Όταν μπήκα πριν από λίγα χρόνια στον κόσμο του Facebook, υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην ανεβάζω φωτογραφίες των παιδιών μου, σεβόμενη την προσωπικότητά τους. Λίγα μόλις χρόνια μετά, η έφηβη κόρη μου άνοιξε λογαριασμό Instagram, όπως κι όλοι οι φίλοι της και μπορεί ν’ ανεβάζει τον εαυτό της. Τελικά το θέμα του σεβασμού της προσωπικότητας και της ιδιωτικότητας είναι πιο περίπλοκο απ’ όσο είχα φανταστεί. Γιατί αποκτούν νόημα όσα κάνουν αυτή κι οι φίλοι της, μόνο αν απαθανατιστούν κι αναρτηθούν; Γιατί πρέπει όλα να φωτογραφίζονται διαρκώς και να σχολιάζονται αντίστοιχα; Αν δεν ανεβαίνουν, είναι σαν να μην τα έχεις ζήσει;

Η Ολίβια Οράς ζει στη Φινλανδία, είναι 16 χρονών κι έχει 20.000 followers στο instagram. Στο ντοκιμαντέρ The Perfect Selfie των Jenni Salonen και Maryam Razavi, την ακολουθούμε με την κάμερα για μια χρονιά απ’ τη ζωή της. Η ταινία προβάλλεται σε πρεμιέρα στην Ελλάδα στο πλαίσιο του φεστιβάλ ντοκιμαντέρ KinderDocs. Το ενδιαφέρον είναι ότι η Ολίβια είναι μεν εντελώς μέσα στον κόσμο των social media, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να τον παρατηρεί απέξω και να τον κρίνει. «Στο instagram βάζουμε μόνο το 2% της πραγματικότητας», λέει. «Ο κόσμος διαμορφώνει άποψη απ’ το τι ανεβάζεις, κρίνοντας επιφανειακά απ’ την εξωτερική εμφάνιση. Δε μοιράζομαι τις πιο βαθιές μου σκέψεις, αλλά τις χαρούμενες στιγμές. Ας επικεντρωθούμε στη ζωή και στα πράγματα που έχουν νόημα», αναφέρει, για να καταλήξει ότι δεν είναι καλό να είσαι συνηθισμένος, αλλά ούτε κι εντελώς διαφορετικός.

«Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ένα συνεχές αναμάσημα του “ποιος είμαι”. Στοχεύουν στις καθηλώσεις της εφηβείας»

Βλέπουμε την Ολίβια στην πραγματική της ζωή εκτός instagram, με τις παρέες της ή με τις εκμυστηρευτικές συζητήσεις με τη μαμά της, που είναι καλλιτέχνης κι έχει και η ίδια μια σχέση αγάπης – μίσους με το διαδίκτυο. Σ’ αυτές τις συζητήσεις θίγονται ζητήματα πολύ πέρα απ’ τα social media, όπως η νευρική ανορεξία, η εξωτερική εμφάνιση, η εικόνα και η αποδοχή, οι σχέσεις με την οικογένεια, το αλκοόλ, η παρενόχληση. «Όσα περισσότερα likes έχεις, τόσο πιο σοβαρά σε παίρνουν». Κι αν προκαλείς και βρίζεις, τα likes αυξάνονται, λέει η Ολίβια που φορτίζει το κινητό της 4-5 φορές τη μέρα. Μόνο μια φορά κατάφερε να το κόψει για μια εβδομάδα, αν και, όπως λέει, «καμιά φορά θέλω να τα σταματήσω όλα και να εξαφανιστώ»!

