Το “Legion” -το οποίο αγνοήθηκε εκκωφαντικά στις υποψηφιότητες των Emmys που ανακοινώθηκαν πριν από λίγες ημέρες, συγκεντρώνοντας τον αριθμό μηδέν- είναι βγαλμένo μεν από κόμικ της Μarvel και το σύμπαν των X-Men, αλλά ο Nόα Χόλεϊ, ο άνθρωπος που βρίσκεται επίσης πίσω από το φοβερό και τρομερό “Fargo”, όπως ακριβώς πήρε την ταινία των Κοέν ως αισθητική έμπνευση και μόνο, για να μας δώσει μετά κάτι εντελώς προσωπικό, έτσι κι εδώ παίρνει έναν μεταλλαγμένο με υπερδυνάμεις ήρωα, τον Ντέιβιντ, όχι για να μας φλομώσει στη δράση, αλλά για να βουτήξει βαθιά μέσα στο λίαν ταραγμένο του μυαλό. Στο μεγαλύτερο μέρος του πιλότου δεν ξέρουμε καν ότι έχει υπερδυνάμεις, νομίζουμε ό,τι νομίζει κι ο ίδιος, ότι δηλαδή είναι σχιζοφρενής, ότι χρειάζεται εντατική ιατρική παρακολούθηση και φαρμακευτική αγωγή, για αυτό άλλωστε και είναι κλεισμένος χρόνια σε ψυχιατρείο.

Legion

Στα 8 επεισόδια του πρώτου κύκλου, ο Χόλεϊ και οι συνεργάτες του βάζουν στο μίξερ τον Κιούμπρικ και τον Λιντς, αλλά και τον Νόλαν με τον Φόρμαν. Είναι ή δεν είναι σχιζοφρενής ο Ντέιβιντ; Γιατί μπορεί να νόμιζε αρχικά ότι είναι και μετά να του είπαν ότι δεν είναι, αλλά ίσως να είναι κιόλας. Βασικά το μόνο που μπορεί να συγκριθεί με τη δύναμη του μυαλού του, είναι η τρικυμία στο μυαλό του. Μεγάλο μέρος του “Legion” διαδραματίζεται στο μυαλό του, αλλά κυριολεκτικά μέσα στο μυαλό του, το οποίο είναι αρκετά ευρύχωρο ώστε να φιλοξενεί τους υπόλοιπους ήρωες, εμάς ως θεατές και κυρίως την οργασμική ελευθερία της αφήγησης. Μέσα ή έξω από το μυαλό του Ντέιβιντ, είναι αδιανόητος ο πλούτος των εικόνων του “Legion”, είναι το μοντάζ από πλάνο σε πλάνο και η (κινηματογραφική; τηλεοπτική της νέας εποχής; πώς να την πεις πια;) τέχνη των κινούμενων εικόνων ως διαρκής γιορτή, μια γιορτή μέσα στην οποία δυσκολεύεσαι να βρεις ένα τεμπέλικο και αφηγηματικά συμβατικό λεπτό για δείγμα. Αν βγάλουμε έξω από την εξίσωση τον Ντέιβιντ Λιντς, που είναι ούτως ή άλλως sui generis και που οι ελευθερίες που παίρνει είναι σε μεγάλο βαθμό ελευθερίες και από την πλοκή και που δεν λογοδοτούν πουθενά αλλού παρά μόνο στην ιδιοφυία του, ο Χόλεϊ με το “Legion” παραδίδει κάτι εντελώς παροξυσμικό μεν, αλλά ταυτόχρονα και ενταγμένο μέσα στην αφήγηση μιας ιστορίας.

