Στο καθιστικό της Δήμητρας Γαλάνη δεσπόζει μια ντραμς. Ένας ευφυής ντιζάινερ θα μπορούσε να σκεφτεί να στήσει έτσι το σπίτι ενός μουσικού για να δείξει μια ζωή συνυφασμένη με τη μουσική. Μόνο που εδώ δεν είναι το βασικό διακοσμητικό στοιχείο, αφού ο χώρος έχει μετατραπεί στην ουσία σε ένα στούντιο για πρόβες με τους μουσικούς της, ενόψει των εμφανίσεών τους στο Gazarte από την 1η Μαρτίου. Η Δήμητρα Γαλάνη ξυπνά κάθε μέρα από τις 7 το πρωί και δουλεύει, κάτι που δε σταματά, αφού η μουσική δε βρίσκεται μόνο στο σπίτι της, αλλά μέσα της.

Για όσους παρακολουθούν εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες την καλλιτεχνική παρουσία της Δήμητρας Γαλάνη, το πρόγραμμα που θα παρουσιάσει στο Gazarte με τα Β-sides της μακρόχρονης καριέρας της, είναι η συνέχεια της δραστηριότητάς της. Η συνεργασία της με τους πιο αξιόλογους  μουσικούς που έχουμε αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, τους Σεραφείμ Γιαννακόπουλο (τύμπανα), Μηνά Λιάκο (ηλεκτρική κιθάρα), Θωμά Κωνσταντίνου (λαούτο, μαντολίνο, λάφτα, κιθάρα), Σπύρο Μάνεση (πιάνο) και Στέλιο Προβή (μπάσο), η σχέση της με την μπάντα αυτή, είναι κάτι που της δίνει, όπως λέει η ίδια, μεγάλη ικανοποίηση και χαρά. Και από ό,τι φαίνεται δίνει χαρά και σε όσους ακούνε αυτό το αποτέλεσμα, γι’ αυτό και γράφονται τόσο σημαντικά και ενθαρρυντικά σχόλια για ό,τι κάνουν.

«Είναι ευλογία και συνάμα ανάγκη μεγάλη να ανακατευτεί το αίμα σου με τους νεότερους και αυτό δεν είναι καθόλου απλό»

«Είναι ευλογία και συνάμα ανάγκη μεγάλη να ανακατευτεί το αίμα σου με τους άλλους, τους νεότερους και αυτό δεν είναι καθόλου απλό. Πρέπει να σε εκτιμά ο άλλος και να καταλάβει ότι εσύ τον προσεγγίζεις όχι γιατί θέλεις να “πάρεις ζωές”, αλλά να ανακατευτείς με αυτό το πράγμα. Να γίνεις ένα μαζί τους. Όταν αυτό συμβαίνει, εκεί κατανοούν και την επαφή και την πρόθεσή σου και αυτό σου το επιστρέφουν μαγικά. Στη γενικότερη  δυστυχία που μας περιβάλλει, γιατί πρόκειται για μια παγκόσμια δυστυχία, ζω ίσως τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της καλλιτεχνικής μου ζωής, άρα και της ζωής μου. Αυτό το οποίο εισπράττω από τις συνεργασίες μου με αυτούς τους μουσικούς είναι τόσο μεγάλο δώρο, που αν κάποιος άνθρωπος αγωνίζεται στη ζωή του για να φτάσει κάπου, λέω “είναι αυτό”. Και την ίδια στιγμή, αυτό ακριβώς, το εισπράττω και από τον κόσμο. Που έρχεται όχι μόνο για να με ακούσει να τραγουδώ, αλλά για να παρακολουθήσει τη μουσική μας πρόταση», λέει η Δήμητρα Γαλάνη.

Στις εμφανίσεις σας, αν το παρατηρήσει κάποιος, το κοινό σας είναι μεν σταθερό, αλλά ανανεώνεται και διαρκώς. Μου φαίνεται ζόρικο αυτό και απαιτητικό. Τι σκέφτεστε για το κοινό σας;
Αρχικά, δεν έχω πει ποτέ «Α! Καλά, αυτό θα έχει μεγάλη επιτυχία»! Ποτέ. Δεν θεωρώ τίποτα δεδομένο και δεν έχω άλλωστε αυτή την πρόθεση. Πάντα, την ώρα που θα βγω στη σκηνή ή θα ετοιμάσω ένα πρόγραμμα, έχω την αγωνία της πρώτης στιγμής. Πιστεύω αυτό συμβαίνει σε όλους τους καλλιτέχνες που τους ενδιαφέρει η δουλειά τους, έχει μια παρθενική αγωνία η κάθε φορά.

