Ύφανση, υφάσματα, ύφος. Ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Αμερικάνους κινηματογραφιστές, ο Πολ Τόμας Άντερσον, σκηνοθετεί για δεύτερη φορά τον ενδεχομένως σημαντικότερο σύγχρονο κινηματογραφικό ηθοποιό, τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις, στον κατά τα λεγόμενα του ίδιου τελευταίο του ρόλο, τον ρόλο του Ρέινολντς, ενός σχεδιαστή μόδας της υψηλής ραπτικής, στο Λονδίνο της δεκαετίας του ’50. Ο σχεδιασμός των φορεμάτων δεν είναι για τον Ρέινολντς το επάγγελμά του, δεν είναι καν απλά η τέχνη του. Ο σχεδιασμός των φορεμάτων είναι για τον Ρέινολντς, όλη, μα όλη του η ζωή. Kαι είναι μια ζωή γύρω από την οποία έχει οργανωθεί ένα ολόκληρο σύστημα. Έχοντας κέντρο της ένα μεγάλο βικτωριανό σπίτι, όπου λειτουργεί ταυτόχρονα ως κατοικία και χώρος εργασίας, όπου υποδέχεται τις πελάτισσές του, μέλη της μεγαλοαστικής τάξης ή και γαλαζοαίματες, όπου κάνει μικρές επιδείξεις μόδας, όπου πολλές μοδίστρες εργάζονται ράβοντας τα φορέματα που εκείνος σχεδιάζει, όπου ζει ο ίδιος, η αδελφή του και η εκάστοτε ερωμένη – μούσα του.

Η εκάστοτε ερωμένη – μούσα του; Χμ. Το μούσα ακούγεται κάπως υπερβολικό. Το ερωμένη δεν ακούγεται υπερβολικό μεν, αλλά βλέποντας τον τρόπο που μιλάει ο Ρέινολντς, αν έπρεπε να στοιχηματίσεις, θα έλεγες ότι είναι γκέι. Όχι, δεν είναι. Αλλά σίγουρα δεν είναι και ο τύπος του alpha male. Kαι σίγουρα δεν μοιάζει να είναι ο τύπος που ο έρωτας, ο ερωτισμός και το σεξ μοιάζουν να παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Η εκάστοτε γυναίκα που παίρνει το ρόλο της ερωμένης – μούσας, μοιάζει ότι έρχεται να παίξει έναν ρόλο αμιγώς λειτουργικό, αμιγώς τεχνοκρατικό θα μπορούσε να πει κανείς. Οι αναλογίες ενός σώματος που δίνουν έμπνευση για φορέματα. Η αύρα που δίνει έμπνευση για φορέματα. Η ιδιαιτερότητα κι η διαφορετικότητά της που δίνει έμπνευση για φορέματα. Όλα για τον Ρέινολντς γυρνάνε γύρω από τα ρούχα που φαντάζεται, τα ρούχα που σχεδιάζει, τα ρούχα που βλέπει να περνάνε από τη φαντασία του και τα σχέδιά του στο χαρτί στα υφάσματα και να μετατρέπονται σε ρούχα που μεταμορφώνουν μια γυναίκα. Να το πούμε έτσι: αν ο Ρέινολντς σχεδίαζε ανδρικά ρούχα, θα χρειαζόταν έναν άνδρα στον ρόλο που καταλαμβάνουν τώρα οι γυναίκες του. Κι ακόμη κι αν δεν τον είχε εραστή, μοιάζει σαν να μην είχε τότε ανάγκη από μια γυναίκα η οποία θα είναι μόνο η ερωμένη του.

