Ο Κώστας Παπακωνσταντίνου είναι από τους καλλιτέχνες εκείνους που έχει διαμορφώσει πλέον δική του σφραγίδα· εύκολα διακρίνει κανείς τη δημιουργική φλόγα που τον «καίει», τον παρακινεί. Στη σκηνοθετική φαρέτρα του κουβαλάει την αφοσίωση στην ελληνική λογοτεχνία -την παραγνωρισμένη κυρίως-, όπως αυτή εκφράστηκε στο γύρισμα του 20ού αιώνα, και η δουλειά του με τη γλώσσα και την αφηγηματική φόρμα έχει αποδειχθεί επίπονη και μελετημένη. Μετά τους «Χαλασοχώρηδες» του Παπαδιαμάντη και τη «Μαζώχτρα» του Εφταλιώτη, ήρθε η σειρά του «Αυτόχειρα» του Μιχαήλ Μητσάκη, ως φόρος τιμής στα 100 χρόνια από το θάνατο ενός μάλλον άγνωστου -τουλάχιστον ευρέως- λογοτέχνη.

Το διήγημα του Μητσάκη (δημοσιευμένο στα 1895) δίνει σε ένα πρώτο επίπεδο την εντύπωση μιας ιστορίας μυστηρίου και αφορά στην ακαταπόνητη προσπάθεια του συγγραφέα-αφηγητή να διαλευκάνει μια αυτοκτονία. Το γεγονός θα τον βγάλει έξω στους δρόμους της Πάτρας, όπου έχει βρεθεί ως επισκέπτης, και σταδιακά το διήγημα θα αποκαλύψει το «μυστικό» του: ο «Αυτόχειρ» δεν είναι παρά μια ζωηρή αποτύπωση της ανθρωπογεωγραφίας μιας πόλης και μιας εποχής. Ο ήρωας, περιδιαβαίνοντας την Πάτρα και τις γειτονιές της, καταθέτει στην πραγματικότητα ένα γλαφυρό ρεπορτάζ για την πόλη και τους ανθρώπους της – και το κάνει με τέτοιο πλούτο γλώσσας, που φτάνει σαν εικονογραφημένο στ’ αυτιά μας.

Αυτόχειρ του Κώστα Παπακωνσταντίνου

Κώστας Παπακωνσταντίνου, © Νίκος Βαρδακαστάνης

Άνθρωποι του μόχθου και εκπρόσωποι της καλής κοινωνίας, εργάτες του λιμανιού και ντιζέζ νυχτερινών μαγαζιών, όλοι διασταυρώνονται στην αφήγησή του, σε ένα πολύβουο, πολύχρωμο μωσαϊκό, που καταλαμβάνει την πρωταγωνιστική θέση στην ιστορία. Η αυτοκτονία είναι η αφορμή για ένα διήγημα χωρίς πλοκή, όπου οι επιμέρους σκηνές ξεκινούν και σβήνουν χωρίς να προσθέτουν κάποιο στοιχείο επί της «υπόθεσης», ένα διήγημα που στην πραγματικότητα αποτελεί έναν μικρό ύμνο στη ζωή και στην αδιάκοπη ροή της. Το φινάλε επισφραγίζει το παραπάνω: κάτι «εξόχως σημαντικό» θα παρατηρήσει ο ήρωας από το παράθυρό του, όμως δεν πρόκειται για κάποιο στοιχείο προς επίλυση του μυστηρίου· είναι ο ήλιος που ανατέλλει και πάλι, «θαυμασίως ομοιόμορφος και απαραμίλλως αναλλοίωτος».

Ο Κώστας Παπακωνσταντίνου, σκηνοθετώντας και ερμηνεύοντας, δείχνει πως έχει κάνει κτήμα του το συγγραφικό δημιούργημα. Φαντάζει ως ο ιδανικός storyteller για το συγκεκριμένο εγχείρημα -αποτέλεσε, άλλωστε, προσωπικό του στοίχημα-, επιδεικνύει άψογη αφομοίωση (και άρθρωση) του λόγου και της γλώσσας, είναι παραστατικός και ζωηρός, με τονισμούς, παύσεις και χρώμα που προσθέτουν στην αφήγηση. Ναι, η παράστασή του προϋποθέτει και απαιτεί την εγρήγορση του θεατή, αν αυτός θέλει να συλλάβει σε όλο του το εύρος ένα χειμαρρώδες κείμενο που διαθέτει αδιάκοπη αφήγηση, αλληλουχία πολλών σύντομων σκηνών και παλαιού ύφους γλώσσα, αλλά αξίζει τον κόπο.