Αυτό είναι σύμφυτο με την ύπαρξη του καλλιτέχνη, να μην έχει βεβαιότητες;
Έτσι θα έπρεπε να ήταν αλλά εγώ παρατηρώ  πολύ μεγάλες «βεβαιότητες» γύρω μου και πραγματικά εντυπωσιάζομαι.. Τέλος πάντων, εγώ σκέφτομαι πολύ διαφορετικά. Θεωρώ ότι αυτό που έχω είναι χάρισμα που πρέπει να το αντιμετωπίζω με προσοχή και σεβασμό. Αν δεν καταλάβεις ότι αυτό το χάρισμα που έχεις σου δόθηκε για να δοκιμάζεσαι σε όλη σου τη ζωή και απλά πιστέψεις ότι είναι «δικό σου», την έχεις πατήσει. Το χάρισμα είναι η διαρκής άσκηση ελέγχου του εγώ σου. Ένα εγώ που ο καλλιτέχνης  σαφώς το έχει  ανάγκη, γιατί το εγώ του καλλιτέχνη είναι πολύ δημιουργικό, αλλά την ίδια στιγμή δεν πρέπει να γίνεται εγωιστικό. Πρέπει να υφίσταται μέσα σε εσένα και τη γνώση που φέρεις μέσα στα χρόνια, αλλά την ίδια στιγμή να μη σε κάνει να ξιπάζεσαι, αλλά το εντελώς αντίθετο, να γίνεσαι ακόμα πιο ταπεινός. Είναι ένα μεγάλο μάθημα που παίρνεις από την ίδια τη ζωή. Έχεις ένα χάρισμα και πρέπει να είσαι συνεχώς άγρυπνος. Δεν είναι δικό σου. Σαν χάρισμα λοιπόν, οφείλεις να το επιστρέφεις και να το μοιράζεσαι. Αλλιώς το ασυνείδητο εγώ θα τα καταστρέψει όλα, όπως τα καταστρέφει στη ζωή.

 Δήμητρα Γαλάνη

Εσείς από τότε που σας θυμάμαι και ξέρω πόσο «τραβήξατε κουπί» μόνη σας, στρέψατε το βλέμμα σας με ένα μοναδικό τρόπο στους νέους καλλιτέχνες. Και είναι αλήθεια πως κάθε φορά με μια τέτοια σας κίνηση, δημιουργούσατε ένα νέο ενδιαφέρον.
Αυτό συσσωρεύθηκε με τα χρόνια και πιστεύω πως η μακροβιότητά μου η καλλιτεχνική -γιατί είναι πολλά τα χρόνια, είναι σχεδόν πενήντα- οφείλεται στη δίψα που είχα για κάθε τι καινούργιο. Δεν το έκανα από γενναιοδωρία, καθόλου, ήταν μια ανάγκη μου να μπω στο καινούργιο και να δοκιμαστώ. Αυτό σήμαινε ότι για να το κατανοήσω έπρεπε να ενημερώνομαι για το τι συμβαίνει στη μουσική σε παγκόσμιο επίπεδο και να δω αν μπορώ να δοκιμαστώ σε αυτό, γιατί υπήρχαν και πράγματα στα οποία δε μπορούσα να αντεπεξέλθω καλλιτεχνικά.

Άρα λοιπόν, κάθε κίνηση περιείχε και μια μελέτη.
Βεβαίως. Θα πω μια ιστορία που μου αρέσει να λέω. Κάποτε ήμουν στη Νέα Υόρκη και καθόμουν σε ένα μπαρ, ημέρα, ακούω μια πολύ ωραία μουσική και πήγα και ρώτησα τι ακούμε. Μου απάντησαν ελαφρώς απορημένοι, σαν να μην ήξερα το αυτονόητο: Portishead. Δεν είχα ξανακούσει, έτσι ανακάλυψα το trip-hop, πήγα αμέσως στο Tower records και μάζεψα ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε για να ακούσω και όταν επέστρεψα είπα στον Τάσο Φαληρέα «πολύ με ενδιαφέρει αυτό το είδος και νομίζω πως μου πάει».

«Στη γενικότερη δυστυχία που μας περιβάλλει, ζω ίσως τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της καλλιτεχνικής μου ζωής»

Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν εδώ στην Ελλάδα κάτι αντίστοιχο; «Σαφώς», μου απαντά. «Ο άνθρωπος που ψάχνεις είναι ο Κωνσταντίνος Βήτα». Έτσι κάναμε με τον Κωνσταντίνο Β. το «Μετά». Ο δίσκος βγήκε ακριβώς στην αλλαγή του αιώνα και εκτός από το υλικό του Κωνσταντίνου, μετέφερα με αυτό τον ήχο και κάποια πολύτιμα πράγματα από το παρελθόν μου. Έναν Χατζιδάκι, ένα σμυρναίικο, τη φωνή του Λοΐζου, τη φωνή του Σιδηρόπουλου σε ένα ντουέτο. Κάποιοι δεν κατάλαβαν και σχεδόν με έβρισαν, λέγοντας «τι δουλειά έχεις εσύ με αυτά…». Όμως αυτό δεν είναι το άλφα και το ωμέγα της τέχνης; Πώς θα υπάρχει  μέλλον αν δεν υπάρχει το παρόν με το παρελθόν μαζί; Έχουν γίνει πολλά τέτοια. Έχουν γίνει και κουταμάρες μέσα σε αυτή την προσπάθειά μου, δεν είναι επιτυχημένα όλα. Αλλά παίρνεις το ρίσκο σου.

