Ο Ρομπ, ένας νεκρός δολοφόνος, ο ήρωας, του οποίου το βίο και την πολιτεία συζητούν δέκα άνθρωποι, δίνει τον τίτλο του έργου του Ευθύμη Φιλίππου που σκηνοθετεί ο Δημήτρης Καραντζάς στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση από τις 17 έως τις 28 Ιανουαρίου 2018. Ο Ευθύμης Φιλίππου γράφει μια παραβολή για τον Ρομπ, ένα σωτήρα ή ένα στυγνό δολοφόνο που αν δεν υπήρχε δε θα είχαν υπόσταση οι ίδιοι οι ήρωες που φέρνουν στη σκηνή μέσα από τις υποκειμενικές τους ιστορίες, τη βαθιά ανάγκη ενός κόσμου να κατασκευάζει αρχηγούς – Φύρερ, Αγίους ή, απλώς, αποδιοπομπαίους τράγους.

Είχαμε ξεκινήσει στην αρχή με τον Ευθύμη, λέει ο Δημήτρης Καραντζάς, μια κουβέντα για τον «Ρομπέρτο Τσούκο», η οποία ξεχάστηκε σχεδόν αμέσως. Η μόνη σχέση που υπάρχει με τον ήρωα του Κολτές είναι πως ο Ρομπ είναι ένας κατά συρροή δολοφόνος. Κάτι άλλο που έχω σκεφτεί και δεν έχω καν πει στον Ευθύμη, είναι πως σε σχέση με το όνομα, το Ρομπ θυμίζει το κλέβω. Εδώ πρόκειται για μια συνάντηση των ανθρώπων σαν τελετή, που γίνεται με τον ίδιο τρόπο και ενώ νιώθεις ότι έχει ξαναγίνει, όταν το βλέπεις νομίζεις ότι είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει.

Ποιο είναι το κοινό που συνδέει αυτούς που συγκεντρώνονται;
Είναι η μανία των ανθρώπων να μιλάνε γι’ αυτόν τον Ρομπ, ο οποίος έχει υπάρξει για όλους είτε ο σωτήρας τους ή το νούμερο, ένα σημείο αναφοράς μίσους. Όμως όλοι είναι υπό την εξουσία του, είναι ο οδηγός. Αν δεν υπάρχει ο Ρομπ δεν υπάρχει συνάντηση και δεν υπάρχουν και αυτοί, δηλαδή ο καθένας τους έχει αυτοπροσδιοριστεί μέσα από τη συνάντησή του με τον Ρομπ. Αυτά που ακούς από τον έναν μέχρι τον άλλο, έχουν τόσο μεγάλη διαφορά που στην πραγματικότητα είναι σαν ο καθένας να φοράει σε αυτόν που ονομάζει Ρομπ την προσωπική του ανάγκη, την προσωπική του φαντασίωση, είτε για να μπορεί να συμπλεύσει ή να μπορεί να αντιταχθεί. Στην ουσία ο καθένας κλέβει ένα κομμάτι από αυτό το χαρακτήρα και τοποθετεί εκεί όλο το θέμα του. Δηλαδή βλέπεις περισσότερο την συμπτωματολογία μιας κοινωνίας, παρά καταλαβαίνεις τι είναι ο Ρομπ. Ο Ρομπ για άλλους είναι ένας ιδεολόγος, για άλλους ένα κωλόπαιδο, για άλλους ο Χριστός. Πρόκειται για την εμμονή ενός συστήματος που αν δεν βάλει ταυτότητα δεν έχει οδηγό, αν δεν έχει βρει τον τρόπο που θα ορίσει κάτι ως ανώτερο από αυτόν, δεν μπορεί να λειτουργήσει.

