Το 1921, στα πρόθυρα της Μικρασιατικής Καταστροφής, ο Παντελής Χορν εμφανίζει το «Φιντανάκι». Η εποχή είναι δύσκολη, παράξενη, με τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο να έχει αφήσει τα σημάδια του σε μια κοινωνία ανέτοιμη να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις του μεγάλου πολέμου. Στην Αθήνα της δεκαετίας του ’20 ο κόσμος βυθίζεται σε μια πρωτοφανή ανέχεια, καθώς τα τρόφιμα είναι σε αξία δεκαπλάσια και ο μαυραγοριτισμός δημιουργεί μια νέα τάξη κατοίκων, τους νεόπλουτους. Προερχόμενοι και αυτοί από λαϊκές τάξεις, έχουν τον πιο επιδεικτικό και χυδαίο τρόπο να ξοδέψουν το χρήμα τους, το μόνο που τους καθιστά άτομα αξιοσέβαστα σε μια κοινωνία που η επαιτεία συναντά το σκληρό μεροκάματο, την αβεβαιότητα του μέλλοντος και την πορνεία. Ο Παντελής Χορν μιλά για τις αθηναϊκές αυλές που ζέχνουν από τον ιδρώτα της επιβίωσης και της εξαγοράς, της εκπόρνευσης κάθε νέου και νέας που βλέπει να κυκλώνεται από το αδιέξοδο μέλλον του και επιχειρεί να χαράξει τους ανθρώπινους χαρακτήρες του κάτω από το κέλυφος της αισθηματοποίησης.

Σχεδόν ένα αιώνα από το πρώτο του ανέβασμα, το «Φιντανάκι» και το κεντρικό του θέμα, ο ηθικός ξεπεσμός του ατόμου ως αναπόφευκτη απόρροια των κοινωνικών και οικονομικών περιστάσεων που δημιουργούνται σε περιόδους κρίσης, γίνεται το υλικό της παράστασης που σκηνοθετεί ο Ανέστης Αζάς στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, με τον οποίο συναντηθήκαμε λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα του έργου.

©Κάρολ Τζάρεκ

Από το θέατρο – ντοκιμαντέρ και το πολιτικό θέατρο φτάνετε στο «Φιντανάκι», οπότε μένει να μου πείτε τι βρίσκετε ενδιαφέρον στο κείμενο αυτό.
Δυο πράγματα. Ήθελα να ξαναδουλέψω με ηθοποιούς και ήθελα να κάνω αφήγηση.

Ψάχνατε για ελληνικό έργο;
Έψαχνα έργα γύρω από τη θεματική του χρέους και θεώρησα ότι αυτό το έργο στον πυρήνα του έχει κάτι να πει. Περιγράφει μια κατάσταση της ύπαρξης. Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση ήταν οι συγκρούσεις μεταξύ των ανθρώπων που βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης, που θέλουν να σώσουν την πάρτη τους, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πράξεών τους στους γύρω τους. Επίσης έχει έναν πολύ συμπαγή μύθο.

«Το “Φιντανάκι” περιγράφει μια κατάσταση της ύπαρξης»

Υπάρχει αυτός ο τύπος, η Κατίνα, που διαφεντεύει τις τύχες των ηρώων, γι’ αυτό και χρησιμοποιώ ένα «χορό» και καθένας εκεί μέσα προσδιορίζει τη θέση του σε σχέση με αυτή την κατάσταση που προσωποποιείται στην Κατίνα. Για μένα αυτό έχει μεγάλο ενδιαφέρον θεατρικά αν θέλεις να κάνεις μια παράσταση για το τώρα. Και είπα «πάμε να το ρισκάρουμε και να το κάνουμε».

Ποια είναι τα κοινά που βλέπετε με το τώρα;
Καταρχάς ο βασικός μηχανισμός του μύθου, το χρέος του Γιάγκου που τον αναγκάζει να κάνει τις επιλογές του και αυτό πυροδοτεί ένα δεύτερο χρέος της Τούλας απέναντι στην Κατίνα και πυροδοτεί το τρίτο χρέος του πατέρα της. Αυτό τον κύκλο τον βλέπει κάποιος ακόμα και σήμερα.

Και πέρα από την οικονομική κατάσταση, ποια είναι τα όμοια χαρακτηριστικά που μπορούμε να δούμε;
Ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν και να εκπληρώσουν τις πραγματικές τους επιθυμίες λόγω της κατάστασης που υπάρχει γύρω τους. Ειδικά το Φιντανάκι, αυτός ο νέος άνθρωπος, ξεκινά για να μπει στη ζωή με κάποια όνειρα, επιθυμίες και στόχους και αυτοί οι στόχοι δεν μπορούν να εκπληρωθούν και αναγκάζεται να πάει κάπου αλλού. Αυτό είναι το τώρα. Εγώ ανήκω σε αυτή την προνομιούχα γενιά που στη δεκαετία του ’80 και ’90 σαν παιδιά προλάβαμε και ζήσαμε κάπως καλύτερα, τώρα βλέπεις ότι η πραγματικότητα μέσα στην οποία θα προχωρήσεις και θα γεράσεις είναι μια πραγματικότητα πολύ σκληρή.

