Η γραμμένη σελίδα είναι μια τάξη πραγμάτων πολύ διαφορετική από κείνη της πραγματικότητας. Ο «κόσμος» αποτελείται από πράγματα, ενώ η γραφή από λέξεις. Μονάχα λέξεις. Μ΄αυτές πρέπει να ζήσω… Μα δε ζει όμως κανείς με τις λέξεις. Ζει με τα πράγματα, οι λέξεις του απομένουν.

Κωστής Παπαγιώργης, Παρασκευή 10.5.1974, Παρίσι (απόσπασμα από τα «Ανέκδοτα Ημερολόγια»)

Τι ήταν για όλους εμάς ο Παπαγιώργης;
Όσο περνά ο καιρός αναρωτιέμαι όλο και περισσότερο αν η οικειότητα την οποία αισθανόμαστε μας εμπόδιζε από το να σκύψουμε προσεκτικά στο έργο του, πράγμα που ελπίζω θα κάνουν οι επόμενοι σε ένα καλύτερο διανοητικό περιβάλλον για τις ιδέες του. Για να γνωρίσουν, πέρα από το μύθο, έναν από τους μεγαλύτερους Έλληνες διανοητές μιας κρίσιμης εποχής, του τέλους του 20ού και της αρχής του 21ου αιώνα.

Για όσους θέλουν να γνωρίσουν το έργο του Κωστή Παπαγιώργη ή να επιχειρήσουν να σκύψουν πιο προσεκτικά επάνω σε αυτό, το τεύχος της Νέας Εστίας είναι το πιο άρτιο «βοήθημα». Στο εξαιρετικά διαφωτιστικό, αναλυτικό και συγκινητικό αφιέρωμα στον Κωστή Παπαγιώργη, μέσα από τις αφηγήσεις αναδύεται η τόσο οικεία, αλλά και άγνωστη και ζητούμενη μορφή του, μια σπουδαία προσωπικότητα των ελληνικών γραμμάτων που, όπως γράφει εύστοχα ο Δημήτρης Καράμπελας: «μπορούσε να περιέχεται ολόκληρος στα βιβλία του χωρίς να μοιάζει σε τίποτα από αυτά». Aξίζει να διαβαστούν με προσοχή και τα αποσπάσματα από ανέκδοτα ημερολόγιά του.

«Υπήρξαμε η πρώτη γενιά», γράφει ο Δημήτρης Καράμπελας, «η οποία διάβασε τον Παπαγιώργη ως μια οιονεί μυθική μορφή – τον παραβατικό απόστολο μιας απόκρυφης αθηναϊκής ζωής, η οποία έθαλλε στα στενά των Εξαρχείων, τα μπαρ της Καλλιδρομίου και τα σκυλάδικα της λεωφόρου Αλεξάνδρας».

«Η σημαίνουσα θέση που επιφυλάσσεται για τον Παπαγιώργη στα ελληνικά, αν όχι στα ευρωπαϊκά γράμματα, θεμελιώνεται ομόφωνα σε δυο μείζονες και ιδιαζόντως προσωπικές συμβολές: την αναμόρφωση ενός ολόκληρου είδους –του δοκιμίου– ως ισχυρής λογοτεχνικής, και όχι απλώς στοχαστικής, μορφής – και τη συγκρότηση ενός καινοφανούς πεζογραφικού ύφους, το οποίο συναιρεί, ορισμένες φορές ακόμα και μέσα στην ίδια τη φράση, απολύτως χωρισμένους μέχρι τότε πνευματικούς κόσμους», γράφει σε άλλο σημείο ο Δημήτρης Καράμπελας.

"Κωστής Παπαγιώργης" Χρόνης Μπότσογλου,1991

«Κωστής Παπαγιώργης», Χρόνης Μπότσογλου, 1991

«Θα ήθελα να κάνω μια επισήμανση», γράφει ανάμεσα σε άλλα ο Νικόλας Σεβαστάκης, «γιατί νομίζω ότι στον Παπαγιώργη υπάρχουν δυο διακριτές πλευρές. Η πρώτη πλευρά είναι το στοχαστικόσυγγραφικό ενδιαφέρον του για τις διαθλάσεις της νεοελληνικής εμπειρίας. Ο Παπαγιώργης θύμωνε με την περιφρόνηση άλλων διανοουμένων και συγγραφέων για το “ντόπιο” και την αποθέωση του ξένου. Για παράδειγμα, στη δική μας –κάποιων από εμάς εννοείται- στροφή προς τη ροκ και τις άλλες μορφές δυτικής μουσικής, απαντούσε με τη δική του υπέρμετρη και ένθερμη υπεράσπιση του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.