Για ποιο λόγο συγκεντρώνονται όλοι αυτοί οι άνθρωποι;
Βρίσκονται για να μιλήσουν για την αγάπη. Φτιάχνουν το πλαίσιο μιας τρομερά στερεοτυπικής και συμπιεσμένης κοινωνίας που είναι αγαπητική, πολύ ομαλή, πολιτικά ορθή, εκεί μέσα αρχίζουν να λειτουργούν. Υπάρχει κάποιος που οργανώνει αυτές τις τελετές -είναι ο αστυνομικός επιθεωρητής-  που τους μαζεύει εκεί και βγάζει και ένα λογύδριο για το πώς πρέπει να ζει κανείς, σαν ένα εγχειρίδιο διαβίωσης. Όμως σταδιακά μέσα από όλη αυτή την ευγένεια και την ορθότητα του «γκαλά» αρχίζει να φαίνεται η τρομακτική βία της περιχαρακωμένης μικροκοινωνίας που καταναλώνει και υπάρχει μέσα από κάποιον που ξεπέρασε αυτά τα όρια όντας δολοφόνος ή άγιος. Σταδιακά αποκαλύπτεται μια εκτροπή και πιστεύεις ότι θα δεις, ότι υπάρχει κάτι πίσω από αυτήν, αλλά στο τέλος δεν αντέχουν και επιστρέφουν στην αρχική τάξη. Αυτά που λένε είναι η απόλυτη αλήθεια και όταν την αναιρούν είναι πάλι η απόλυτη αλήθεια, γιατί στην ουσία πρόκειται για την υποκειμενικότητα και της μνήμης και της πραγματικότητας, που στην ουσία αναιρεί τα πάντα.

Πόσο μπορούμε να εκτραπούμε μέσα στην κοινωνία;
Εκτρεπόμαστε για όσο μας αφήνουν, η εκτροπή μας είναι εντός ορίων και μετά πρέπει να γυρίσουμε, να γαντζωθούμε με μεγαλύτερη ακόμα προσήλωση στη νόρμα και το σωστό και νομίζω αυτό είναι το πιο θλιβερό. Γιατί αυτό είναι κάτι που δε φέρνει καμία πραγματική αλλαγή, εκτρέπεσαι ως εκτόνωση της στιγμής. Εννοώ ότι λείπει ο βαθύτερος λόγος μιας εκτροπής, ο οποίος χάνεται όταν ξαναμπαίνουμε στην ίδια ράγα.

«Από τη γενιά μου και κάτω, ο κόσμος είναι πιο θυμωμένος, πιο αυτοαναφορικός και πιο κλειστός»

Θα ήθελα να μου μιλήσετε για το πεδίο σας. Συντηρητικοποιούνται οι σκηνοθέτες και τα θεάματα;
Καταρχάς προσπαθούμε να συντηρούμαστε και μετά συντηρητικοποιούμαστε. Αν έχουμε βρει δηλαδή τη νόρμα μας και το μοτίβο μας, αυτό μας αρκεί. Αυτό που με τρομάζει είναι ότι μοιάζει να κλείνει πολύ νωρίς ο κύκλος τού ποιος είμαι και ποια είναι η νόρμα μου στην οποία θα επιστρέφω πάντα, και ενώ μπορεί να έχουν συμβεί εντελώς κομβικά γεγονότα, να έχουν γίνει εντελώς απρόσμενες κινήσεις και αλλαγές εσωτερικά και εξωτερικά, αυτό που έχεις μάθει να κάνεις θα συνεχίσεις να το κάνεις γιατί εκεί είναι η ασφαλής σου περιοχή. Αισθάνομαι ότι πραγματικά είμαστε σε μεγάλη άνθηση του συντηρητισμού με πολύ πιο τρομακτικό τρόπο.

Δηλαδή μου λέτε ότι ο νεώτερος είναι πιο συντηρητικός;
Από τη γενιά μου και κάτω, ο κόσμος είναι πιο θυμωμένος, πιο αυτοαναφορικός και πιο κλειστός. Δηλαδή τα πράγματα κλείνουν αντί να ανοίγουν σε πολλά επίπεδα, από ιδεολογίες μέχρι επίπεδο θάρρους. Ακόμα και στο πώς οι άνθρωποι βρίσκονται, φλερτάρουν, πόσο είναι ανοιχτοί. Ο συντηρητισμός είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας στην οποία ζούμε και είναι και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί αυτή τη στιγμή στο θέατρο. Δηλαδή υπήρξε μια εποχή που έδινε πολλά ερεθίσματα, μιλώ για τα πρώτα χρόνια του φεστιβάλ, τα πρώτα χρόνια που άνοιξε η Στέγη, τα χρόνια στο Εθνικό επί Χουβαρδά, όπου υπήρχε σαν μια κοινή κατεύθυνση, να φύγει ο καλλιτέχνης και λίγο από το όριό του και απαιτούσαν και μια ελάχιστη κίνηση από εσένα, όχι να είσαι μόνο καθηλωμένος στο κάθισμα του θεατή.

