Γράφει η Σταυρούλα Αλπίτση

«Τι κείμενα αρχαία και τι κείμενα ξένα, τι κείμενα βυζαντινά, εκκλησιαστικά συναξάρια, τροπάρια, ψαλμούς δεν ξέρει αυτός ο άνθρωπος! Αλλά οι άμεσες γνώσεις του από τη ζωή, οι ζωντανές, κι εκείνες μήπως ολιγότερες είναι; Ο ψαράς, ο καϊκτσής, ο βοσκός, ο γεωργός, τού έχουν μάθει ό,τι έμαθαν κι εκείνοι. Ξέρει έθιμα, συνήθειες, την Ιερά παράδοση και τα μάγια, τα ξόρκια και τις δεισιδαιμονίες, τις προλήψεις… Ξέρει ανέκδοτα κι ιστορίες, παραμύθια του νησιού και οικογενειακά –για να τα διηγείται ατελείωτα μέσα στις πληκτικές ώρες του «καφενέ» του αθηναϊκού (…) Ποιος απ’ όσους έγραψαν έκτοτε πεζογραφία ξέρει τα μισά απ’ όσα στη ζωή του είχε μάθει ο Παπαδιαμάντης;», παρατηρεί ο Τέλλος Άγρας στα 1984, στο τρίτο τεύχος του περιοδικού «Ερμής». Αυτή του την παρατήρηση έχω συνεχώς στο νου μου αυτές τις ημέρες που «μυρίζουν Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά», κάλαντα, ελληνικά έθιμα (που λίγο και λίγοι πια θυμόμαστε), χειροποίητα γλυκά, πασπαλισμένα άλλοτε με ζάχαρη άχνη κι άλλοτε με μέλι και καρύδια. Αχ! Αυτός ο «φτωχούλης του Θεού», που θα έλεγε κι ο Ν. Καζαντζάκης, ο γιος του παπα-Διαμαντή, από τον οποίο και πήρε το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο, είναι από εκείνα τα πρόσωπα που ποτέ δυστυχώς δε γνώρισα, μα αγάπησα σαν να ήταν κομμάτι της ύπαρξης μου.

«Γιατί έγραψε ανεπιτήδευτα, με την ψυχή του»

Μήπως όμως στ’ αλήθεια έτσι δεν είναι; Ο Πέτρος Χάρης έγραψε για εκείνον: «Έδωσε τον Έλληνα στην πιο απροσποίητη έκφρασή του» κι έπειτα προσθέτει: «τον καλεί πενήντα τόσα χρόνια να του δώσει μια αισθητική χαρά. Η προσφορά αυτή είναι το καλύτερο και το χρησιμότερο που μπορεί να δώσει ένας πνευματικός άνθρωπος. Κι όπου πνευματική χαρά, εκεί και μεγάλη ζωή και εθνική προκοπή.» Είναι μέρος λοιπόν της ύπαρξής μου και της ύπαρξης όλων των Ελλήνων κι όλων των αγαθών ανθρώπων της οικουμένης ο λογοτέχνης αυτός, γιατί έγραψε ανεπιτήδευτα, με την ψυχή του, εμπνευσμένος από το Θεό, τη φύση και το λαϊκό άνθρωπο-βιοπαλαιστή της ελληνικής υπαίθρου. Αλησμόνητη η προσευχή του φτωχού γεωργού στο διήγημά του «Όνειρο στο Κύμα», που είναι ένας ύμνος στην ταπεινοφροσύνη και την ολιγάρκεια του αγαθού ανθρώπου: «Είς το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σπέρνω αυτό το χωράφι, για να φάνε όλοι οι ξένοι κι οι διαβάτες και τα πετεινά του ουρανού και να πάρω κ’ εγώ τον κόπο μου!»