Άλλες είναι οι δύο σημαντικές γυναίκες της ζωής του και θέση αυτοτελή για τρίτη δεν έχει. Πρώτα η μητέρα του από την οποία έμαθε την τέχνη του, η μητέρα του που κουβαλά πάντα μαζί του ένα κομμάτι της, όχι μόνο μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά, η μητέρα του που είναι ένα φάντασμα που τον στοιχειώνει με τρόπο όχι ακριβώς ξεκάθαρο, πάντως σίγουρα κυριαρχικό. Η σύνδεσή του μαζί της, ναι, είναι μια σύνδεση όχι μόνο χωρίς συναισθηματικούς φραγμούς και όρια, όπως με τις ερωμένες του, αλλά και μια σύνδεση που παραμένει και πολύ μετά τον θάνατό της ζωντανή. Και ύστερα η αδελφή του. Η αδελφή του που διοικεί τα του οίκου του και της επιχείρησής του, η αδελφή του που ασχολείται με όλες εκείνες τις πρακτικές πτυχές της πραγματικότητας, οι οποίες επιτρέπουν στον Ρέινολντς να ζει σε μια σχεδόν εξωπραγματική κατάσταση ασταμάτητου βυθίσματος στη δημιουργική του πλευρά. Έχει γίνει τόσο καλομαθημένος και τόσο μη μου άπτου, που προκειμένου να μη χαλάει ποτέ η ηρεμία του και η έμπνευσή του, δεν ανέχεται από μικρούς θορύβους στο πρωινό ως θεωρητικά σημαντικούς καυγάδες για το μέλλον της εκάστοτε σχέσης του. Οτιδήποτε δεν έχει να κάνει με σχεδιασμό ρούχων είναι για αυτόν μια ανεπιθύμητη περίσπαση. 

Η αδελφή του διοικεί επίσης και τα των σχέσεών του. Υπάρχουν περισσότερο και λιγότερο αξιοπρεπείς τρόποι χωρισμού, περισσότερο και λιγότερο ντόμπροι, τρόποι που ενδεχομένως ο βαθμός της αξιοπρέπειας και της ντομπροσύνης τους να έχει μικρή τελικά επίπτωση στον βαθμό θλίψης ή και οδύνης του άλλου, πάντως ακόμη και ο λιγότερο αξιοπρεπής και ο λιγότερο ντόμπρος τρόπος περιλαμβάνει την ανακοίνωση της απόφασης από τον άμεσα ενδιαφερόμενο. Ο Ρέινολντς όμως δεν είναι για να κάνει τη βρώμικη δουλειά -και βρώμικο είναι ξαναλέμε ό,τι τον βγάζει από την νον στοπ δημιουργική μαστούρα- οπότε όταν η αδελφή μόνη της διαπιστώσει ότι ο Ρέινολντς δυσφορεί πλέον με την παρουσία της εκάστοτε γυναίκας δίπλα του, τον ρωτάει αν θέλει να τη διώξει και αναλαμβάνει να το πει η ίδια στην ενδιαφερόμενη. Χωρισμός μέσω αντιπροσώπου. Ο Ρέινολντς μέσω της αδελφής του προσλαμβάνει και απολύει ανθρώπους. Αυτό συνοψίζει την ερωτική του ζωή, αυτό συνοψίζει το πώς και πόσο συνδέεται με τις ξένες γυναίκες δίπλα του.

Η «Αόρατη Κλωστή» είναι μια ταινία που πρωταγωνιστεί ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις και που δίπλα του δεν υπάρχουν άλλα μεγάλα ονόματα. Είναι επίσης μια ταινία που ξεκινάει επικεντρωμένη επάνω του και που παίρνει το χρόνο της για να μας δείξει πώς όλα κινούνται γύρω του. Όπως όμως όταν τελειώνει η «Μητέρα!» του Αρονόφσκι καταλαβαίνεις ότι τελικά ενώ νόμιζες ότι βλέπεις ένα έργο με άξονα τη γυναίκα, έβλεπες ένα έργο που ήθελε να μιλήσει περισσότερο για τον άντρα, έτσι εδώ με τρόπο αριστοτεχνικό ο Πολ Τόμας Άντερσον, σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις, κουνάει το χαλάκι όλο και πιο εκεί και όλο και πιο εκεί, μέχρι στο τέλος να συνειδητοποιήσεις ότι το βλέμμα του επικεντρώνεται περισσότερο στην ηρωίδα του παρά στον ήρωα. Και πριν μιλήσω για την ηρωίδα, θέλω να πω ότι ρίχνοντας μια ματιά σε ξένες κριτικές, έπεσε το μάτι μου σε αυτήν εδώ, που επιτίθεται στην ταινία από μια φεμινιστική σκοπιά, εξετάζοντάς την κάπως συντονισμένα με το γενικότερο κλίμα της εποχής, της καταδίκης της κατάχρησης της εξουσίας ισχυρών ανδρών εις βάρος γυναικών κλπ. Το ενδιαφέρον με τη συγκεκριμένη κριτική δεν εξαντλείται στο ότι αρχίζει ίσως να δημιουργείται ένα αίτημα ακόμα και οι καλλιτεχνικές δημιουργίες να ακολουθούν πολιτικοκοινωνικές ντιρεκτίβες προκειμένου να μην κακοχαρακτηριστούν, αλλά κυρίως στο πόσο μπορεί η όποια πολιτικοκοινωνική ατζέντα του κάθε θεατή ή κριτικού να οδηγεί σε τερατώδεις παραναγνώσεις του έργου που βλέπει μπροστά στα μάτια του.

