυαλό του να υπάρχει ο Ιππόλυτος. Να ειπωθεί όλη η ιστορία από την αρχή προς το τέλος.

«Ιππόλυτος» του Ευριπίδη

Γιατί το λέτε αυτό; Δεν είναι αυτονόητο κάποιος που έρχεται, να θέλει να ακούσει την ιστορία;
Αυτό είναι και το πιο δύσκολο πράγμα.  Ο λόγος δε σημαίνει ότι επειδή βγαίνει από το στόμα σου, παράγει και νόημα. Είναι άλλο το να λέω λέξεις και άλλο αν πρέπει κανείς να δουλέψει προς μια κατεύθυνση ώστε ο λόγος να είναι πράξη. Για να παράγει νόημα στη δική μας περίπτωση, πρέπει να ειπωθεί η ιστορία πυκνά, με έμφαση στις λεπτομέρειες, να μπορούν μέσα εκεί τα πράγματα να αντηχούν ώστε να βοηθούν το θεατή να φανταστεί, να υπάρχουν ατμόσφαιρες που γεννιούνται και φεύγουν στιγμιαία, να δώσεις δηλαδή την ευκαιρία στο θεατή να βυθιστεί μέσα σε αυτή τη συνάντηση του χώρου, του ήχου και του νοήματος.

«Είναι  μια μουσική σύλληψη της τραγωδίας»

Μιλώντας για το χώρο, αυτός είναι ο λόγος που διαλέξατε τον Παρνασσό;
Αναζητήσαμε αυτό το χώρο όχι γιατί γίνονται συναυλίες συνήθως, αλλά ακριβώς επειδή έχει ιστορικότητα και ζωντανή μνήμη και δεν έχει ξαναχρησιμοποιηθεί με αυτό τον τρόπο. Ερχόμαστε να αφηγηθούμε μια ιστορία στο παρόν, μια ιστορία που έχει μέσα τη μνήμη, έναν άλλο χρόνο, το παρελθόν. Δημιουργώντας  σχέση λόγου-χρόνου μέσα σε ένα μέρος απείραχτο από το χρόνο και φωτισμένο από τον Γιάννη Δρακουλαράκο ακραία κινηματογραφικά, με όλη τη λεπτομέρεια του χώρου να έρχεται σε πρώτο πλάνο και να παίζει το ρόλο του.

Η μουσική σε αυτή την παράσταση δεν είναι συνοδευτική του λόγου, όπως καταλαβαίνω.
Θα σας το πω αλλιώς. Αυτή δεν είναι μια τραγωδία με μουσική. Είναι  μια μουσική σύλληψη της τραγωδίας. Το λόγο τον διαβάζω μόνο εγώ, μόνο εγώ έχω σχέση με αυτό, γιατί αυτή είναι και η δουλειά μου ως ηθοποιός, αλλά ο τρόπος που λειτουργώ είναι σαν να είμαι μέλος της ορχήστρας, είμαι εξαρτημένη από την αναπνοή ενός μπάσου κλαρινέτου. Το αντίστροφο συμβαίνει από τη μεριά του Δημήτρη Καμαρωτού.

Είναι μεγάλο το ζήτημα του λόγου στο θέατρο σήμερα;
Ο λόγος είναι ένα τεράστιο θέμα και μάλιστα το αρχαίο δράμα σου δίνει την ευκαιρία να πλησιάσεις το λόγο σαν υλικό πολύ περισσότερο από άλλα είδη θεάτρου, επειδή έχει κάτι πρωτογενές. Σήμερα το θέατρο έχει περάσει σε μια πιο ψυχολογική και προσωποποιημένη κατάσταση. Βλέπεις πρόσωπα, χαρακτήρες, ψυχολογίες, έτσι ώστε ο λόγος να απομακρύνεται από το βασικό συστατικό της υποκριτικής τέχνης. Πιο πολύ απασχολούμαστε με το πώς είναι ένα πρόσωπο, με το πώς είναι ένας χαρακτήρας και ξεχνάμε ότι τα πρόσωπα γεννιούνται από το λόγο. Ο λόγος γεννάει αυτά τα πρόσωπα, ενώ σήμερα γίνεται κάπως αντίστροφα. Δηλαδή ασχολούμαστε με τα πρόσωπα, τα οποία παρεμπιπτόντως μιλάνε. Ενώ στην πραγματικότητα αυτό που λένε ή αυτό που κρύβουν, είναι ό,τι τα συγκροτεί. Ειδικά στο αρχαίο δράμα, τα γεννά μόνο ο λόγος.