Να μιλήσουμε για τη φόρμα της παράστασης;
Πειραματίστηκα στη διάρκεια των προβών και με στοιχεία ντοκιμαντέρ, που δεν ξέρω αν θα μείνουν στην τελική παράσταση, αυτό γιατί στην πορεία ασχοληθήκαμε με το ίδιο το κείμενο και τα προβλήματα της αναπαράστασής του, περισσότερο από τα ανοίγματα σε ένα αυτοβιογραφικό υλικό των ηθοποιών για παράδειγμα, τα οποία δοκιμάσαμε αλλά δε μας βοηθούσαν να πάμε παραπέρα στην αφήγηση. Υπάρχει μια παράβαση ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη πράξη, αλλά αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο είναι να υπάρχουν μηχανισμοί ώστε να μπαίνει το βλέμμα του θεατή, να ενεργοποιείται και να προσδιορίζεται σε σχέση με την ιστορία που αφηγούμαστε.

©Κάρολ Τζάρεκ

©Κάρολ Τζάρεκ

Λέμε συχνά ότι γίνονται όλο τα ίδια και τα ίδια έργα, τι υλικό έχετε εσείς οι νέοι σκηνοθέτες για να μας πείτε τη δική σας άποψη;
Αυτό είναι πάντα θέμα δουλειάς, αν είναι κλασικό ή μοντέρνο, μια τραγωδία ή ένα σύγχρονο δράμα, πάντα όταν έχεις ένα κείμενο αντιπαρατίθεσαι με το κείμενο. Στην Ελλάδα υπάρχει μια καταφατική προσέγγιση των κειμένων. Ανεβάζουμε ένα έργο επειδή θέλουμε να το αναδείξουμε. Εμένα με ενδιαφέρει το πρόβλημα που υπάρχει σε ένα κείμενο, μέσα από την ιστορία, αλλιώς δε βρίσκω λόγο να το πιάσω. Μπορεί να ακούγεται κλισέ, αλλά ας πούμε, αφού μιλάμε για το Φιντανάκι, ο Αντώνης που είναι ένας καλός και αγαθός άνθρωπος, είναι ένα πρόβλημα. Γιατί μέσω αυτού περιγράφεται και ένας ολόκληρος πατριαρχικός κόσμος.

Ας πάμε στην Πειραματική Σκηνή. Την διευθύνετε για τρίτη χρονιά με τον Πρόδρομο Τσινικόρη. Έχετε δουλέψει κάτι που είχε ανασταλεί πολλά χρόνια, πώς βλέπετε τα πράγματα;
Προσπαθούμε σιγά – σιγά να φτιάξουμε το κοινό μας, νομίζω εν μέρει αυτό το έχουμε πετύχει και αυτή η χρονιά είναι σημαντική γιατί θα κριθεί αυτό ακριβώς. Την πρώτη χρονιά είχαμε το προνόμιο του ενδιαφέροντος από τον κόσμο για κάτι καινούργιο, πέρσι δοκιμάστηκαν οι επιλογές μας, δηλαδή κάναμε κείμενα όπως το «Γελοίο  Σκότος» το οποίο παρουσιάσαμε για πρώτη φορά, εισπρακτικά δεν πήγε καλά και δε το είδε τόσος κόσμος όσος θα θέλαμε, αλλά είμαι υπερήφανος που μεταφράστηκε αυτό το κείμενο στα ελληνικά και υπάρχει.

«Δεν είναι η Πειραματική ένας χώρος για έναν που κάνει το πρώτο βήμα»

Προσπαθούμε να δείξουμε νέους σκηνοθέτες και κείμενα που έχουν σχέση με την πραγματικότητα που βιώνουμε και να δώσουμε βήμα σε σκηνοθέτες που έχουν δείξει μια ενδιαφέρουσα σκηνοθετική γραφή να κάνουν ένα βήμα παραπέρα. Αυτό είναι το βασικό μας κριτήριο για σήμερα και το μέλλον. Δεν είναι η Πειραματική ένας χώρος για έναν που κάνει το πρώτο βήμα, να το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Βλέπουμε με τον Πρόδρομο όσο περισσότερο θέατρο μπορούμε στις μικρές σκηνές, να δούμε τις νέες ομάδες και να τους προσφέρουμε τις καλύτερες συνθήκες που μας επιτρέπει να έχουμε το Εθνικό Θέατρο, δηλαδή να μην έχουν το άγχος της παραγωγής. Κατά τα άλλα, μην κρυβόμαστε, έχουμε προβλήματα όπως όλοι οι δημόσιοι οργανισμοί, δεν είμαστε ένα θέατρο της Δυτικής Ευρώπης, υπάρχουν τομείς που λειτουργούν περίφημα και άλλοι με προβλήματα. Είναι μια θέση στην οποία πρέπει να αφιερώσεις όλο το χρόνο και την ενέργειά σου για να έχεις ένα αξιοπρεπές προφίλ και αποτέλεσμα και παρουσία και ταυτότητα και στίγμα σε αυτό το τεράστιο και άναρχο τοπίο που είναι η θεατρική Αθήνα και έχει τεράστιο ενδιαφέρον ταυτόχρονα.