Η ηρωίδα λοιπόν, η Άλμα. Μόλις έχει απολυθεί από την αδελφή του η ως τότε ερωμένη – μούσα και ο Ρέινολντς πάει ένα ταξιδάκι στην αγγλική ύπαιθρο να καθαρίσει ακόμη περισσότερο το πάντα καθαρό μυαλό του. Κάθεται να φάει πρωινό. Αυτή είναι σερβιτόρα. Παραπατά. Ο Ρέινολντς γοητεύεται. Η σκηνή της παραγγελίας είναι η απόδειξη ότι ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις είναι ικανός να παραγγείλει φαγητό και να την μετατρέψει σε σκηνή ρομαντικής ανθολογίας. Μπορεί να προσθέτει στην παραγγελία λουκάνικα και να νομίζεις ότι λέει το πιο ερωτικό πράγμα του κόσμου. Μην ρωτάς πώς γίνεται. Κανονικά δεν γίνεται. Αλλά ποιος είπε ότι είναι κανονικός;

Προσοχή όμως, για να μην παρεξηγηθούμε. Ακόμη κι αν ο Ρέινολντς ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να ερωτευθεί, απλά γοητεύτηκε. Ίσως επειδή εκείνη παραπάτησε. Κι αυτό που βλέπουμε στην παραγγελία είναι η εκπομπή της γοητείας του, η διάχυση της χάρης του, η βεβαιότητα ότι είναι τόσο φωτεινός που η σερβιτόρα θα δεχτεί το φως του σαν ολότελα απροσδόκητο θείο δώρο. Και όντως το δέχεται. Και η σχέση τους είναι προδιαγεγραμμένη να κινηθεί σε αυτή την τεράστια ανισότητα, σε αυτή την τεράστια ανισορροπία. Αυτός θα είναι το θείο δώρο για όσο καιρό θέλει κι εκείνη θα είναι ευγνώμων για όσο καιρό της αναλογεί. Και το πρώτο βράδυ που τη γδύνει, δεν τη γδύνει φυσικά για να της κάνει έρωτα, τη γδύνει για να πάρει τα μέτρα της με τη μεζούρα, το κορμί της δεν είναι το αντικείμενο του πόθου, το κορμί της είναι ο καμβάς στον οποίο θα αρχίσει να στήνει τα νέα του έργα.

Ό,τι επακολουθήσει από την πρώτη τους γνωριμία και ύστερα θα είναι μια αργή μετατόπιση του κέντρου βάρους της ιστορίας από τον άντρα κυρίαρχο του προσωπικού του σύμπαντος και τον άντρα κυρίαρχο της ερωτικής σχέσης, από τον άντρα συναισθηματικό και κυριολεκτικό αφεντικό σε μια γυναίκα που αρνείται να δεχτεί τον ρόλο που κάποιοι άλλοι έγραψαν για εκείνη. Η Άλμα δεν είναι διατεθειμένη να απολυθεί τόσο εύκολα όσο οι προηγούμενες. Η Άλμα έρχεται να πει, αν έχεις εσύ την προσωπικότητά σου και τα κλειστά σου συναισθηματικά τείχη, έχω κι εγώ τη δική μου και τους θεμιτούς κι αθέμιτους πολιορκητικούς μου κριούς. Σε αυτόν τον αγώνα ο άντρας παίζει εντός έδρας με όλα τα προνόμια δικά του, αλλά η γυναίκα έρχεται διατεθειμένη να προσαρμοστεί με κάθε δυνατό τρόπο, να εφεύρει λύσεις και μεθόδους που θα ανατρέψουν ένα αποτέλεσμα που μοιάζει μοιραίο.