Το θέμα σας ποιο είναι; Εννοώ είναι η ερμηνεία, η απόδοση ενός μουσικού νοήματος, η σύνθεση; Προέχει κάτι επιμέρους στο μυαλό σας;
Η μουσική είναι το θέμα μου για ό,τι κάνω και η γλώσσα. Από το πρωί μέχρι το βράδυ ασχολούμαι με αυτό. Σε σχέση με την ιστορία, την κοινωνία, να εμβαθύνω στους μεγάλους ποιητές. Να τους διαβάζω επί της ουσίας και να ανακαλύπτω εκ νέου το μέγεθος. Θέλω να πω ότι πάντα ό,τι έκανα, κάθε ένα βήμα προς τα εμπρός, είχε και μια προεργασία. Και το κάθε τι, μου έδινε μια καινούργια γνώση. Σήμερα φτάνουμε να έχω δημιουργήσει γύρω μου έναν πυρήνα εκπληκτικών καλλιτεχνών μουσικών και να ανταλλάσσω τη μουσική μου λαχτάρα μαζί τους. Και να μου το ανταποδίδουν με έναν εξίσου συγκινητικό τρόπο.

Αφού μιλάμε για τη μακροβιότητα των καλλιτεχνών, δεν είναι ένα μεγάλο θέμα να χάνει κάποιος τη φωνή του; Ειδικά σε ερμηνευτές του δικού σας βεληνεκούς. Σας έχει απασχολήσει; Και σας ρωτώ τόσο άνετα γιατί έχετε μια «απείραχτη φωνή», αλλιώς δεν ξέρω αν θα το τολμούσα.
Είναι μια ατυχία αυτή, αλλά αν ο καλλιτέχνης έχει και άλλα πράγματα μέσα του μπορεί να το αναπληρώσει. Υπάρχουν καλλιτέχνες που μπορεί να ατύχησαν σε αυτό, αλλά έχουν μια εξαιρετικά σημαντική  καλλιτεχνική επαφή χωρίς να είναι μόνο τραγουδιστές. Ένας καλλιτέχνης αληθινός και ολοκληρωμένος όλο και κάτι άλλο κάνει, δεν είναι κομμένη κεφαλή από το υπόλοιπο κομμάτι της τέχνης. Και έτσι ενσωματώνονται στο καινούργιο και κάνουν αξιοθαύμαστα έργα. Και ευτυχώς, σήμερα, υπάρχουν κάποιοι που προβάλλουν και αυτές τις περιοχές της δημιουργίας.

Θα μπω στον πειρασμό να σας ρωτήσω αν σήμερα βρίσκετε περισσότερο την έννοια του συλλογικού, της ανησυχίας, στους συνομηλίκους σας ή στους πιο νέους;
Στους πιο νέους κακά τα ψέμματα. Στο χώρο το δικό μου τουλάχιστον. Στο χώρο των γραμμάτων υποκλίνομαι σε μεγαλύτερους, αλλά στο χώρο μου είναι πολύ λίγοι οι άνθρωποι «της γενιάς μου» με τους οποίους συνομιλώ. Με τους νεότερους ανθρώπους βρίσκω πολύ περισσότερα πράγματα να ανταλλάξω και όσο περνάνε τα χρόνια, ιδιαίτερα με αυτή τη νεότερη γενιά που είναι απαλλαγμένη από διάφορες αναστολές.