Η διοίκηση σας δημιουργεί πρόβλημα καλλιτεχνικά;
Τεράστιο. Ας πούμε πέρσι δεν έκανα παράσταση, δεν γινόταν, φέτος όμως δεν μπορούσα άλλο, είχα την ανάγκη, είμαι καλλιτέχνης και θέλω να εκτεθώ μέσα από τη διαδικασία μου. Δηλαδή δεν περνάω καλά με την ταυτότητα του «θεατρικού παράγοντα», είναι κάτι που δεν ταιριάζει στον χαρακτήρα μου, αλλά πρέπει να πω ότι είναι ένα στοίχημα και μια ευκαιρία μοναδική. Είναι ένα προνόμιο και πρέπει να το εκμεταλλευθείς και να δώσεις ό,τι καλύτερο μπορείς.

©Κάρολ Τζάρεκ

©Κάρολ Τζάρεκ

Πόσες προτάσεις είχατε φέτος;
Είχαμε 260 προτάσεις και τις διαβάσαμε όλες. Πρέπει να πω ότι μέσα σ’ αυτές υπήρχαν κάποιες που ήταν πολύ καλές. Αλλά είναι απογοητευτικό το ότι μπορούμε να στηρίξουμε μόνο τρεις παραγωγές.

Εσείς δουλεύετε εδώ, δουλεύετε και έξω με τον Πρόδρομο, μπορείτε να μου περιγράψετε λίγο αυτό που βλέπετε;
Θα σου απαντήσω προσωπικά γι’ αυτό που βλέπω. Εμένα μου αρέσει η αναρχία και η ελευθερία που υπάρχει εδώ, αυτό είναι και το καλό και το κακό. Δηλαδή από τη μια δεν είσαι υποχρεωμένος να είσαι μέρος ενός σκληρού συστήματος που σου επιβάλει κάποια πράγματα.

Γίνεσαι όμως και καλύτερος επαγγελματίας;
Γίνεσαι εκ των πραγμάτων. Όμως τι νόημα έχει να είσαι καλός επαγγελματίας, όταν είσαι σε μια χώρα που δεν λειτουργεί σχεδόν τίποτα επαγγελματικά, όπως τι νόημα έχει να είσαι ένας αναρχικός σε μια χώρα που είναι όλα πλήρως ρυθμισμένα; Αυτή είναι η μεγάλη αντίθεση. Εδώ, και το ξέρουμε όλοι, έχουμε φτάσει σε αυτό που λέμε «ταβάνι» στις παραγωγές. Αλλά, για παράδειγμα, στον τρόπο που γίνονται σήμερα οι παραγωγές λείπει η σκηνογραφία, σταδιακά εξαφανίζεται αυτό. Ο κόσμος, το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα δουλέψεις και θα κλείσεις το μάτι να μπει και ο θεατής, αυτό που βλέπουμε στις ξένες παραγωγές και ζηλεύουμε. Είναι μια λίγκα στην οποία δε μπορούμε να συμμετέχουμε. Καλή είναι η συζήτηση περί φτωχής τέχνης και εννοείται με ό,τι έχεις θα κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς και υπάρχουν και άνθρωποι που τα καταφέρνουν με το τίποτα και κάνουν ωραία έργα. Αλλά μιλάμε και για μια εξέλιξη που έχει πολύ σοβαρές αισθητικές εκπτώσεις. Να έχουμε μια ισορροπία στο χώρο, στα χρώματα, μια ατμόσφαιρα. Το βλέπουμε σε ελάχιστες αναλογικά παραστάσεις στην Ελλάδα. Και συνεχίζουμε με μια λίστα από προβλήματα, αυτό της εκπαίδευσης σε μια χώρα που έχουμε καλούς ηθοποιούς και άλλα και άλλα. Αλλά εδώ ζούμε, με αυτά τα προβλήματα και μέσα σε αυτά επιμένουμε να διορθώσουμε κάποια και να προχωρήσουμε, να μη ξεχάσουμε το αύριο.

Info παράστασης:

«Το Φιντανάκι» του Παντελή Χορν | 18 Νοεμβρίου 2017 – 14 Ιανουαρίου 2018 | Εθνικό Θέατρο – Πειραματική Σκηνή -1 – Αίθουσα «Κατίνα Παξινού»