Συζητώντας με τη Μαριαλένα Σπυροπούλου, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια και συγγραφέα, για το ρόλο που παίζει στη ζωή ενός εφήβου η εικόνα και η γνώμη των άλλων και πόσο αυτό επιτείνεται με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μου αναφέρει πως «η εφηβεία είναι μια περίοδος που αναζητάμε τον εαυτό μας, ψάχνουμε την ταυτότητά μας, τη σύνδεσή μας με τον κόσμο, με τις ομάδες και τις παρέες που αποκτούν χαρακτηριστικά οικογένειας, ως εκ τούτου η εικόνα και η γνώμη των άλλων είναι πολύ σημαντικές. Μέσα από το καθρέφτισμα των άλλων επιβεβαιωνόμαστε, ιδίως σε εκείνα τα ανασφαλή στάδια της εφηβείας, που ακόμα ψάχνουμε τον εαυτό μας, δεν είναι εδραιωμένος μέσα μας αλλά και στην πραγματικότητα. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιτείνουν αυτό το αίσθημα, γιατί προσφέρουν τη συνεχή επαφή με τον εαυτό, τις σκέψεις, την εικόνα, ζητούν και τροφοδοτούνται από αυτό το υλικό. Είναι ένα συνεχές αναμάσημα του “ποιος είμαι”, οπότε θα έλεγα ότι φτιάχτηκαν, ανακαλύφθηκαν, στοχεύουν στην εφηβική περίοδο και στις καθηλώσεις της εφηβείας. Δεν είναι τυχαίο που οι έφηβοι κολλάνε περισσότερο με αυτό τον τρόπο επικοινωνίας και δεν είναι τυχαίο που επιδρά και στους ενηλίκους, ιδίως σε αυτούς που αισθάνονται ακόμα λιγότερο στέρεοι ως προς την αναζήτηση του εαυτού».

«Η ανάγκη για αναγνώριση και αποδοχή από τους συνομηλίκους πάντα υπήρχε, περιοριζόταν όμως στην αυλή του σχολείου ή στην πλατεία», μου λέει η σύμβουλος γονέων  Χριστίνα Ρασιδάκη. «Όταν γύριζες σπίτι και η πόρτα έκλεινε, η έκθεση και αλληλεπίδραση περιοριζόταν προσφέροντας μια κάποια ξεκούραση και ευκαιρία για περισυλλογή και ανασυγκρότηση. Το διαδίκτυο όμως είναι πανταχού παρόν, επί 24ώρου βάσης. Το να χάσεις στιγμιότυπα, σχόλια και επεισόδια, είτε σε αφορούν είτε όχι, δημιουργεί  αίσθηση αγωνίας και ότι “έμεινες απέξω” – αυτό που αποκαλείται FoMoFear of Missing out. Επίσης, οι αναστολές εύκολα αίρονται όταν υπάρχει η ασπίδα μιας οθόνης ή όταν η προσωπική ταυτότητα του καθένα μας διαχέεται μέσα σε μια ομάδα. Τα παιδιά καθίστανται ευάλωτα, αλλά και φέρονται ευκολότερα με τρόπο που συχνά δεν θα έκαναν ποτέ όντας πρόσωπο με πρόσωπο απέναντι σε κάποιον. Ανάλογα, εύκολα ένας έφηβος μπορεί να στοχοποιηθεί, να γίνει θύμα mobbing (ομαδικός εκφοβισμός) ή να υποστεί αποκλεισμό προς τέρψιν της ομάδας».

«Ένα μεγάλο ποσοστό χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σκηνοθετούν μια ζωή, γίνονται curators του εαυτού τους»