Οι αναστολές των μεγαλυτέρων -αν μπορώ να τους αποκαλέσω έτσι-, οφείλονται για παράδειγμα στο σύστημα της δισκογραφίας που υπήρχε, όχι μόνο εδώ, αλλά και διεθνώς;
Το σύστημα, γενικά, εφόσον έμπαινες μέσα σε αυτό, συνήθως σε κατάπινε. Είναι πολύ λίγες οι περιπτώσεις και βάζω και τον εαυτό μου μέσα, σε αυτές που περάσαμε, κολυμπήσαμε μέσα σε αυτό, αλλά δε γίναμε σύστημα. Αυτό είναι πολύ σοβαρό. Πολλές φορές ακούω να λένε «εσείς , από θέση ισχύος πώς μπορείτε να μιλάτε»; Έχουν δικαίωμα να ομιλούν οι άνθρωποι που ναι μεν σε μια συστημική κατάσταση –γιατί δε μπορεί να πει κανείς ότι δε χρησιμοποιήθηκε το σύστημα- έπαιξαν με το σύστημα, αλλά δε συστηματοποιήθηκαν, γι’ αυτό και έχουν λόγο ακόμα και σήμερα. Όσοι δεν το κατάφεραν, την πάτησαν. Το θέμα είναι να καταφέρεις να χρησιμοποιείς εργαλεία που φέρνει αυτό το σύστημα, αλλά να μη γίνεσαι κολόνα του. Να ξεχωρίζεις τον εαυτό σου από αυτό και να καταλαβαίνεις την κακοτοπιά. Το σύστημα αγκαλιάζει τον καλλιτέχνη, τον θέλει δικό του, το ζήτημα είναι με ποιο τρόπο θα ξεγλιστρήσεις για να μη ξιπαστείς. Αυτό απαιτεί σκέψη, δουλειά και καλλιέργεια. Οι «σειρήνες»  είναι πολλές δυστυχώς…

Η καλλιέργεια είναι κατά τη γνώμη σας αυτό που λείπει σήμερα περισσότερο από άλλα;
Πιστεύω ότι αυτό που λείπει γενικότερα από παντού και το ξέρουμε όλοι όσοι ζούμε σε αυτό το περιβάλλον, είναι η απαραίτητη πνευματικότητα. Και για  να μη χρησιμοποιούμε τη λέξη έτσι, ως κενή νοήματος,  εννοώ την επαφή και με κάποια άλλα επίπεδα εκτός από αυτά της καθημερινότητας.

«Το χάρισμα είναι η διαρκής άσκηση ελέγχου του εγώ σου»

Παλιότερα και οι ίδιοι οι πολιτικοί είχαν ανάγκη από την πνευματικότητα για να υπάρξουν. Ας πούμε στην εποχή του Κουν, δεν υπήρχε περίπτωση ο κάθε πρωθυπουργός να μην έχει σχέση με αυτή την πνευματική κίνηση ή αυτά τα πρόσωπα της γενιάς του ’30. Και όλοι γνωρίζουμε πώς αυτό μετά από τη δεκαετία του ’80 ισοπεδώθηκε στο όνομα ενός λαϊκισμού που δε θα τον κάνω συγκεκριμένο, γιατί κάποιος προτάσσει τον λαϊκισμό, ο λαός τον δέχεται, οπότε ουδείς αναμάρτητος. Όμως αυτό έφερε μια εξέλιξη τραγική. Ο πολιτικός κόσμος σε αυτό φέρει μεγάλη ευθύνη. Και σήμερα ακόμα οι άνθρωποι που φέρουν πολιτισμό βρίσκονται εν σιωπή.

Πάντως πολλοί αναρωτιόμαστε σήμερα, γιατί σιωπούν οι καλλιτέχνες;
Όσοι γνωρίζω εγώ και επάξια φέρουν τον τίτλο του καλλιτέχνη ή γενικότερα του σκεπτόμενου ανθρώπου, έχουν μιλήσει πολύ στο παρελθόν. Κι όχι στο παλαιό, αλλά στο πρόσφατο παρελθόν. Πόσο άλλο μπορείς να μιλήσεις; Τα λες μέσα από το έργο σου, τα λες και δημόσια και όχι μόνο εσύ, αλλά και οι καλύτεροι από εσένα και μοιάζει να μην περνάει τίποτα. Άρα, λοιπόν, ο μόνος τρόπος να εκφραστείς είναι μέσα από το ίδιο σου το έργο. Έτσι φαίνονται και οι προθέσεις και οι θέσεις και οι αντιρρήσεις σου.

Από την άλλη υπάρχει μια νεώτερη γενιά ανθρώπων που έχουν έναν παρορμητισμό –κι εμείς τον είχαμε ως νεώτεροι- όπου βέβαια δεν εκφράζεται πάντα σε σωστό χρόνο. Γενικότερα, σε αυτό το χάος που επικρατεί, όλοι κάτι λένε και δυστυχώς δεν φωτίζεται τίποτα, αυτό σε αναγκάζει να μένεις σιωπηλός. Και πλέον καλείστε εσείς, οι άνθρωποι που παρατηρείτε τον πολιτισμό να βγάλετε τα συμπεράσματά σας και για τη σιωπή, αλλά και για το έργο μας και για τη στάση μας και πλέον να αναδείξετε αυτές τις ενδιαφέρουσες πτυχές, που οπωσδήποτε και ασχέτως εποχών υπάρχουν.