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

«Μάθημα ζωής» είναι κάθε διήγημα του Παπαδιαμάντη. Μια καλή αρχή για μια νέα χρονιά σε ένα νέο κόσμο γεμάτο προκλήσεις. Αυτές τις ημέρες διάβασα κάποια από τα «Εορταστικά διηγήματα» που έχει εμπνευστεί από ιστορίες του τόπου του που έλαβαν χώρα τις ημέρες των εορτών (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, των Φώτων). Στην εισαγωγή έχει σημειώσει ο ίδιος: «Το επ’ εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δε θα παύσω πάντοτε, ιδίως δε κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας, να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστό μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά έθη». Κι αυτό φυσικά είναι απόλυτα αναμενόμενο από έναν άνθρωπο που θεώρησε «καταδίκη» και δυστυχία ότι αναγκάστηκε να αποχωριστεί το νησί του, τη Σκιάθο, για να σπουδάσει «εις τας Αθήνας» με τη δέσμευση να «κάνει προκοπή» και να προικίσει τις τέσσερεις αδελφές του, όταν θα γινόταν πια «επιτυχημένος δικηγόρος». Τελικά τίποτε από όλα αυτά δεν έγινε, γιατί στην Αθήνα η ζωή ήταν δύσκολη για τους φτωχούς και άσημους επαρχιώτες και ο Παπαδιαμάντης με πόνο ψυχής διαπίστωσε την αναξιοκρατία που αναγνώριζε προνόμια «αστικής ζωής» μόνο σε εκείνους που τα απολάμβαναν ήδη, αλλά και την αλλοτρίωση του ανθρώπου που απομακρυνόταν από τη φύση.

«Τα ταξίδια του στη Σκιάθο λιγόστεψαν, γιατί τον βασάνιζε η ντροπή»

Έτσι, η ανέχεια τον ώθησε να εγκαταλείψει τις σπουδές, να ασχοληθεί με τη συγγραφή διηγημάτων, όταν η «Εστία» προκήρυξε διαγωνισμό με «θέμα ελληνικό», ίσα-ίσα για να βγάζει τα προς το ζην. (Κάτι που δεν άλλαξε ακόμη κι όταν τα διηγήματά του έγιναν τόσο περιζήτητα από τις εφημερίδες και τα φιλολογικά περιοδικά της εποχής, αφού ο ίδιος επέμενε να αμείβεται μόνο με τα χρήματα που αναλογούσαν στο φαΐ και το κρασί της εβδομάδας.) Τα ταξίδια του στη Σκιάθο λιγόστεψαν, γιατί τον βασάνιζε η ντροπή. Από τη θλίψη και τη νοσταλγία στράφηκε τελικά στο ποτό, εξαιτίας του οποίου έπαθε ρευματισμούς και δεν μπορούσε πια να γράψει, ώσπου τελικά επέστρεψε – σαν από προαίσθημα – στον τόπο του, λίγες ημέρες πριν το θάνατό του.

Κλείνοντας το δεύτερο τόμο των «Απάντων» του, συγκράτησα δυο φράσεις κι έναν τίτλο. Η πρώτη είναι ένα τρίστιχο από τη «Γλυκοφιλούσα» (χριστουγεννιάτικο διήγημα) που μοιάζει με ψαλμό σαν εκείνους που έψελνε στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου στο Μοναστηράκι ο Παπαδιαμάντης κάθε Κυριακή από το χάραμα:

«Και πάλι κίνησα να’ ρθω, Χριστέ μου, στην αυλή σου
να σκύψω στα κατώφλια σου τα τρισαγαπημένα
όπου με πόθο αχόρταγο το λαχταρεί η ψυχή μου»

(Σήμερα η ψυχή του ανθρώπου πιστεύει σε κάτι τόσο που να βρίσκει εκεί λίγη ελπίδα και χαρά;)

Η δεύτερη είναι από ένα άλλο γιορτινό διήγημα με τον τίτλο «Ο Αμερικάνος» κι αναπαριστά μία σκηνή όπου τα παιδιά ψάλλουν στις γειτονιές τα κάλαντα:

«Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου
Εβγάτ΄ ακούστε, μάθετε, τώρα Χριστός γεννιέται»

(«Ποια κάλαντα;» θα ρωτούσαν γεμάτα απορία τα πιο πολλά από τα παιδιά που ζουν σήμερα στις μεγάλες και πολύβουες πολιτείες.)

Τρίτος και τελευταίος ένας τίτλος διηγήματος: «Φώτα – Ολόφωτα»

(Έτσι λαμπερός να γίνει ο κόσμος μας, εύχομαι, μα όχι από λάμψεις που φοβίζουν τους ανθρώπους, αλλά από λάμψεις πνευματικές, που να πηγάζουν από σκέψεις που γεννά πρωτίστως η αγαθή ψυχή μας!)