Το νέο βιβλίο του Κώστα Κωστάκου [του «δικού μας» Old Boy] μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βibliotheque, με τίτλο «Η πεζή Αλφαβήτα».

Πρόκειται για είκοσι τέσσερις πολύ μικρές ιστορίες από το Α ως το Ω και τρεις κάπως αναλφάβητες, κάπως μεγαλύτερες, κάπως παλιότερες. Πρώτα είκοσι τέσσερις ιστορίες για ανθρώπους χωμένους για τα καλά μέσα στην “ομίχλη του πολέμου” που είναι η ζωή του καθενός μας, ιστορίες που προσπαθούν να τους καταλάβουν ή να τους παρερμηνεύσουν, να τους νιώσουν βαθιά ή να προβάλουν πάνω τους την ευκολία του τεμπέλικου βλέμματος, να αποδώσουν κάτι από την ουσία τους ή να καθρεφτίσουν μόνο την επιφάνειά τους. Και μετά τρεις ιστορίες που προσπαθούν να μιλήσουν με την ίδια την υπαρξιακή ομίχλη της μεγάλης εικόνας, χωρίς να παίρνουν ποτέ κάποια ικανοποιητική απάντηση.

Παίρνουμε μια πρώτη γεύση μέσα από τα παρακάτω αποσπάσματα, ένα για κάθε κεφάλαιο:

H Πεζή Αλφαβήτα του Κώστα Κωστάκου

«Αντέχει ακόμη. Έτσι τα λέει. Τίποτα δεν θα κάνει. Σκύλος που γαβγίζει δεν δαγκώνει, άνθρωπος που κλαίγεται δεν κλαίει».
(Άλφα)

«Βουτούσε σε κάθε ερωτική σχέση αδημονώντας να φτάσει η μαγική εκείνη πρώτη στιγμή που θα ένιωθε προδομένος. Η προδοσία θα έφερνε την ταπείνωση. Και η ταπείνωση την ανάγκη για εκδίκηση. Και όλα θα παραδίδονταν ξανά στην παραφορά».
(Βήτα)

«Έχει κάτι παρήγορο ο οικιακός θάνατος. Η θαλπωρή είναι παρούσα και τον ακυρώνει, τον καταλύει, τον γελοιοποιεί. Κανείς δεν μπορεί να μας πειράξει εδώ».
(Γάμα)

«Οι άνθρωποι αγαπάμε όσο αγαπάμε πάντα σε σχέση με το τι είναι ο άλλος για μας, αγαπάμε όσο αγαπάμε πάντα τελικά σε σχέση με τον εαυτό μας και την αυτοεικόνα μας για την θέση του στον κόσμο».
(Δέλτα)

«Προδοσία – φυγή – ελευθερία. Γίνεται κι αλλιώς; Υπάρχει ελευθερία έξω από αυτό το τρίπτυχο; Υπάρχει ελευθερία χωρίς αδιαφορία για όσους αφήνεις πίσω; Υπήρξε ποτέ ελευθερία για όσους δεν έβαλαν τα θέλω τους πάνω από όλα;»
(Έψιλον)

«Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να μας πειράξει κάτω από ένα πάπλωμα. Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να μας πειράξει μέσα σε αυτή τη σκοτεινή, ζεστή και προστατευμένη Εδέμ, η οποία αντιπαραβάλλει τη δική της πραγματικότητα στην οδυνηρή άλλη, που συνορεύει περισσότερο με τον κόσμο των ονείρων που προηγήθηκαν, παρά με τον κρύο, αφιλόξενο και καταπιεστικό κόσμο που ακολουθεί και απλώνεται πέρα από το πάπλωμα».
(Ζήτα)

«Εσύ δεν. Κι άπαξ και δεν είσαι αρκετός στην αρχή, μετά ποτέ δεν θα είσαι. Άπαξ και δεν είσαι ποθητός στην αρχή, μετά ποτέ δεν θα είσαι. Όσο κι αν κυνηγάς την σκιά σου σαν ουρά».
(Ήτα)

H Πεζή Αλφαβήτα του Κώστα Κωστάκου

« … το πιάτο του καθενός το απόλυτο βασίλειό του, το σπίτι του καθενός το απόλυτο κάστρο του, η χώρα του καθενός ο απόλυτος φράχτης του, οι προβλήτες μια ρωγμή στον χρόνο που καταφέραμε και δεν μας ράγισε ούτε καν ως άλλοθι … »
(Θήτα)