Εννοείτε ότι είμαστε λίγο «αδιάβαστοι».
Όχι οι δημοσιογράφοι μόνο, αλλά και οι καλλιτέχνες. Δεν παρακολουθούν τι συμβαίνει, βρίσκονται σε μια εσωστρέφεια απίστευτη, λες και δεν υπάρχει άλλος κόσμος πέρα από την Ελλάδα. Το focus της ενημέρωσης γίνεται επάνω σε συγκεκριμένα πεδία και πρέπει να έχεις εσύ το ψώνιο να ψάξεις και να μάθεις για έναν συνθέτη, ένα σκηνοθέτη, έναν χορογράφο. Γιατί είναι πολύ συγκεκριμένο αυτό που πλασάρεται σαν mainstream. Κάποτε mainstream ήταν ο Γκάτσος και ο Χατζιδάκις και θα επανέλθω για να πω ότι και η πολιτική το είχε ανάγκη αυτό το mainstream.

Και σήμερα ποιο είναι;
Αυτό που ξέρουμε όλοι. Αυτό που πλασάρει η τηλεόραση. Η τηλεόραση αυτό που έχει για μουσικό πρόγραμμα είναι μια εκπομπή- ταβέρνα που τραγουδάμε «όλοι μαζί για να κάνουμε κέφι», και από εκεί και έπειτα το τίποτα. Ένας αχταρμάς δηλαδή που ισοπεδώνει τα πάντα.

Όμως, πολύς κόσμος πιστεύει ότι το τραγούδι το τροφοδοτεί ή το γεννάει σήμερα η τηλεόραση.
Όχι βέβαια. Το τραγούδι, το άξιο τραγούδι, δεν έχει καμία σχέση με την τηλεόραση. Αν συμβαίνουν κάποια πράγματα σημαντικά στο χώρο σήμερα, συμβαίνουν από ανθρώπους που δεν εμφανίζονται στην τηλεόραση. Τώρα, εάν εννοείτε τα talent-shows, αυτά δεν είναι τραγούδι, είναι σόου. Το κακό με αυτό είναι ότι υπάρχουν γενιές που η εμφάνισή τους εκεί, γίνεται σκοπός ζωής.

«Αυτό που παρουσιάζεται στην τηλεόραση για μουσική δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα της μουσικής μας»

Και δεν παίρνουν είδηση πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους, που μπορεί να έχουν και κάποιο ταλέντο, ότι πάνε και μπαίνουν σε αυτή την «κρεατομηχανή» η οποία δε βγάζει ανθρώπους, δε βγάζει τίποτα. Και το βλέπουμε στη συνέχεια, δεν κάνουν καριέρες, δεν κάνουν μια πορεία. Καίγεσαι εκεί μέσα από την υπερέκθεση της τηλεόρασης, την επανάληψη και κάποια στιγμή τελειώνει το σόου και τελειώνουν όλα. Το να πιστεύεις ότι θα ολοκληρωθείς σαν καλλιτέχνης από εκεί μέσα είναι λίγο αφελές ή κρύβει και μεγάλη απελπισία. Αν αυτά τα εκμεταλλεύονται, δεν το βρίσκω και τόσο έντιμο. Αυτά δεν τα λέω για να κάνω κριτική στο γούστο ή στο κέφι του κόσμου, ούτε για να κρίνω όσους περνούν αυτό το κατώφλι. Καθόλου θα έλεγα. Απλώς μου φαίνεται αυτονόητο να πω ότι αυτό που παρουσιάζεται στην τηλεόραση για μουσική δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα της μουσικής μας, η οποία δεν είναι καθόλου κακή. Απλώς ο κόσμος δεν το ξέρει.

Πιστεύετε ότι αυτό που λέμε «μεγάλο κοινό» δεν ενδιαφέρεται να το γνωρίσει;
Όχι δεν το πιστεύω καθόλου. Δεν πιστεύω ότι δεν το ενδιαφέρει η μουσική. Απλά δεν μαθαίνει τι συμβαίνει. Γιατί δεν υπάρχει ένας δίαυλος, ένας τρόπος να ενημερωθεί. Και βέβαια δεν περιμένει να ανακαλύψει τη μουσική μέσα από την τηλεόραση. Για παράδειγμα: τον δημιουργικό πυρήνα του Μάλαμα, τον οποίο παρακολουθεί τόσος κόσμος, τον έχουν δει ποτέ στην τηλεόραση; Υπάρχουν και άλλοι συνάδελφοι εξαιρετικοί, ο Αλκίνοος, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Αγγελάκας και τόσοι άλλοι, καλλιτέχνες σημαντικοί που δεν τους βλέπουμε ποτέ γιατί δεν υπάρχει ένα πρόγραμμα να πάει κάποιος με αξιοπρέπεια να παρουσιάσει τη δουλειά του. Αν υπήρχε, δεν θα έλεγαν όχι. Από αυτό τελικά μόνο η τηλεόραση χάνει. Χάνει μια πολύ μεγάλη μερίδα κοινού και ιδιαίτερα νεανικού κοινού…

Διαφωνώ με αυτό που συμβαίνει  στα τηλεοπτικά μας πράγματα και δε θα πάψω να διαφωνώ, γιατί το επίπεδο που παρουσιάζεται είναι πολύ κάτω του μέσου όρου. Εκεί διαφωνώ. Παρουσιάζεται ως πολύ καλό, κάτι που είναι κάτω του μετρίου. Η τηλεόραση έχει βάλει τον πήχη πάρα πολύ χαμηλά. Και είναι κρίμα.