Δυο από τους μεταλλαγμένους ήρωες της σειράς είναι ο Κάρι με την Κάρι. Δύο, αλλά όχι ακριβώς δύο. Είναι δυο διαφορετικοί άνθρωποι, όπου όμως μόνο εκείνος ζει συνεχώς στον έξω κόσμο, μόνο εκείνος εκπληρώνει και το βαρετό μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας, όπως το να κοιμάσαι ή να πηγαίνεις στην τουαλέτα, εκείνη ζει μέσα του και βγαίνει έξω για να κάνει τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα, όπως το να πολεμά. Εκείνος επιστήμονας, εκείνη των πολεμικών τεχνών. Κι έτσι, μολονότι είναι συνομήλικοι, εκείνος ζώντας περισσότερο στον έξω κόσμο είναι και πιο μεγάλος ηλικιακά πια από εκείνη, όντας μεσήλικος ενώ αυτή παραμένει νέα. Και η σχέση τους και η συναισθηματική αλληλεξάρτησή τους είναι όσο πιο στενή μπορεί να φανταστεί κανείς. Και αυτή είναι μια από τις ευκαιρίες που μόνο το φανταστικό μπορεί να δώσει, η παρουσίαση μιας σχέσης αγάπης δηλαδή διαφορετικής από όλες τις άλλες, δεν έχουν σχέση ερωτική, δεν έχουν σχέση φιλική, δεν έχουν σχέση συγγενική, δεν είναι καν μάνα και γιος που κάποτε φιλοξενήθηκε μέσα της και τώρα τέρμα, είναι δυο διαφορετικοί άνθρωποι που όμως ζουν μεγάλο μέρος της ζωής τους η μία μέσα στον άλλον.

Legion

Αλλά για να επιστρέψουμε στον πρωταγωνιστή της σειράς, μπορεί ειδικά αυτός να ακούει εκατό διαφορετικές φωνές στο κεφάλι του, μπορεί ειδικά αυτός να έχει μια ιδιαίτερα επώδυνη σχέση με το μυαλό του, τις αναμνήσεις του, την αυτοεικόνα του, τον εαυτό του, ωστόσο πρέπει μάλλον να παραδεχτούμε ότι είναι επώδυνο να σκάβεις μέσα στο μυαλό του οποιουδήποτε ανθρώπου, μεταλλαγμένου ή πλήρως συνηθισμένου, με υπερδυνάμεις ή υπεραδυναμίες. Κι αν έχω προσωπικά ένα παράπονο από τη σειρά, είναι ότι στα πρώτα επεισόδια έδειχνε να εξερευνά μονοπάτια άλλου τύπου πληγών της παιδικής ηλικίας, τα οποία όμως εγκατέλειψε, ως τώρα τουλάχιστον, μακάρι να τα ξαναπιάσει στον δεύτερο κύκλο.

Legion

Τέλος δεν μπορεί να αντισταθεί κανείς στον πειρασμό να σκεφτεί ότι όλη αυτή η επιμονή στην εξερεύνηση ενός πολυδιάστατου μυαλού, είναι ίσως και μια μεταφορά για το μυαλό ενός δημιουργού, ενός συγγραφέα ή ενός σκηνοθέτη, ενός ανθρώπου δηλαδή που η μετάλλαξή του και η υπερδύναμή του είναι η δυνατότητά του να φτιάχνει καινούριους κόσμους από το πουθενά, ακούγοντας σαν τρελός όλες αυτές τις φωνές που μιλάνε μέσα του και που ζητούν να τους δοθεί βήμα, να πάρουν σάρκα και οστά, να ενσαρκώσουν ήρωες που θα ριχτούν μέσα σε μια ιστορία. Και κάπως έτσι, μετά από όλα όσα έχει κάνει στους τρεις κύκλους του “Fargo” και στον πρώτο του “Legion”, δεν είναι νομίζω καθόλου υπερβολή να πούμε ότι το όνομα του Νόα Χόλεϊ μπαίνει επάξια δίπλα σε ονόματα της τηλεόρασης όπως του Ντέιβιντ Τσέις, του Μάθιου Γουάινερ και του Ντέιβιντ Σάιμον.