«Ναι, ρε, τι; Ναι, έτσι έλεγα τότε. Τι με αυτό δηλαδή; Άλλο το τότε, άλλο το τώρα. Τι γελάς, ρε μαλάκα; Ίδια είναι; Δεν αλλάζουν τα πράγματα; Πώς; Όχι, φίλε μου, όχι. Εγώ δεν άλλαξα. Εγώ ίδιος είμαι. Ναι ρε, ολόιδιος. Ολόιδιος. Ή μάλλον όχι. Όχι, ρε μαλάκα. Καλύτερος απο πριν. Ναι, όπως το ακούς. Πολύ καλύτερος. Κλάσεις καλύτερος. Γελάς; Γέλα, ρε μαλάκα. Τόσο καταλαβαίνεις»
(Γιώτα)

«Κρεμάστηκε από το μικρό μονόζυγο της πόρτας και τραγουδούσε Βauhaus: “All we ever wanted was everything. All we ever got was cold”. Eίχε ζεσταθεί, είχε βγάλει την μπλούζα του, ήταν από πάνω γυμνός. Γυμνασμένο δεν τον έλεγες. Ήταν μάλλον πλαδαρός. Αλλά η φωνή του όχι»
(Κάπα)

«Και ο αληθινός έρωτας έχει τον τρόπο του να σε εκμηδενίζει, ακόμη κι αν είναι αμοιβαίος, ακόμη κι αν όλα πάνε τελικά καλά, έχει τον τρόπο να σε καίει σαν έγκαυμα, ώστε μετά και το πιο ανεπαίσθητο άγγιγμα να σε κάνει να υποφέρεις, ακόμη κι αν προοριζόταν για χάδι. Εν πάση περιπτώσει ξαναβρήκε κάποτε τον εαυτό του».
(Λάμδα)

«Πόσο απόλυτα θλιβερή μια ζωή που δεν έχει ανάγκη να δειχθεί. Πόσο απόλυτα θλιβερό να βρίσκεις την πλήρωση μόνη σου, ιδιωτικά, όσο πιο ιδιωτικά γίνεται. Πόσο απόλυτα σκανδαλώδες να πέφτεις κάθε βράδυ στο κρεβάτι έχοντας εξαντλήσει όσα μπορούσες να κάνεις κι έχοντας εξαντληθεί. Και να μην φιλοδοξείς για το μέλλον σου μια κάποια ανέλιξη, μια κάποια επικράτηση, μια κάποια συμβολική νίκη».
(Μι)

«… έβγαλα το κουζινομάχαιρο από την τσέπη του παλτού, τράβηξα μια γερή στην αριστερή μου καρωτίδα και το τελευταίο θέαμα στα μάτια μου ήταν το έκπληκτο βλέμμα του κύριου Νίκου, το πέταγμά του από την δερμάτινη καρέκλα του κι ένα «Μα τι κάνεις!». Ε, τι έκανα. Ένα τελευταίο καλαμπούρι έκανα. Μια ιστορία να θυμάται κι αυτός ο χριστιανός έκανα»
(Νι)

«H Πεζή Αλφαβήτα» του old boy

«Πήγε στην τουαλέτα για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Ρίχνοντάς το διαπίστωσε ότι δεν είχε πρόσωπο. Τα χέρια του έπλεναν το κενό. Το νερό έπεσε αναπόφευκτα στη γραβάτα του. Την έλυσε κι άρχισε να τη στεγνώνει με χαρτί. Κάποιος άλλος μπήκε. Του είπε ένα γεια, αλλά δεν τον κοίταξε στα αλήθεια. Ευτυχώς, σκέφτηκε, γιατί θα ήταν δύσκολο μετά να εξηγήσει αυτό που είχε συμβεί. Επέστρεψε στο τραπέζι. Δεν φορούσε πια γραβάτα, αλλά μάλλον δεν το πρόσεξε κανείς. Μόνο η μητέρα του τον πρόσεξε. Του έδωσε ένα φιλί εκεί που έπρεπε κανονικά να είναι το μάγουλό του. Εκείνος το αισθάνθηκε σαν να τον ακούμπησε αληθινά. Δάκρυσε και η απουσία προσώπου και γραβάτας οδήγησε τα δάκρυα κατευθείαν στον λευκό του γιακά».
(Ξι)