Ποια νόμιζες ότι ήμουν; Και ποια νομίζατε εσείς θεατές ότι ήμουν; Το συμπλήρωμα για να εμπνευστεί ο Ρέινολντς τα φορέματά του και ο Άντερσον την ταινία του; Δεν είμαι εδώ για να συμπληρώσω τίποτα. Είμαι εδώ για να βάλω τους δικούς μου όρους σε αυτή τη σχέση και σε αυτή την ιστορία. Είμαι εδώ για να διεκδικώ για τον εαυτό μου ολοένα και περισσότερο ζωτικό χώρο. Είμαι εδώ για να κάνω το απρόβλεπτο. Είμαι εδώ για να κάνω το απρόβλεπτο όχι μόνο για να κατακτήσω ένα στάτους, μια ασφάλεια, ένα ρόλο επίσημο. Είμαι εδώ για να συνεχίσω να ζητώ χώρο για τα θέλω μου. Θέλω να θέλεις ό,τι θέλω. Αλλά αν δεν το θέλεις, εγώ θα συνεχίσω να το θέλω και θα κάνω αυτό που θέλω. Δεν είσαι πάνω από μένα. Έλα δίπλα σε μένα.

Στο “Boogie Nights” ο Μαρκ Γουόλμπεργκ πρώτα γίνεται εντυπωσιασμένο μέρος του συστήματος και της ευρύτερης «οικογένειας» του πατέρα – αφέντη παραγωγού ταινιών πορνό Μπαρτ Ρέινολντς κι ύστερα εξεγείρεται, στο “The Master” o Γιόακιν Φίνιξ πρώτα γίνεται εντυπωσιασμένο μέρος του συστήματος και της ευρύτερης «οικογένειας» του πατέρα – αφέντη αρχηγού αίρεσης Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν κι ύστερα εξεγείρεται, στην «Αόρατη Κλωστή» η Βίκι Κριπς θα γίνει πρώτα εντυπωσιασμένο μέρος του συστήματος και της ευρύτερης «οικογένειας» του πατέρα – αφέντη μόδιστρου και εραστή του Ντάνιελ Ντέι Λιούις κι ύστερα θα εξεγερθεί, θα εξεγερθεί για να αντιτείνει σε αυτό το σύστημα μια άλλου τύπου σχέση.

Μια σχέση που μετέρχεται τη νοσηρότητα προκειμένου να κατακτήσει κάτι που να μυρίζει υγεία. Η Άλμα αντιλαμβάνεται ότι όταν ένας άνθρωπος είναι τόσο δομικά κλειστός στην σκέψη να ξεπεραστούν κάποια όρια και να αποκτηθεί μια πλήρης σύνδεση, αν θέλει να τον ανοίξει πρέπει να ξεπεράσει τα όρια εκείνη. Πώς όμως ανοίγει ένας άνθρωπος τόσο γεμάτος με την ιδέα του εαυτού του ώστε να μην αφήνει χώρο για κανέναν άλλον; Πώς όμως μπορεί να αφεθεί ένας άνθρωπος που μεθά καθημερινά με την ιδέα της λάμψης του και της δύναμής του; Γιατί να αφεθεί, γιατί να γίνει εύθραστος, ευάλωτος; Γιατί να σπάσει μέσα του τα τείχη που έχει χτίσει και ζει τις μεγά – μεγάλες του στιγμές; Γιατί να μην παίρνει από την κάθε γυναίκα τόσο όσο και μετά να την απολύει; Γιατί να εκτεθεί στη σύνδεση, γιατί να εκτεθεί στην αλήθεια, γιατί να εκτεθεί στην αδυναμία, γιατί να εκτεθεί στον πόνο, γιατί να εκτεθεί στον έρωτα;

Ο Ρέινολντς θα εκτεθεί στον έρωτα και ο Πολ Τόμας Άντερσον μας χαρίζει μια πανέμορφη ιστορία μιας γυναικείας αυτοδιάθεσης που οδηγεί σε έναν μετα-έρωτα, έναν έρωτα που βασίζεται στην αριστουργηματική σκηνή που ο Ρέινολντς κοιτάζει την Άλμα αποδεχόμενος τα πάντα από εκείνη, αποδεχόμενος και συναινώντας στο ξεπέρασμα κάθε ορίου, ανοίγοντας τον εαυτό του στο έλεος του έρωτά της, στο έλεος και του δικού του πια έρωτα. Τώρα είναι στα χέρια της.