Είχε μια αλήθεια η κριτική του. Αντιλαμβανόταν καλύτερα από εμάς πως οι πηγές της νεοελληνικής εμπειρίας αξίζουν προσοχής και κριτικής επανεκτίμησης. Έβλεπε ας πούμε συγγραφείς να γνωρίζουν πολύ καλά το αμερικανικό μυθιστόρημα και να μην έχουν διαβάσει ούτε σελίδα Βιζυηνού ή του Παπαδιαμάντη. Σύμφωνα με τον ίδιο, ωστόσο, η “μύχια αναβάπτιση στο οικείο ήθος” ήταν προϋπόθεση της αυθεντικής πνευματικότητας, αφού “συγγραφέας χωρίς πατρίδα, γλώσσα και ιθαγένεια δεν μπορεί να υπάρξει”».

«Ακόμα και σήμερα», γράφει ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης, «δεν μπορεί να μου βγει από το μυαλό ότι ο Παπαγιώργης μιλούσε εντελώς διαφορετικά από τον τρόπο με τον οποίο έγραφε. Για καιρό αναρωτιόμουνα πάνω σε αυτόν τον ασύμπτωτο χαρακτήρα του προφορικού από το γραπτό λόγο, ανατρέχοντας συχνά σε αδέξιες ψυχολογικές ή γραμματολογικές ερμηνείες, έως ότου κατέληξα στην υπόθεση, που μοιράζομαι μαζί σας εδώ: Ο Παπαγιώργης δε μιλούσε όπως έγραφε, ακριβώς για να μπορεί να γράφει προφορικά, να γράφει δηλαδή, με την πεζοπορική ένταση της προφορικότητας. Μια τέτοια προφορική γραφή ήταν εκείνη που μπορούσε να προσδώσει ξαφνικά ιλιγγιώδη ένταση στη λογοτεχνία, στη φιλοσοφία, στην ποίηση, στην ιστορία, στην ανθρωπολογία, στην επιθυμία, στον έρωτα, στον πόνο, στη μνήμη, στην ανία και, βέβαια, στην έλλειψη για την οποία μιλάμε εδώ».

«Προσοχή όμως. Όταν μιλά για πνεύμα και πνευματικότητα, ο Κωστής δεν το τοποθετεί στον ουρανό, σε μια υπερκόσμια πραγματικότητα, αλλά, όπως ο Μπερξόν, ο Γιανκέλεβιτς και τόσοι άλλοι, διαπιστώνει ότι πάλλεται επί της γης, σε ό,τι πιο γήινο και χειροπιαστό υπάρχει, το θεωρεί ως μια από τις δυνατότητες, αλλά και από τις ζωτικές ανάγκες μας. Νομίζω ότι το πνεύμα κατά τον Μπερξόν είναι κατ’ ουσίαν, την περίπτωση του ανθρώπου, η απαραμείωτη δυνατότητα αυθυπέρβασης που διαθέτουμε όλοι – άλλο τι την κάνουμε και πώς, τις περισσότερες φορές την κακομεταχειριζόμαστε αντί να την αξιοποιούμε. Υπακούμε αναπόδραστα στη (θεμελιωμένη στη ζωή κοινωνική) πίεση, υπάρχει όμως μέσα μας, εξίσου αναπόδραστα και η διάθεση ανάτασης, ανοίγματος, απεγκλωβισμού από τον κλοιό των συνδεδεμένων με την αυτοσυντήρηση αναγκών», γράφει ο Γιάννης Πρελορέντζος.

Info:


Νέα Εστία, Τεύχος 1872, Μάρτιος 2017

Στο «Αφιέρωμα στον Κωστή Παπαγιώργη» γράφουν:

Δημήτρης Καράμπελας: Ο Κωστής Παπαγιώργης και οι αντινομίες του πνευματικού
Νικόλας Σεβαστάκης: Ο στοχασμός ως βιωμένη εμπειρία: Σκέψεις για τον Κωστή Παπαγιώργη
Γιώργος Τζιρτζιλάκης: Η ηθική της αποτυχίας. Ο Κωστής Παπαγιώργης και η γενεαλογία του ελλείμματος στην ελληνική κουλτούρα
Κωστής Παπαγιώργης: Αποσπάσματα από τα Ανέκδοτα Ημερολόγια (1974-)
Δ. Π. Σωτηρόπουλος: Ο άνθρωπος είναι από στραβό ξύλο. Η ιστορική ανθρωπολογία του Κωστή Παπαγιώργη
Φώτης Βασιλείου: Βιογραφία, Αυτοβιογραφία, Αυτονοσοβιογραφία
Λίζυ Τσιριμώκου: Αμφιδέξιος λόγος
Δημ.-Χρυσός Τομαράς: Το ανάποδο ερωτηματικό
Γιάννης Αστερής: Κύμη
Γιάννης Πρελορέντζος: Ματιές στο έργο του Κωστή Παπαγιώργη: Ένας πνευματοκράτης διαταξικός ηθοστοχαστής;
Ευγένιος Αρανίτσης: Για τον Κωστή Παπαγιώργη
Κωστής Παπαγιώργης: Βιογραφικά στοιχεία και εργογραφία