«Ονειρεύτηκε πως πετούσε. Αλλά όχι με τον τρόπο που θα πετούσαν οι άνθρωποι αν πετούσαν. Ονειρεύτηκε πως πετούσε στα τέσσερα. Μπουσουλητός. Σερνάμενος. Ονειρεύτηκε πως φοβόταν να απλώσει τα χέρια του και τα πόδια του στον αέρα ώστε το σώμα του να πάρει τη φυσιολογική στάση, τη φυσιολογική τουλάχιστον στάση που θα είχαν οι άνθρωποι αν ήταν φυσιολογικό να πετούν. Πετούσε καθηλωμένος. Πετούσε σκυφτός».
(Όμικρον)

«…. μπορεί για εμάς το ότι μεγαλώνουμε να ισοδυναμεί με το ότι φθειρόμαστε, αλλά για τους μετά από εμάς το ότι μεγαλώνουν ισοδυναμεί με το ότι αναπτύσσονται, καλοσχηματίζονται, δυναμώνουν, ομορφαίνουν και ότι αυτή η σε πλήρη ανάπτυξη ομορφιά είναι η εκθαμβωτική αναίρεση και ο εξοβελισμός όλου του κενού πριν και όλου του κενού μετά. Ο θάνατος δεν μπόρεσε ποτέ να βγάλει καινούρια δόντια».
(Πι)

«Έχεις καιρό. Έχε το στο μυαλό σου ως κάτι ωραίο που σε φωτίζει όσο παραμένει στο στάδιο της υπόσχεσης. Μην βιαστείς να το ζήσεις. Μην διαψευστείς. Γιατί μετά δεν θα έχεις τίποτα. Πάντα υπάρχει καιρός. Το τώρα είναι ο λάθος χρόνος. Το τώρα είναι για να παραλύεις. Παράλυσε. Παράλυσε λίγο ακόμα».
(Ρο)

«Έχει ματώσει. Τα γυαλιά του έχουν στραβώσει. Μια κυρία πιο πέρα βάζει τις φωνές. Πάω να της εξηγήσω. Το βάζει στα πόδια τρέχοντας. Εκείνος αρχίζει να φωνάζει βοήθεια. Δεν έπρεπε να φωνάξει. Εγώ δεν φώναξα. Γυρίζω σε αυτόν. Γιατί φωνάζεις του λέω, εγώ δεν φώναξα. Αμφιταλαντεύεται αν θα μου επιτεθεί ή αν θα φωνάξει κι άλλο. Φωνάζει κι άλλο. Αρχίζω και τον χτυπάω. Του είπα να μη φωνάζει».
(Σίγμα)

«Τον αγαπούσα πριν σε γνωρίσω. Επειδή αγάπησα εσένα, αυτό πώς ακριβώς θα συνεπαγόταν ότι θα έπαυα να τον αγαπώ; Κι επειδή ήδη τον αγαπούσα όταν σε γνώρισα, αυτό πώς ακριβώς θα συνεπαγόταν ότι δεν θα σε αγαπούσα; Ας πούμε με τα παιδιά γιατί δεν μας φαίνεται παράλογο; Επειδή αγαπάμε το πρώτο, δεν θα αγαπήσουμε το δεύτερο; Ας πούμε με τους φίλους γιατί δεν μας φαίνεται παράλογο; Επειδή αγαπάμε αδελφικά έναν, δεν θα αγαπήσουμε το ίδιο έναν νέο φίλο, αν και εφόσον προκύψει να δεθούμε τόσο; Ποιος τα ορίζει αυτά τα πράγματα; Ποιος ορίζει με ποιον θα δεθούμε και με ποιον θα λυθούμε; Ποιος όρισε ποιον επιτρέπεται να αγαπήσεις και ποιον όχι; Ποιος όρισε ότι πρέπει να διαλέξεις; Μα διαλέγω άλλωστε. Διαλέγω και τους δυο σας δίπλα μου. Και δεν έχετε να χωρίσετε μεταξύ σας τίποτα. Σας θέλω και με θέλετε. Σας έχω και με έχετε».
(Ταφ)