«Ιππόλυτος» του Ευριπίδη

Μου δίνετε ένα παράδειγμα;
Τα τελευταία κυρίως χρόνια παίζουμε ρόλους. Παίζουμε την Κλυταιμνήστρα ανάλογα με το πώς θα ταιριάξει στη σκηνοθεσία και τον τρόπο που τη βλέπει ο σκηνοθέτης, ο οποίος έχει ανάγκη να δώσει μια πολιτική ή άλλη διάσταση και να τη φέρει στο παρόν και να κάνει ένα σχόλιο, οπότε ασχολούμαστε τόσο πολύ με όλα τα προηγούμενα και έχουμε χάσει τη σχέση μας και την επαφή μας με το πρωτογενές μας υλικό, το λόγο. Ο λόγος μπορεί να είναι ζωντανός όσο μπορεί να είναι και νεκρός σε μια παράσταση. Και χρειάζεται μια ειδική παιδεία, την οποία δεν μπορέσαμε εμείς να την έχουμε σε συνέχεια από δασκάλους. Ας πούμε, δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε τη συνέχεια αυτού που πρόσφερε ο Ροντήρης, ή με ένα τελείως διαφορετικό ύφος και φρόνημα ο Κουν, ο Βογιατζής, ο Βραχωρίτης, ο Ευαγγελάτος, αν το κάναμε, δε θα ήμασταν μοναχικές νησίδες, δε θα έψαχνε μόνος του ο καθένας μας να μάθει μέσα από την εμπειρία του, αυτοδίδακτα. Σήμερα μιλάμε με γενικότητες για όλα, γιατί δεν συνεχίστηκε αυτή η διδασκαλία και δεν έχουμε τις «παρτιτούρες» της, ενώ θα έπρεπε να έχει περάσει στην παιδεία μας.

Υπήρξε η αμφισβήτηση του λόγου, υπάρχει και σήμερα, πώς συνέβη αυτό;
Αυτό συμβαίνει γενικώς στον πολιτισμό, κάτι που έγινε και στη γλώσσα μας. Έχουμε σταματήσει να μιλάμε ελληνικά, να μιλάμε τη γλώσσα μας, γιατί κάποια στιγμή σταματήσαμε να τη μιλάμε καλά. Και τι σημαίνει μιλώ καλά; Σημαίνει έχω σχέση με τις λέξεις που χρησιμοποιώ. Ας αφήσουμε στην άκρη το θέατρο και το αρχαίο δράμα, πέστε μου, ποιος από εμάς έχει σχέση με τη γλώσσα, με τις λέξεις που χρησιμοποιεί;

«Ως καλλιτέχνες οφείλουμε να φτιάξουμε έναν κόσμο που ο άνθρωπος απέναντί μας θα τα αφήσει όλα και θα έρθει εκεί»

Και δεν εννοώ καθόλου μια εξειδικευμένη σχέση, αλλά μια συνειδητή. Γιατί και ο πιο απλός άνθρωπος, στην πιο απομακρυσμένη περιοχή που μπορεί να έχει πολύ φτωχότερο λεξιλόγιο, μπορεί να έχει ενωμένο το μέσα του με αυτό το οποίο λέει. Μιλώ για αυτή τη συνοχή, για την ανάγκη από την οποία ξεκινά η σωστή χρήση της γλώσσας. Νομίζω δεν περνά η συνείδησή μας μέσα από τη γλώσσα, μιλάμε πολύ εύκολα, μηχανικά. Και είναι ένα δείγμα του πολιτισμού, αυτή είναι και η δική μας δουλειά, των ηθοποιών, να κάνουμε αυτό το πέρασμα, τη σύνδεση.