Σήμερα δηλαδή τι βλέπετε;
Η κύρια κατεύθυνση των πραγμάτων που βλέπω φέτος με ανησυχεί. Πάει πάλι σε μια λογική «εσείς ωραία είσαστε στις αποθήκες σας, το μεγάλο θέαμα είναι αυτό». Δηλαδή τα πράγματα είναι πολύ πιο αποσπασματικά. Εμένα μου λείπει πολύ, -λέμε είμαι ένας νέος σκηνοθέτης αλλά εγώ δουλεύω ήδη δέκα χρόνια-, με ανησυχεί πάρα πολύ το πώς κάποιος όντας πιο νέος από εμένα, που μπορεί να έχει πολύ πιο ριζοσπαστικό και ανοιχτό μυαλό με τα τωρινά δεδομένα, μπορεί να βρει τη φωνή του. Γιατί εγώ άρχισα να δουλεύω σε μια περίοδο που μπορούσα να βρω τη θέση μου, μπορούσα να το κάνω. Νομίζω ότι οι μικρότεροι δεν έχουν ίσες ευκαιρίες ώστε να υπάρξει μια επόμενη χειρονομία. Ποια είναι η εξέλιξη; Γιατί το σύστημα τώρα θα αυτοκαταναλώσει και θα βάλει στο περιθώριο αυτό που έχει αποθεώσει στο παρελθόν, γιατί μεγάλωσε, πάλιωσε και αυτό είναι και το φυσιολογικό. Όμως τι θα είναι το καινούργιο; Θέλω πολύ να μάθω, έχω περιέργεια.

Ένας νέος σκηνοθέτης σήμερα τι ευκαιρίες έχει;
Δεν νομίζω να έχει βρεθεί ένας τρόπος ή μια δομή που να μπορεί να υποστηρίξει κάποιον σε ένα ξεκίνημα. Ας πάμε ακόμα πιο πίσω. Μια ολόκληρη γενιά σκηνοθετών που τώρα λειτουργεί, προέκυψε από αυτό που είχε δημιουργηθεί στο Αμόρε, όχι μόνο στις κεντρικές σκηνές, αλλά και στις Δοκιμές. Οι περισσότεροι που δούλεψαν εκεί παρέμειναν σκηνοθέτες, αλλά γιατί αυτό το μοναδικό μηχάνημα παραγωγής δεν ξανάγινε; Είναι σαν να μην υπάρχει η έγνοια. Λείπει ένας μακρύτερος στόχος από το τι θα παίξει φέτος το θέατρό μας για να γεμίσει και αυτό δεν μπορεί παρά να έχει ένα τέλος που δεν είναι ευχάριστο.

Έχει να κάνει και με την τάση να επιστρέφουμε σε παλιότερες και πιο ασφαλείς περιοχές;
Υπάρχει το πρόσχημα της κρίσης και με αυτό συνδέεται και η άποψη ότι ο κόσμος θέλει να ξαλεγράρει, όπως να δει παλιές ελληνικές ταινίες, διαφημίσεις που θυμίζουν κάτι παλιό γιατί έχουμε μια μνήμη ότι αυτή είναι η Ελλαδίτσα μας. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό οι ρίζες μας, ούτε οι προσλαμβάνουσές μας γιατί είμαστε άνθρωποι του τώρα που προσπαθούν να καταλάβουν πού βρίσκονται. Το να γυρνάμε συνέχεια στο «ήμασταν κάποτε» είναι το πιο θλιβερό και τελματώδες που μπορεί να μας συμβεί. Δηλαδή ας αποτύχουμε, ας γίνουν κινήσεις ακόμα και αποτυχίας, αλλά προς μια κατεύθυνση. Αν δεν υπάρχει αυτή η κατεύθυνση, θα πάμε πολύ πίσω.

Είμαστε δεκτικοί στο καινούργιο;
Όχι δεν είμαστε, είμαστε αρνητικοί πριν καν ξεκινήσει κάτι. Η τάση είναι καθαρή στην άρνηση όποιου καινούργιου πράγματος. Είναι κάτι εγγεγραμμένο στο σύστημά μας, αλλά τώρα έχει πάρει φωτιά. Νομίζω ότι η προσωπική περιχαράκωση λόγω κρίσης δεν μπορεί να είναι πρόφαση για όλα. Το να υπάρχει ένας χειρότερος εαυτός ο οποίος καταστέλλει οτιδήποτε, είναι θέμα. Δεν είναι στάση ζωής. Είναι αυτοσυντήρηση, η στάση του ιερέα που κρίνει γιατί ξέρει από πριν και δεν αφήνει τίποτα να γεννηθεί.