«Yπολόγισε: χίλιες βραδιές που την αρνήθηκε και χίλιες που την ζήτησε, δυο χιλιάδες βραδιές το σύνολο, κάνε τις διαιρέσεις και θα δεις ότι είναι κοντά 5 1/2 χρόνια αρνησοζήτησης, εκτός πάλι κι αν το δεις αλλιώς, οπότε οι χίλιες βραδιές που την αρνήθηκε ήταν και οι ίδιες χίλιες που την ζήτησε, κάνε τις διαιρέσεις και θα σου βγουν χίλιες βραδιές στο σύνολο, και οι δύο ερμηνείες νόμιμες είναι και οι δύο θεμιτές, ενδεχομένως δε η μια ερμηνεία δεν αναιρεί την άλλη, ενδεχομένως τις χίλιες βραδιές που μόνο την αρνήθηκε ταυτόχρονα να την ζητούσε, ενδεχομένως τις χίλιες βραδιές που μόνο την ζήτησε ταυτόχρονα να την αρνούνταν, ενδεχομένως τις χίλιες βραδιές που ταυτόχρονα την αρνήθηκε και την ζήτησε, στα αλήθεια μόνο να τη ζητούσε ή στα αλήθεια μόνο να την αρνούνταν»
(Ύψιλον)

«H Πεζή Αλφαβήτα» του old boy

«…εννιά στις δέκα δουλειές λοιπόν περιλαμβάνουν εκτός από αυτό καθαυτό το συμφωνημένο αντικείμενο της κάθε εργασίας και μια άτυπη αλλά ισχυρότατη συμφωνία: με τα λεφτά που σου δίνω δεν αγοράζω μόνο την εργατική σου δύναμη, αγοράζω ταυτόχρονα το δικαίωμα να προβαίνω σε μικρότερου ή μεγαλύτερου βεληνεκούς εξευτελισμούς σου. Αυτό φυσικά δεν θα ομολογηθεί ρητώς από κανένα. Μερικοί μάλιστα εργοδότες ενδεχομένως να μην το συνειδητοποιούν καν. Εμένα δεν μου αρέσουν αυτά τα πράγματα. Εγώ θέλω να τον σέβομαι εντελώς τον εργαζόμενο ως προσωπικότητα. Δεν θα του ζητήσω ποτέ τίποτα άσχετο με τη δουλειά του, δεν θα του μιλήσω ποτέ υποτιμητικά ακόμη κι αν κάνει κάτι λάθος, δεν θα προβώ στην παραμικρή έμμεση ή άμεση απαξίωσή του. Άπαξ και σε προσλαμβάνω αγοράζω μόνο τη δουλειά σου, κανένα μα κανένα κομμάτι της αξιοπρέπειάς σου».
(Φι)

«Προσβλήθηκε από μια πάθηση, που χτυπώντας τόσο τα μάτια όσο και το νου, τον οδήγησε στο να χάσει αναδρομικά και το φως της ως τώρα ζωής του. Δεν ήταν αλτσχάιμερ, δεν είναι ότι ξέχασε όσα είχε ζήσει. Τα θυμόταν μεν όλα πολύ καλά, αλλά πηγαίνοντας προς τα πίσω η τύφλωση ροκάνιζε την όραση όλων όσων είχε ζήσει. Τα θυμόταν πλέον ως γεγονότα τα οποία τα είχε ζήσει τυφλός».
(Χι)

«Σαν τον άντρα που κοντά στα εξήντα άρχισε να υποπτεύεται πως κάτι βρίσκεται κάτω από το χώμα. Και έσκαβε. Και πως κάτι βρίσκεται κάτω από τα πεζοδρόμια. Και προσπαθούσε να τα σπάσει με σιδεριές. Και δεν έβρισκε τίποτα. Ούτε στο χώμα, ούτε στα πεζοδρόμια. Για αυτό και δεν θα σταματούσε να ψάχνει μέχρι να το βρει. Και για αυτό τον έφεραν σε μας. Και σε εμάς κοιτούσε διαρκώς με νόημα προς τα κάτω. Ήξερε. Πως αν δεν τον επιβλέπαμε μπορούσε να βγάλει στην επιφάνεια αυτό που κρύβεται κάτω της».
(Ψι)

«Εκείνος έχει μια ρομαντική ιδέα στο μυαλό του. Ένα πρότυπο. Και προσπαθεί να το φτάσει. Θέλει να γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο ρεμάλι, ολοένα και περισσότερο απλός, ολοένα και περισσότερο ανεπιτήδευτος, ολοένα και περισσότερο αγνός. Θέλει να ζει ολοένα και πιο μακριά από τα συμβολικά σας συστήματα, από τους τύπους και τις καταξιώσεις του. Δεν διψά για αυτά που εσείς διψάτε. Διψά να τα γδυθεί εντελώς. Διψά να τον δείτε ως λούζερ, ως χαμένο κορμί, ως ξοδεμένο. Τον λερώνουν τα σύμβολα που φοράτε, οι τίτλοι που φέρετε, αυτό που νομίζετε ότι είστε. Όχι με την έννοια ότι τον πειράζουν. Απλά δεν τον αφορούν. Φορέστε εσείς ό,τι θέλετε. Εκείνος θα φορά το καρό του πουκάμισο έξω από το παντελόνι. Και θα περπατά χιλιόμετρα στη νύχτα. Και θα χορεύει μόνος του στα μπαρ. Και δεν θα ψάχνει να βρει τίποτα, τίποτα από αυτά που ψάχνετε εσείς για να επιβεβαιωθείτε ή να παρηγορηθείτε».
(Ωμέγα)