Το ραδιόφωνο;
Φοβούμαι και το ραδιόφωνο. Είναι λίγοι οι σταθμοί που παίζουν καλή μουσική. Οι μηχανές, τα playlist, διέλυαν την ποιότητα και την προσωπικότητα του ραδιοφώνου και των παραγωγών που έκαναν τις εκπομπές που ακούγαμε για χρόνια, που διαλέγαμε να ακούσουμε. Έτσι, λείπουν και οι προτάσεις και οι καλές μουσικές, ακόμα και αν αυτό είναι ένα λαϊκό σουξέ. Για να συνεννοηθούμε, εγώ δεν έχω τέτοιου είδους στεγανά και συμπλέγματα. Ό,τι αγαπιέται από τον κόσμο έχει κάποιο λόγο ύπαρξης. Οι ταμπέλες με ενοχλούν όπως και η δαιμονοποίησή τους. Λαϊκό, ποπ κλπ. Αμέσως κάνουμε διαχωρισμούς και δημιουργούμε «κουτάκια».  Έτσι στην Ελλάδα η ποπ δαιμονοποιήθηκε, όπως και το λαϊκό τραγούδι. Η καλή ποπ είναι ένα από τα πιο δύσκολα είδη. Το καλό λαϊκό τραγούδι επίσης. Και είναι πολύ σημαντικό να καταφέρνεις να  κάνεις καλή ποπ και λαϊκό  (με την έννοια του μεγάλου βεληνεκούς) που να έχει και ουσία και αντοχή στο χρόνο. Γιατί ο χρόνος τελικά είναι ο μεγάλος κριτής.  Η αντοχή του υλικού στον χρόνο. Και αυτό γίνεται όταν αυτά που λέει το τραγούδι έχουν νόημα και ουσία. Έχουν μεγάλη σημασία τα λόγια. Τραγούδι κάνουμε.

Πέστε μου από τη δικογραφία σας την καλή ποπ.
Η «Παλίρροια» (1989) με τον Στέφανο Κορκολή και τον Παρασκευά Καρασούλο. Δεν είναι καλή ποπ αυτή;

Υποφέρουμε από αυτούς τους διαχωρισμούς;
Υποφέρουμε από άλλα κυρίως. Οι διαχωρισμοί και οι φανατισμοί μας έχουν κάνει πολύ κακό γενικώς. Τους διαχωρισμούς τους έκανε η μουσική βιομηχανία, τους χρησιμοποιούμε για να δείξουμε ένα στιλ. Μέχρι εκεί όμως, απλά για να το ορίσεις. Κατά τα λοιπά, υπάρχουν μόνο καλά και κακά τραγούδια.

Καλό τραγούδι ποιο είναι;
Αυτό, όπως έλεγε ο Χατζιδάκις, που αν πάρεις και βάλεις το στίχο του σε μια άλλη μουσική δε μπορείς να το ακούσεις, όπως και αν πάρεις τη μουσική του και της βάλεις άλλο στίχο επίσης δε μπορείς να το ακούσεις. Μουσική και στίχος πάνε μαζί. Γι’ αυτό είναι σημαντικό για ένα νέο καλλιτέχνη να διαβάσει, να μπει μέσα στη γλώσσα του, έτσι μόνο μπορεί να την αποδώσει. Επιμένω σε αυτό και θα επιμένω μέχρι εκεί που αντέχω. Γι’ αυτό το λόγο και γι’ αυτό τον μουσικό πλούτο για τον οποίο μάχομαι, αν πάψω να τραγουδώ -που μπορεί να συμβεί από τη μια στιγμή στην άλλη-,  πάλι με τη μουσική θα ασχολούμαι, τραγούδια θα γράφω, μαθήματα θα δίνω ώστε να μεταφέρω την γνώση μου στους σωστούς ανθρώπους, γιατί δεν αρκεί σήμερα να έχει κάποιος μια ωραία φωνή, δε σημαίνει τίποτα. Πρέπει να γεμίσει πληροφορία, να ενημερωθεί, να φύγει από τον εαυτό του και να δει πόσοι καλύτεροι από αυτόν υπάρχουν. Και είναι άπειροι.