Οι καλλιτέχνες μπορούν να απαντήσουν, να έχουν μια στάση;
Νομίζω μπορούν,  απλώς δεν πρέπει να πέσουμε στην παγίδα να κάνουμε πράγματα για να μη δυσαρεστήσουμε αυτούς στους οποίους κάποτε αρέσαμε. Αυτός είναι ένας μεγάλος κίνδυνος γιατί μας υπαγορεύει αυτό που θα κάνουμε σήμερα. Αυτό που με θλίβει είναι να βλέπω καλλιτέχνες στους οποίους πιστεύω, να χάνουν την ταυτότητα και την εξέλιξή τους επειδή κάποτε τους είπαν για ένα πράγμα «μπράβο», οπότε περιχαρακώθηκαν. Αν αυτό το αποτινάξεις και αν δεχτείς ότι έχει αξία και η αποτυχία, τότε μόνο θα προχωρήσεις.

Το ξέρετε όταν μια παράσταση δεν έχει πετύχει;
Το ξέρεις πρώτος εσύ, δε χρειάζεται να στο πει κανένας άλλος. Το ζήτημα είναι να αποφύγεις την πελατειακή σχέση με το κοινό. Να μη τους δίνεις μόνο ότι σου ζητάνε ή τους αρέσει. Γιατί έτσι δεν πρόκειται να ορθώσεις το ανάστημά σου σαν καλλιτέχνης. Επίσης υπάρχει μια τεράστια παρεξήγηση σχετικά με το τι αρέσει στον κόσμο. Στον κόσμο δεν αρέσουν μόνο θεάματα που επιβάλλουν συναισθήματα ή σε εφησυχάζουν, αν μείνουμε εκεί θα δουλεύουμε με εργαλεία όλο και πιο απλοϊκά. Εκεί θέλει αντίσταση με ένα πιο υψηλό όραμα. Και υπάρχει και μια ευθύνη αυτών που διαμορφώνουν ρεπερτόρια πέρα από το να βολέψουν την επετηρίδα τους και να επιλέξουν αυτό που θα άρεσε στον κόσμο. Ωραία. Ο κόσμος θέλει αυτά τα έργα, αλλά θέλει και να δει τι θα του προτείνεις εσύ. Γιατί έχουμε δει και παραστάσεις που δεν περίμενες ότι θα ενδιαφέρουν, να προσελκύουν πολύ κόσμο τελικά. Ευτυχώς που δουλεύει πολύ το «από στόμα σε στόμα» και όχι μόνο το κατευθυντικό «μόνο εκεί».

Πείτε μου ένα παράδειγμα με ένα δικό σας έργο, στο οποίο επιμείνατε και αυτό πέτυχε τελικά.
Εγώ έχω κατηγορηθεί πολλές φορές ως πολύ εγκεφαλικός και ότι αυτό δεν περνάει και τέτοια πράγματα. Η «Μήδεια» δεν περίμενα να έχει τόση ανταπόκριση και χάρηκα πολύ που στην επανάληψη είχε επιτυχία, γιατί ήταν κάτι που πίστευα ολόψυχα και δεν διευκόλυνα τίποτα. Έκανα αυτό που ήθελα.

Κάναμε ένα μεγάλο γύρο και θέλω να επιστρέψουμε στη φόρμα της παράστασης και τις πρόβες για το «Ρομπ».
Νομίζω ο Ευθύμης προτείνει κάτι νέο για τη θεατρική φόρμα και αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο, το να είσαι αποσπασματικός και το όλον να είναι ενιαίο. Και έχει καταφέρει εδώ αυτό που προτείνει να είναι πολύ συμπαγές ως γενική γραμμή. Και φυσικά είμαι ενθουσιασμένος με τους ηθοποιούς. Είναι από τις φορές που μια ομάδα ανθρώπων συντονίστηκε πολύ καλά και μεταξύ της και με το έργο και με τη συνθήκη. Κάτι μπόρεσε να κουρδιστεί και όταν αυτό συμβαίνει είναι κάτι ευτυχές.

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: ©Πάτροκλος Σκαφίδας

Info παράστασης:

«Ρομπ/Rob» των Ευθύμη Φιλίππου και Δημήτρη Καραντζά | 17 – 28 Ιανουαρίου 2018 | Στέγη Ιδρύματος Ωνάση