Μόνος με τον Άμλετ

Αιμίλιος Χειλάκης

Αν ο Παπακωνσταντίνου με τον «Αυτόχειρά» του απέδειξε πως βασική ανάγκη και επιθυμία του ήταν να μας γνωρίσει και επικοινωνήσει ένα (όχι «πρώτης γραμμής») κείμενο, ο Αιμίλιος Χειλάκης με το «Μόνος με τον Άμλετ» έχει διαφορετικό προσανατολισμό. Η παράσταση (σε δική του διασκευή -μαζί με τον Μανώλη Δούνια-, σκηνοθεσία και ερμηνεία) εκκινεί από ένα έργο-σημείο αναφοράς, όχι για να μας το γνωρίσει, ούτε για να το ερμηνεύσει (τουλάχιστον όχι κυρίως γι’ αυτό). Ο Χειλάκης συνδιαλέγεται με το έργο ως ηθοποιός απέναντι στο ρόλο του -τους ρόλους του στην προκειμένη περίπτωση-, και φανερώνεται ενώπιόν μας ως μια μοναχική φιγούρα που φέρει κάτι από την ανυπόκριτη χαρά του δημιουργού και ταυτόχρονα, από το δραματικό γέλιο ενός κωμικού. Το εγχείρημα και η ερμηνεία του μεταφέρουν ένα μεταθεατρικό σχόλιο για την υπόσταση της τέχνης του ηθοποιού.

Τα φώτα θα ανάψουν και ο ηθοποιός θα απευθυνθεί ευθέως προς εμάς

Ως σκηνοθέτης και ηθοποιός καταφεύγει σε ορατές γέφυρες  για να δουλέψει με το έργο και τους ρόλους, πέραν της -αναγκαστικά- αποσπασματικής παράθεσής του (η παράσταση διαρκεί λιγότερο από μιάμιση ώρα και κρατάει μονάχα τις κομβικές σκηνές της πλοκής, γι’ αυτό ίσως και να επικοινωνεί καλύτερα σε θεατές που έχουν καλή γνώση του) και της δικής του συνεχούς μετάβασης από ρόλο σε ρόλο. Κάποιες από αυτές είναι η voice off αφήγηση σε σημεία, τα γυμνά θεατρικά στοιχεία (ανάμεσά τους ο χαρακτηριστικός καθρέφτης των καμαρινίων, το μακιγιάζ της λευκής μάσκας, η παρουσία της κούκλας-μαριονέτας), ή το σκηνικό, που κι αυτό βγάζει την παράσταση από κάθε πλαίσιο ρεαλιστικής αποτύπωσης (η σκηνή αποδίδεται ως χώρος ενός πάρτι που μόλις έχει τελειώσει, σερπαντίνες και μπαλόνια την κατακλύζουν και ανάλογης διάθεσης τραγούδι αποτελεί το βασικό μουσικό μοτίβο).

Το εγχείρημα του Χειλάκη ίσως μοιάζει σε σημεία αυτοαναφορικό, αποτέλεσμα μιας προσωπικής επιθυμίας να αναμετρηθεί απολύτως μόνος με ένα έργο «μαμούθ». Διαθέτει όμως ωραίες ιδέες, όπως η αυτοκτονία της Οφηλίας, που δίνεται εμπνευσμένα πάνω σε μια κούνια χωρίς να παραλείπεται, μάλιστα, το στοιχείο του πνιγμού (με πολύ απρόσμενο τρόπο!), ή ο θρήνος του Λαέρτη για το θάνατό της, που εκμεταλλεύεται ωραία τα τελάρα του σκηνικού μετατρέποντάς τα σε μνήματα. Η σκηνική ιδέα του πάρτι συντελεί στη δημιουργία μιας αίσθησης ταυτόχρονα γιορτινής και θλιβερής, εικονοποιώντας το αμφίρροπο συναίσθημα που προκαλεί το εφήμερο της θεατρικής τέχνης. Επίσης, το φινάλε της παράστασης ανοίγει το εγχείρημα πέραν της όποιας ερμηνευτικής αυτοαναφορικότητας, αλλάζοντας πάντως την ήδη δημιουργημένη σκηνική ατμόσφαιρα και επιδίωξη. Τα φώτα θα ανάψουν και ο ηθοποιός θα απευθυνθεί ευθέως προς εμάς· συνδυάζοντας σε έναν μονόλογο -και παραφράζοντας ελαφρά- τα τελευταία λόγια του Οράτιου («Σώστε το όνομά του. Τον έλεγαν Άμλετ») με αυτά του Άμλετ από τον περιβόητο μονόλογο της τρίτης πράξης («Να είσαι, να μην είσαι; Να υπομένεις ή να επαναστατείς;»), εφιστά την προσοχή μας. Εμείς καλούμαστε να αναλάβουμε δράση.

Info παραστάσεων: Αυτόχειρ | 30 Νοεμβρίου 2016 – 26 Ιανουαρίου 2017 | Vault Theatre Plus

Μόνος με τον Άμλετ | 4 Ιανουαρίου – 23 Φεβρουαρίου 2017 | Θέατρο «Τζένη Καρέζη»