Η εικαστικός-ερευνήτρια Κυριακή Γονή έχει δουλέψει με εφήβους σε εργαστήρια επικεντρώνοντας σε θέματα ιδιωτικότητας, ψηφιακού εαυτού και προσωπικών δεδομένων ή επεξεργασίας της εικόνας μας και πώς αυτά μπορεί να αλλάζουν τους τρόπους που προσλαμβάνουμε ή κατασκευάζουμε την πραγματικότητα. «Η selfie δίνει συνέχεια σε μια ανάγκη καταγραφής εαυτού που δεν είναι νέα, υπάρχει από τότε που ο άνθρωπος συνειδητοποίησε την ύπαρξή του. Η διαφορά είναι ότι με την τεχνολογία γίνεται πιο εύκολο και αποκτά ευρύ κοινό. Το ότι υπάρχει η πλατφόρμα ενθαρρύνει τη φιλαρέσκεια και το ναρκισσισμό, που έτσι κι αλλιώς είναι ανθρώπινα χαρακτηριστικά όλων των ηλικιών. Ενδιαφέρον έχουν οι εφαρμογές beautify (ωραιοποίησης), που δημιουργούν την τέλεια εικόνα που προορίζεται κατευθείαν προς κατανάλωση (Commodification of the self). Το προσωπικό έχει γίνει πια δημόσιο κι έτσι παίρνει και μεγαλύτερο βάρος. Ένα μεγάλο ποσοστό χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σκηνοθετούν μια ζωή, τι θα υπάρχει στο timeline τους, γίνονται curators του εαυτού τους, κάνουν το αφήγημά τους. Υπάρχει η ηδονοβλεψία, όπως και στην τέχνη, η ανάγκη και περιέργεια να δούμε τι κάνουν οι άλλοι, που ανατροφοδοτείται. Είναι γνωστό το μότο «pic or it didnt happen»: Αν δεν φωτογραφίζεις – κι αναρτάς – κάτι, δεν έχει αξία. Αυτό που έχω παρατηρήσει στα δημιουργικά εργαστήρια με εφήβους, είναι ότι επίσης υπάρχει και η ρητορική της βαρεμάρας: Ανεβάζω κάτι γιατί βαριέμαι. Έτσι καταπολεμώ τη βαρεμάρα».

Είναι ικανά τελικά τα κοινωνικά δίκτυα ν’ αλλάξουν τα πάντα στους κώδικες της ανθρώπινης επικοινωνίας; «Δεν θα έλεγα κάτι τόσο ακραίο», μου απαντά η κ. Ρασιδάκη. «Τα κοινωνικά δίκτυα, όταν χρησιμοποιούνται σωστά και με μέτρο, έχουν πολλά θετικά να προσφέρουν σε όλους μας. Από την άλλη ναι, οι κώδικες επικοινωνίας μπορούν να αλλάξουν χάρη στη προστασία και την ανωνυμία που προσφέρει κάθε οθόνη. Παλαιότερα, για παράδειγμα, έπρεπε να μαζέψεις το κουράγιο σου να πεις σε ένα αγόρι ή κορίτσι ότι δεν θες πια να είστε μαζί. Τώρα μπορείς απλά να εξαφανιστείς και ο άλλος να μείνει με την απορία και την αγωνία του τι έκανε. Παλαιότερα έπρεπε να εκφράσεις ανάγκες, επιθυμίες, συναισθήματα, διαφωνίες και αδυναμίες πρόσωπο με πρόσωπο, που από μόνο του είναι μια σημαντική πρόκληση γιατί εκτίθεσαι στον άλλο, στο τι θα πει και πώς θα αντιδράσει. Αυτές οι δυσάρεστες πλην όμως αναγκαίες προκλήσεις είχαν και έχουν πολλά να διδάξουν στους εφήβους για της φιλικές, συναισθηματικές, εργασιακές διαπροσωπικές σχέσεις. Δεν αποκλείεται να έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα νέο φαινόμενο του “ομιλητικά αγχώδους ατόμου” εκεί που η ομιλία αποτελεί το βασικό μέσω επικοινωνίας του είδους μας».

«Πάντα μεταβάλλονται οι κώδικες ανθρώπινης επικοινωνίας», λέει η κ. Γονή. «Δεν ξέρω αν συμβάλουν στο καλύτερο ή χειρότερο τα social media, αλλά είναι σημαντικό να είμαστε παρόντες και θετικοί σ’ ό,τι συμβαίνει. Να μην είμαστε παθητικοί δέκτες τεχνολογίας. Πίσω απ’ την οθόνη μου τρέχουν οι αλγόριθμοι, γίνονται στοχευμένες διαφημίσεις ανάλογα με το προφίλ μου. Κάποιος που ξέρει από τεχνολογία μπορεί να βγάλει πολύ υλικό και να διαβάσει πολύ περισσότερα από μια απλή πληροφορία του προσώπου μέσα από μια φωτογραφία, για παράδειγμα. Αυτό δεν είναι πολύ γνωστό και κατανοητό στους περισσότερούς μας. Δεν τα λέω φοβικά, ως πολεμική, κι εγώ χρησιμοποιώ το διαδίκτυο στη δουλειά μου, Σίγουρα δεν ελέγχεις με ποιους έρχεται ή μπορεί να έρθει σ’ επαφή το παιδί σου, γι’ αυτό είναι πολύ σημαντική η γνώση και η πληροφόρηση. Δεν είναι έξυπνο το να το απαγορεύσεις, αλλά να είσαι κοντά και να βοηθήσεις να καταλάβουν τα εργαλεία αυτά».