Και φυσικά όπως του Βινς Γκίλιγκαν. Έχουμε μιλήσει και παλιότερα, με αφορμή τον πρώτο κύκλο του “Better Call Saul”,  για το πόσο εντυπωσιακό και απρόσμενο ήταν το επόμενο βήμα του Γκίλιγκαν μετά το “Breaking Bad“. Ήξερε πως ό,τι κι αν έκανε θα συγκρινόταν αυτομάτως με το “Breaking Bad” και πως ήταν σχεδόν νομοτελειακό να χάνει σε σύγκριση μαζί του. Οπότε αποφάσισε και να πατήσει επάνω του και την ίδια ακριβώς στιγμή που πατούσε να τραβήξει εκούσια το χαλί κάτω από τα πόδια του, για να δει αν μπορεί να σταθεί ξανά χωρίς στηρίγματα. Και κάπως έτσι πήρε έναν δευτερεύοντα ήρωα από το “Breaking Bad” κι έφτιαξε μια σειρά επάνω του, αλλά ταυτόχρονα όχι επάνω του, αλλά σε κάποιον άλλο: όχι στον Σωλ Γκούντμαν που γνωρίσαμε, αλλά στον άνθρωπο που ήταν παλιότερα ο Σωλ Γκούντμαν, όταν δεν λεγόταν καν έτσι, όταν είχε ακόμα το κανονικό του όνομα, όταν ήταν ο Τζίμι ΜακΓκιλ. Ο ήρωας που βλέπουμε στη σειρά μάς είναι οικείος ως εμφάνιση, αλλά κατά τα άλλα είναι ένας άλλος και αργά αλλά σταθερά, κύκλο τον κύκλο παρακολουθούμε την πορεία της αλλαγής του από Τζίμι σε Σωλ.

Better Call Saul

Ο Γκίλιγκαν μας λέει ότι ο κάθε άνθρωπος δεν είναι ένα δεδομένο μέγεθος, αλλά μια προσωπικότητα με μια δυναμική και μια πορεία στο χρόνο. Έχουμε μέσα μας ιδιότητες και ποιότητες που αναλόγως των συγκυριών και των αποφάσεών μας, μας οδηγούν προς τον ένα ή τον άλλον δρόμο, προς τη μια ή την άλλη ταυτότητα. Γνωρίζουμε τους ανθρώπους σε μια φάση της ζωής τους και νομίζουμε ότι πάντα έτσι ήταν ή ότι δεν θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. Ε, οι Σωλ δεν ήταν πάντα Σωλ. Κάποτε όταν τους έλεγαν Τζίμι το πάλεψαν αλλιώς.

Πυρήνας αυτών των τριών πρώτων κύκλων της σειράς είναι η σχέση του Τζίμι με τον μεγάλο του αδελφό, τον Τσακ. Έναν άνθρωπο που καθόταν πάντα σε ένα ηθικό και επαγγελματικό βάθρο, έναν άνθρωπο που έκανε το σωστό και που είχε κύρος, αλλά που οι γονείς του είχαν περισσότερη αδυναμία στον Τζίμι. Κι αυτό δεν μπόρεσε ποτέ να το χωνέψει. Τους εξήγησε ότι ο Τζίμι είχε κάνει απατεωνιές με τα λεφτά τους, αλλά αυτοί δεν τον άκουγαν. Ο Τζίμι που ήταν απατεώνας του δρόμου, ένας con man και που τώρα ξαφνικά πήρε πτυχίο από Πανεπιστήμιο της πλάκας και θέλει να κάνει τη δουλειά του Τσακ. Να γίνει δικηγόρος όπως ο Τσακ. Και ο Τσακ φρίττει στην ιδέα. Ο Τζίμι που έχει αλλεργία με τους κανόνες, που έχει μάθει να ευδοκιμεί στην παράκαμψή τους. Ο Τζίμι που δεν είναι σκληρός, που δεν επιδιώκει να κάνει κακό σε κανένα, αλλά μέσα στην παραβατικότητά του και την επιπολαιότητά του καταφέρνει πάντα να το κάνει. Ο Τσακ είναι ο άνθρωπος που λάτρεψε τον νόμο και τον τύπο. Ο Τζίμι αν έχει να διαλέξει δέκα φορές, τις οκτώ θα παρακάμψει τον τύπο για να φτάσει στην ουσία και τις άλλες δύο θα το κάνει απλά και μόνο για να διασκεδάσει. Ο Τσακ μόνιμο αγκάθι στο πλευρό του Τζίμι. Και το ψέμα, ω το ψέμα: “Yοu never meant all that much to me, Jimmy“.