Θέλω να επιστρέψουμε στο πρόγραμμα που ετοιμάζετε. Παρουσιάζετε κατά γενική ομολογία πολύ καλά προγράμματα και είναι και αυτό ένα είδος τέχνης. Τι σκέφτεστε όταν τα ετοιμάζετε;
Όταν βγαίνεις στη σκηνή δε βγαίνεις για να κάνεις «βασανιστήριο» στους άλλους, βγαίνεις για να επικοινωνήσεις, αλλιώς κάτσε καλύτερα σπίτι σου. Έτσι όταν ετοιμάζεις ένα πρόγραμμα ανοίγεις τα φύλλα της καρδιάς σου, όταν αισθανθείς την ίδια στιγμή αυτό που αισθάνονται και οι άλλοι από κάτω, έχει πετύχει το πρόγραμμά σου. Καταφέρνω να γίνομαι ακροάτρια του εαυτού μου. Παθαίνω κάτι σαν  διχασμό προσωπικότητας (γέλια), υπάρχει δε ένα στάδιο, όσο ετοιμάζω ένα πρόγραμμα- που δεν τραγουδώ τα τραγούδια, τα σκέπτομαι και τα στήνω και αρχίζω να τραγουδάω όταν ετοιμάσω το πρόγραμμα. Κάνουμε πολλές πρόβες με τους συνεργάτες μου, γιατί ομαδικά δουλεύουμε πάνω στο υλικό , αλλά όσο και αν φανεί παράξενο, τραγουδώ στις πέντε τελευταίες πρόβες. Θέλω το πρόγραμμα όλο να περνά από τα χέρια μου.

Πάμε στην τωρινή σειρά παραστάσεων. Ετοιμάζετε ένα πρόγραμμα σε ένα μέρος που θεωρείτε, όπως έχετε πει, σπίτι σας με τα b-sides των δίσκων σας. Αναρωτιέμαι ποια θεωρείτε b-side, γιατί ξέρω ότι όσοι σας παρακολουθούν ακούνε όλα τα τραγούδια σας, όχι μόνο τα «προτεινόμενα».

Το Gazarte, να το πω αυτό αρχικά, σέβεται τον καλλιτέχνη και τον κόσμο που έρχεται, γι’ αυτό πηγαίνω εκεί, γι’ αυτό το λέω σπίτι μου, νιώθω ασφαλής. Για το πρόγραμμα είχα σκεφτεί όντως αυτά τα τραγούδια που δεν πολυλέω. Ας πούμε στην «Παλίρροια», μια και την αναφέραμε, το «Δεν είσαι εδώ» ήταν η μεγάλη επιτυχία. Το τραγούδι που δε λέω είναι το «Και σ΄ αγαπώ». Στο δίσκο «Φως» η μεγάλη επιτυχία είναι το «Δυο μέρες μόνο», αλλά υπάρχει το «Στο πάτωμα τα ρούχα σου αδειανά». Είναι τα τραγούδια που δεν πολυπαίχτηκαν στο ραδιόφωνο. Το «πόθοι αδιέξοδοι» του Νίκου Ζούδιαρη, τραγούδια που δεν έχω πει πολύ, από το δίσκο «Κανονικά» το «Ακατάλληλο».

Αναφέροντας σκόρπια αυτά τα τραγούδια, θέλω να σας πω ότι είστε καλλιτέχνης «ευλογημένη», αν μπορώ να το πω και έτσι, που έχει ένα κοινό που ξεκοκαλίζει τους δίσκους σας, σας γνωρίζει.
Η αλήθεια είναι πως έχω την ευλογία να έχω πει καλά πράγματα, έτσι όταν θέλω να κάνω ένα πρόγραμμα, είναι  ευτυχία το να ξεκουράζομαι και εγώ από τα ίδια, αλλά και τα ίδια τα τραγούδια να ξεκουράζονται. Έχω επιλογή, σκαλίζω το μπαούλο μου και βγάζω άλλα. Και λέω τραγούδια -μέσα στα χίλια περίπου που έχω πει- που και εγώ έχω επιθυμήσει να ξαναπώ, να τα ξανακούσω με έναν καινούργιο ήχο. Να κάνω μια νέα αφήγηση με αυτά.