«Το προσωπικό έχει γίνει πια δημόσιο κι έτσι παίρνει και μεγαλύτερο βάρος»

Υπάρχει ενδεδειγμένη στάση των γονιών απέναντι σε φαινόμενα σαν αυτό που πραγματεύεται η ταινία; Η Μαριαλένα Σπυροπούλου μου απαντά, «υπάρχει και ξεκινά από τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού. Οι γονείς πρέπει να επεξεργάζονται από νωρίς τη ναρκισσιστική παθολογία, την ανάγκη να υπάρχει μια στέρεη, καλογυαλισμένη εικόνα του εαυτού και των άλλων. Επίσης, πρέπει να οριοθετούν τη χρήση του κινητού και των τάμπλετ και την εμπλοκή στα κοινωνικά δίκτυα. Να συζητούν με τα παιδιά τους από νωρίς και να τους εξηγούν τη σκοτεινή πλευρά της σελήνης, γιατί υπάρχει και επηρεάζει αρνητικά σε βάθος χρόνου. Να φροντίζουν να έχουν και οι ίδιοι πραγματική ζωή και τα παιδιά τους να έχουν δραστηριότητες, φίλους, και παράταση όσο το δυνατόν περισσότερο μιας παιδικότητας και μιας αθωότητας. Φυσικά και έχουν λόγο ή θα έπρεπε να έχουν λόγο οι γονείς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα παιδιά τους. Απλώς καμιά φορά καταρρίπτεται το επιχείρημα, γιατί πολλοί γονείς είναι επίσης εξαρτημένοι από την ανακάλυψη του εαυτού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οπότε γίνεται δύσκολη η οριοθέτηση».

«Αυτό που μπλοκάρει τους υπερφορτωμένους γονείς, αρκετοί από τους οποίους δεν είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένοι με τα ηλεκτρονικά πέραν της χρήσης του τηλεφώνου τους, είναι η ιδέα ότι θα πρέπει να μάθουν πώς λειτουργούν τα Instagram, snapchat ή και Facebook αν δεν έχουν», παρατηρεί η κ. Ρασιδάκη. «Φυσικά και χρειάζεται να έχουν μια αν όχι ειδική, τουλάχιστον γενική γνώση επ’ αυτών. Πέραν αυτού όμως χρειάζεται να αναπτύξουν μια κουλτούρα ηλεκτρονικής/διαδικτυακής υγιεινής στην οικογένεια, όπως κάνουν και με άλλα πράγματα αρχίζοντας από τους εαυτούς τους. Φυσικά και δεν μπορούν να επηρεάσουν τους εφήβους τους όταν οι ίδιοι είναι με τη μύτη στην οθόνη, είτε παίζοντας διαδικτυακά παιχνίδια, είτε στο Facebook, όταν δεν μπορούν να κρατήσουν μια συζήτηση χωρίς κάθε λίγο να τσεκάρουν το κινητό τους, όταν απαθανατίζουν την κάθε τους στιγμή και ακόμα χειρότερα δεν αντέχουν να μην την αναρτήσουν, όταν περνούν ώρες στο σπίτι μπροστά στο λάπτοπ ή τον υπολογιστή. Έτσι, εν αγνοία τους επηρεάζουν ριζικά και άμεσα τη διαδικτυακή συμπεριφορά των παιδιών τους».

KinderDocs: “The Perfect Selfie” 

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου, ώρα 12:00, Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκη
Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση με καλεσμένη την Ειρήνη Βουτσκόγλου, μαθηματικό – MSc πληροφοριακά συστήματα & συγγραφέα

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου, ώρα 12:00 Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138
Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση με τις Κυριακή Γονή και Χριστίνα Ρασιδάκη