Πόσο δύσκολο είναι λοιπόν για ένα ηθοποιό σήμερα να αφοσιωθεί στη δουλειά του, να αδειάσει από τον εαυτό του και να έρθει σε μια συνομιλία με την ίδια τη δουλειά του και στη συνέχεια με το κοινό;
Είναι τόσο δύσκολο που καμιά φορά νομίζεις ότι είναι αδύνατον. Το σύστημα μέσα στο οποίο λειτουργεί το επάγγελμα είναι καταιγιστικό, έχει ρυθμούς άγριους, τρομερή πίεση, πρέπει να λειτουργούμε σαν μηχανές, χοντρικά, έχει τα χαρακτηριστικά της εποχής μας. Είναι επίσης δύσκολο για έναν επαγγελματία ηθοποιό να μπορέσει να μπει και να έχει μια σοβαρή σχέση με τη δουλειά του, να την ερευνήσει. Γιατί αν δεν υπάρχει καθόλου έρευνα -το κάνουμε πολύ συχνά αναγκαστικά- βγαίνουμε με αυτά που έχουμε ήδη στις τσέπες μας. Κάποιοι το κάνουν αυτό και καλά και με ήθος. Αλλά δεν προλαβαίνεις πάντα μέσα σε δυο μήνες να είσαι αντιμέτωπη με αυτό που δεν ξέρεις, πρέπει να πας κατευθείαν σε αυτό που ξέρεις. Και δεν μπορείς να είσαι πρόθυμος σε αυτή τη συνθήκη να κάνεις λάθος, γιατί αν δεν κάνουμε λάθη δεν πρόκειται να μάθουμε, γιατί δεν ξέρουμε. Αυτό πρέπει στην ουσία να παραδεχτούμε, ότι δεν ξέρω, αλλά δεν το προλαβαίνω. Αυτός όμως δεν είναι ο τρόπος να μας τροφοδοτεί αυτή η δουλειά, ούτε να τη τροφοδοτούμε. Επειδή δεν υπάρχει τίποτα να βοηθάει τον καλλιτέχνη, το μόνο που ισχύει για μένα είναι αυτό που προσπαθώ και στη ζωή μου -γιατί είναι ένα όλα αυτά-  να δίνω όσο χρόνο μπορώ για να είμαι λίγο πιο κοντά σε αυτό που μου χρειάζεται. Στη διαδικασία δηλαδή, αυτή με θρέφει, ξεκινά από τη στιγμή που έχω στα χέρια μου σαν πλαστελίνη το υλικό μου και συνεχίζω να το πλάθω μέχρι το τέλος, απλώς ανοίγει κάποια στιγμή η πόρτα και μπαίνει και το κοινό. Εγώ συνεχίζω να κάνω τη δουλειά μου, όλο το άλλο θυμίζει εξετάσεις, είναι βίαιο, γραμμικό, εγώ θέλω ησυχία με το υλικό μου, να το δουλεύω διαρκώς.