Better Call Saul

Kι ύστερα η σχέση του Τζίμι με την Κιμ. Όχι η πιο φλογερή ερωτική ιστορία που είδαμε ποτέ στο σινεμά ή την τηλεόραση, αλλά πάντως μια ιστορία υπόγεια συγκινητική. Κι ενώ βλέπονται κάθε βράδυ, όταν τη ρωτάει κάθε μέρα αν θα τη δει απόψε, εκείνη του απαντάει με στάνταρ παιχνιδιάρικα ψαρωτικό τρόπο: «Αν παίξεις σωστά τα χαρτιά σου». Ο Σωλ Γκούντμαν του “Breaking Bad” δεν έχει όμως στη ζωή του την Κιμ. Έπαιξε τόσο λάθος τα χαρτιά του, ώστε να της κάνει για μια ακόμη φορά άθελά του κακό πέραν από το σημείο που θα μπορούσε να τον συγχωρήσει; Έπαθε κάποια αρρώστια ή κάποιο δυστύχημα; Είχε μια επαγγελματική ευκαιρία που την πήγε σε άλλη πολιτεία; Ερωτεύτηκε άλλον; Το καλό με τον κόσμο του Βινς Γκίλιγκαν είναι πως όλες οι εκδοχές είναι στα αλήθεια ανοικτές. Όπως η ζωή. Και πως κυρίως, όταν μάθουμε τελικά αν και γιατί χάθηκε η Κιμ και αν θα ξαναφανεί στο μέλλον του Σωλ, η απάντηση του Γκίλιγκαν θα είναι τελείως πειστική και θα δημιουργήσει νόημα κι αλήθεια.

Αν με το “Legion” και το “Better Call Saul” έχουμε να κάνουμε με την τηλεόραση που μας προσφέρει όσα δεν μπορεί ή δεν θέλει πια το σινεμά, με την (υποψήφια για Emmy) τηλεταινία “Τhe Wizard of Lies” έχουμε αυτό που ξέραμε παλιότερα, έχουμε την τηλεόραση ως ένα ή περισσότερα σκαλιά κάτω από το σινεμά. Αν ήταν ταινία φτιαγμένη για τον κινηματογράφο, η πλήρης έλλειψη αιχμής της και ένα σωρό άλλα προβλήματα θα την καθιστούσαν απαράδεκτη. Ως ταινία φτιαγμένη για την τηλεόραση όμως, μπορείς να τη δεις και να μη δυσανασχετήσεις.

Τhe Wizard of Lies

Η ταινία μιλά για το σκάνδαλο του μεγαλοαπατεώνα Μπέρνι Μέιντοφ που παρίστανε τον σούπερ χρηματιστή και με «πυραμίδα» έφαγε, ούτε λίγο ούτε πολύ, 65 δισεκατομμύρια δολάρια από τους επενδυτές του. Έπαιρνε τα λεφτά και δεν τα επένδυε ποτέ, μόνο μοίραζε τόκους και βασικά ζούσε ο ίδιος και η οικογένειά του υπερπολυτελώς. Και δεν τον είχε πάρει χαμπάρι κανείς από τις ελεγκτικές αρχές.

Την ταινία υπογράφει ο κάποτε πολύς Μπάρι Λέβινσον. Αν μη τι άλλο ο θεατής αποζημιώνεται από τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους του των πολλών τελευταίων ετών, με μια παρουσία στιβαρή κι ευτυχώς μακριά από υπερβολές. Έναν χρόνο πριν είχε γυριστεί μια ακόμη σειρά για τον Μέιντοφ, το “Μadoff” με πρωταγωνιστή τον Ρίτσαρντ Ντρέιφους, που ήταν κι αυτός εξαιρετικός. Και μάλλον καθόλου μα καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι κολοσσοί της δεκαετίας του ’70 σαν τον Ρίτσαρντ Ντρέιφους ή σαν τον Ντάστιν Χόφμαν από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και μετά πέρασαν στην άκρη: δεν είναι ότι άρχισαν τότε να μεγαλώνουν, δεν είναι ότι έγιναν αίφνης αντιτουριστικοί. Το σινεμά των στούντιο άλλαξε και άρχισε να πριμοδοτεί ταινίες που δεν χωρούσε πια το μέγεθός τους, που δεν είχε ανάγκη ηθοποιούς σαν αυτούς.

Τhe Wizard of Lies