Μια και μιλάμε για επιτυχίες και flip side τραγούδια, όπως τα λέγαμε παλιότερα, σας ζόρισαν ποτέ να κάνετε επιτυχία;
Βέβαια. Με ζόρισαν κάποια στιγμή για να αποδείξω ότι μπορώ να πουλήσω πολύ, αν πω κάποια τραγούδια. Γιατί είχα πουλήσει με τραγούδια που είχα ήδη πει και θεωρούσαν ότι έπρεπε να λέω μόνο αυτά. Κάτι που δεν ήθελα καθόλου. Αποστρεφόμουν αυτή την τυποποίηση. Πολεμήθηκα, αλλά κατάφερα και το απέφυγα. Δεν μου άρεσε να μένω σε ένα είδος τραγουδιού. Πχ. έκανα τα «Γαλάζια σου γράμματα» και μετά πήγα και έκανα Χάλαρη, πολύ ιδιαίτερο πράγμα. Και μετά Τσιτσάνη. Δε στάθηκα σε κάτι, βαριόμουν να επαναλάβω τον εαυτό μου. Αυτό τότε μου το καταλόγιζαν ως έλλειψη επαγγελματισμού (!). Έτσι ήταν τα μυαλά τότε κι εγώ δεν έπαιζα στην αλυσίδα, επιτυχία – κέντρα – εμφανίσεις κλπ. Έμπαινα και έβγαινα.

Στα κέντρα δουλέψατε πολύ;
Πάρα πολύ. Η δική μου η γενιά δούλεψε πολύ σκληρά, χειμώνα καλοκαίρι από το ’69-’70 μέχρι το ’80, πολύ. Ιδιαίτερα στην Πλάκα, δουλεύαμε δυο προγράμματα κάθε μέρα και Παρασκευή, Σάββατο τρία. Σκότωμα. Αν θέλουμε να είμαστε απόλυτοι, από ένα σημείο και μετά, διεκπεραιώνεις. Το έκανα δέκα χρόνια και μετά έφυγα. Και εγώ και άλλοι της γενιάς μου. Αποτραβηχτήκαμε από αυτό το «μεροκάματο» παρόλο που τότε υπήρχε η άποψη, καθώς τα μίντια ήταν περιορισμένα, πως αν δεν εμφανίζεσαι δεν είσαι παρών. Σήμερα μπορεί να είσαι παρών και από το σπίτι σου. Γι’ αυτό και το live σήμερα πρέπει να είναι κάτι άλλο.

Έβλεπα μια αφίσα όπως ερχόμουν και εμφανίζεται μαζί σας ο Μιχάλης Χατζηγιάννης.
Ο Μιχάλης θα είναι ο φετινός μου καλεσμένος. Ο Χατζηγιάννης είναι ένας πολύ καλός μουσικός και αντιλαμβάνεται και απολαμβάνει αυτή την μοναδική μπάντα. Του ζήτησα με αυτή τη μπάντα και αυτό τον ήχο να τον ακούσουμε σε κάποια επιλογή από τα δικά του τραγούδια, αλλά και σε κάποια άλλα που δεν έχει τραγουδήσει ως τώρα. Πράγμα που έγινε και που το χαιρόμαστε πολύ. Συναντηθήκαμε πρόσφατα και είπαμε μαζί  ένα τραγούδι του («Σε ποιον να πω το σ’ αγαπώ») που είναι στον καινούργιο δίσκο που έκανε με στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου και έτσι προέκυψε η ιδέα αυτής της συνύπαρξης. Είναι ωραίος τραγουδιστής με μουσικότητα, νομίζω τα καταφέρνει πολύ καλά να διαχειρίζεται και τη μεγάλη επιτυχία και την μετάβασή του σε μια πιο ώριμη φάση και θέλω να τον ακούσει ο κόσμος σε κάποια πράγματα στα οποία θέλω να τον ακούσω και εγώ, αυτό είναι το κριτήριο.

Η αλήθεια είναι ότι δε δοκιμάζονται εύκολα οι Έλληνες καλλιτέχνες. Δε ρισκάρουν να το κάνουν;
Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, δεν αισθάνονται ασφάλεια για να το κάνουν. Ξέρεις, όταν βγαίνεις στη σκηνή είσαι ένα γυμνός άνθρωπος, όσο και αν έχεις συνηθίσει να το κάνεις. Τρέμεις σαν το φύλλο. Ακόμα και ο πιο αναίσθητος δε γίνεται να μη το νιώσει. Έχει ανάγκη από στήριγμα και ποιο είναι; Η επιτυχία. Αυτό που ήδη έχει περάσει στον πολύ κόσμο. Και έτσι λίγο τυποποιείσαι.

Οπότε εδώ θα κοιτάξουμε να μπερδέψουμε γλυκά τα πράγματα. Είναι μεγάλη η χαρά να ξαναβρεθούμε και να ξεδιπλώσουμε τον κόσμο μας. Να σταθούμε εμείς και το τραγούδι όχι απέναντι, αλλά μαζί με τον κόσμο. Αυτή την ουσία δεν ψάχνουμε εμείς οι καλλιτέχνες;

Info:

Η Δήμητρα Γαλάνη στο Gazarte με καλεσμένο της τον Μιχάλη Χατζηγιάννη | 1, 2, 8, 9, 16, 23, 29 & 30 Μαρτίου 2018 | Gazarte