«Ο Μάγος ανέβηκε στη σκηνή. Εκεί υπήρχε ένα τραπέζι γεμάτο τροφές, ένα κρεβάτι και ένα γιογιό. Η αυλαία ανέβηκε. Τα φώτα έπεσαν πάνω του. Το κοινό χειροκρότησε. Πήρε τις τροφές και τις έδειχνε στο κοινό μία – μία. Το βλέπετε αυτό; Είναι ψωμί, είναι τυρί, είναι κρέας, είναι φρούτο. Τα έβαζε στο στόμα του, τα μασούσε, τα κατάπινε. Τώρα περιμένετε, είπε. Το κοινό κρατούσε την ανάσα του. Λίγες ώρες μετά έκατσε στο γιογιό. Όταν τελείωσε, το σήκωσε και ζήτησε τους προβολείς να πέσουν πάνω στο περιεχόμενό του:
«Ιδού!».
Το σούσουρο που προέκυψε στην αίθουσα ήταν εκκωφαντικό. Άλλοι ενθουσιασμένοι έλεγαν μπράβο, άλλοι θορυβημένοι ρωτούσαν μα πώς το έκανε, άλλοι σκανδαλισμένοι έλεγαν πως πρόκειται για απάτη, άλλοι σαν χαμένοι κοιτούσαν δεξιά κι αριστερά»
(Αναλφάβητο Ι: Ο Μάγος)

«Παραδόθηκε εκουσίως. Το πρωί εκείνο ξύπνησε την ώρα που ξυπνούσε συνήθως, έφυγε από το σπίτι του την ώρα που έφευγε συνήθως, μόνο που αντί να πάει στη δουλειά του όπως συνήθως, την τελευταία στιγμή (χωρίς να το έχει προγραμματίσει, χωρίς να το έχει καν προετοιμάσει στο μυαλό του) μπήκε στο διπλανό κτίριο και με ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης τους παραδόθηκε όχι μόνο εκουσίως αλλά και ολοσχερώς».
(Αναλφάβητο ΙΙ: Η Ομολογία)

«Ίσως ψάχναμε τόσο καιρό σε λάθος μέρη. Ίσως η απάντηση κρυβόταν στην κοινή θέα, καμουφλαρισμένη με ασφάλεια πίσω από την προφάνειά της. Ίσως δηλαδή το μυστήριο του θανάτου έχει τη λύση του στην εναρκτήρια σεκάνς του όλου σκηνικού, ίσως η λύση του βρίσκεται στην ιδρυτική πράξη του μυστηρίου της ζωής. Κι αφού ζωή προκύπτει με έναν εντελώς συγκεκριμένο τρόπο, ίσως δεν είναι τόσο τραβηγμένο να σκεφτούμε πως και τα όρια της ζωής που προκύπτουν με αυτόν τον εντελώς συγκεκριμένο τρόπο, κάθε άλλο παρά δεδομένα είναι, αλλά σχετίζονται αιτιωδώς με τα όρια της σεξουαλικής πράξης. Ίσως δηλαδή οι άνθρωποι δεν κάνουμε τον έρωτα που θα μπορούσαμε να κάνουμε. Ίσως ο έρωτας που κάνουμε είναι λίγος, φοβισμένος, ανεπαρκής, ίσως τρομάζει μπροστά στα ίδια του τα δυνητικά άκρα και κάνει πίσω πολύ πριν καν τα προσεγγίσει. Ίσως δεν γαμάμε αρκετά δυνατά, ίσως δεν χύνουμε αρκετά βαθιά, ίσως ως αποτέλεσμα της μετριασμένης μας ερωτικής πράξης να προκύπτει ζωή όχι αρκετά ισχυρή, ζωή αδύναμη, ζωή με ημερομηνία λήξης, ζωή με ορίζοντα θανάτου».
(Αναλφάβητο ΙΙΙ: Θαναβολές)