«Ιππόλυτος» του Ευριπίδη

Μιλήστε μου για τη σχέση σας με το κοινό, πώς συνδέεστε;
Ακόμα και σε στιγμές που μπορεί να δυσκολεύουν πολύ με την παρουσία τους μια παράσταση, είμαι πολύ μαζί με τους θεατές. Δεν είναι εύκολο για όλους τους ανθρώπους να καθίσουν ήσυχα σε μια καρέκλα και να είναι παρόντες. Ειδικά τα τελευταία χρόνια έχω παρατηρήσει πολύ μεγάλη αλλαγή, κουνιούνται, ανοίγουν το κινητό, υπάρχει μια ανησυχία στους ανθρώπους, που έχει και το καλό της, γιατί αυτοί οι άνθρωποι που τρέχουν όλη μέρα και τρέχουν να δουν και μια παράσταση, να κάνουν καλό στην ψυχή τους όταν καταφέρνουν και ησυχάζουν έχει μεγάλη αξία, το εκτιμάς, μετράει, γιατί δεν είναι αυτονόητο. Είμαι στη μεριά των θεατών γιατί ο ηθοποιός πρέπει να τους πάρει από εκεί που είναι. Αυτή είναι η δουλειά μας. Εμένα με ενδιαφέρει η σχέση μου με το κοινό να είναι προσωπική, να ησυχάζω μπροστά στους ανθρώπους. Και να ησυχάζω και αυτούς. Μου αρέσει πολύ αυτό στη δουλειά μου, να τους περιμένω κάθε μέρα και μέσα από αυτή την ιστορία που θα βγει και με τον τρόπο που θα αφηγηθώ, να μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να αλλάξουν χώρο, χρόνο, να καθαρίσουν έστω για λίγο από αυτό που είχαν πριν έρθουν, να βρεθούμε μαζί σε κάτι από κοινού.

Πιστεύετε ότι έχουμε και μια βουλιμία ως κοινό, να δούμε πολλά, να τρέξουμε σε όλα, να μη χάσουμε κάτι;
Υπάρχει μεγάλη βουλιμία, γι’ αυτό ο ηθοποιός πρέπει να είναι συγκροτημένος και να τους ξενερώνει λίγο σε αυτό. Υπάρχει κάτι επιφανειακό στο να τα δεις όλα, να προλάβεις τα πάντα. Εμένα μου αρέσει να μη σκέφτομαι το κοινό ως κάτι γενικό, αλλά ως πρόσωπα και το καθένα από αυτά αναλαμβάνει την ευθύνη της επιλογής του. Κάθε άνθρωπος από το κοινό είναι ένα πρόσωπο και εξαρτάται από το πόσο αυτό το πρόσωπο θέλει να είναι συνειδητό στη ζωή του και στις επιλογές του. Από εκεί και πέρα ο ηθοποιός έχει και εκείνος την ευθύνη του. Οπότε οι δυο πλευρές πρέπει να κρατήσουν και το επίπεδο των ρόλων τους ως θεατές και ηθοποιοί. Μιλώντας για τους ηθοποιούς, έχουμε πολύ ανάγκη αυτό το βλέμμα του ανθρώπου που έρχεται να σταθεί μαζί μας σε μια αίθουσα.

Σας επηρεάζει αυτός ο ένας, ο μόνος θεατής που μπορεί να παρατηρήσετε;
Καταλαβαίνω αμέσως από το πώς στέκεται ένα σώμα απέναντί μου, τον τρόπο με τον οποίο με παρακολουθεί. Αυτό με μεταμορφώνει γίνομαι αμέσως σοβαρή, σαν να έχω μπροστά μου ένα παιδί. Εκεί δεν μπορείς παρά να είσαι αληθινός, να πεις μόνο τα απαραίτητα, τα αναγκαία, να μην κάνεις τίποτα περιττό και να επικοινωνήσεις κατευθείαν μαζί του. Καταλαβαίνεις ότι αυτός ο άνθρωπος έφτασε στο θέατρο για ένα λόγο δικό του, σοβαρό, αυτό με κάνει και εμένα να τον παίρνω στα σοβαρά. Και με μεταμορφώνει, γιατί ένας μέρος αυτής της δουλειάς είναι να είμαστε θεραπευτικοί, μέσα από τον τρόπο που επικοινωνούμε με τους άλλους. Πρέπει να πάρεις τον άλλον από εκεί που βρίσκεται, να τα αφήσει όλα και να φτάσει εκεί που θέλεις να τον πας. Είναι μια ταχυδακτυλουργία, κάτι μαγικό. Ως καλλιτέχνες οφείλουμε να φτιάξουμε έναν κόσμο που ο άνθρωπος απέναντί μας θα τα αφήσει όλα και θα έρθει εκεί.

Info παράστασης:

«Ιππόλυτος» του Ευριπίδη | 7 – 11 Ιουνίου 2017  | Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός