Η συνάντησή μου με τον Δημήτρη Καραντζά έγινε λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα του ιψενικού «Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί», που ετοιμάζει στο Θέατρο Τέχνης. Η αλήθεια είναι ότι, παρά το «νεαρό της ηλικίας του» (το: «εικοσιεξάχρονος σκηνοθέτης» που συνόδευε το όνομά του τουλάχιστον επί διετίας, αντικαταστάθηκε από το: «ούτε καν τριάντα», σχολίασε χαμογελώντας), η σκηνοθετική του πορεία μετράει ήδη αρκετά χρόνια, καθώς συνεχίζεται μάλλον αδιάκοπα από το 2008· τότε ήταν που πρωτοσκηνοθέτησε στις «Δοκιμές» του Αμόρε ένα δικό του έργο, κατόπιν παρότρυνσης της φίλης του -σκηνοθέτιδας- Σοφίας Βγενοπούλου. Τα τελευταία χρόνια έχει σταθερή παρουσία με τουλάχιστον δύο σκηνοθεσίες το χρόνο, ενώ η δουλειά του έχει ταξιδέψει και στο εξωτερικό.

«Έχω μεγάλη διαφωνία με το να μιλήσουμε δήθεν τη γλώσσα των εφήβων»

Έως τώρα έχει καταφύγει σε κλασικά, «στέρεα» έργα, έχει σκηνοθετήσει θέατρο για βρέφη και παιδιά, αφότου πέρασε τα παιδικά του χρόνια βλέποντας παιδικό θέατρο, το οποίο «μισούσε», ενώ φέτος καταπιάστηκε και με τους εφήβους, προτείνοντάς τους ένα κείμενο της Βιρτζίνια Γουλφ («Κύματα») αντί του «πολυφορεμένου» πλέον θέματος του bullying. «Έχω μεγάλη διαφωνία με το να μιλήσουμε δήθεν τη γλώσσα των εφήβων, αφού δεν μπορούμε, δεν είμαστε έφηβοι. Πρέπει με άλλον τρόπο και κάτι άλλο να προσπαθήσουμε να επικοινωνήσουμε μαζί τους. Το μεγάλο στοίχημα, αυτό που με έκανε να πεισμώσω, ήταν πώς θα μπορούσε ένας έφηβος να συγκινηθεί με τη λογοτεχνία, με τα θέματα που θίγει η Γουλφ, που πιάνουν όλο το φάσμα της ζωής ως το θάνατο. Κι ας μοιάζει κάπως ρετρό ή ρομαντικό», διευκρινίζει. Η επαφή του με το εφηβικό θέατρο δεν είναι, άλλωστε, τυχαία, καθώς υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ομάδας Grasshopper και για κάποια χρόνια βοηθός της Βγενοπούλου στις παραστάσεις της ομάδας.

Το θέατρο μπήκε στη ζωή του από παιδί· τις παιδικές παραστάσεις τις απέρριψε γρήγορα -«δε μου άρεσαν καθόλου, νόμιζα πως μας κορόιδευαν, πως μας λένε ψέματα. Δεν έβρισκα κανένα λόγο να πάω να δω ιστορίες με βασιλιάδες και με όλη αυτή τη χρυσόσκονη», λέει-, όμως στην ηλικία των δώδεκα περίπου ανακάλυψε πως υπάρχει κι ένα άλλο θέατρο: «Συμπτωματικά, έτυχε να δω στο Εθνικό το “Βίρα τις άγκυρες” στη σκηνοθεσία του Φασουλή, που με ενθουσίασε· έκτοτε άρχισα να βλέπω μανιωδώς θέατρο, έπειθα τους γονείς μου και αργότερα τους φίλους μου να πηγαίνουμε σε παραστάσεις για ενήλικες».

«Δεν έβρισκα κανέναν λόγο να πάω να δω ιστορίες με βασιλιάδες και με όλη αυτή τη χρυσόσκονη»

Αργότερα, ως επαγγελματίας σκηνοθέτης, σαν να έδωσε την απάντησή του, όταν σκηνοθέτησε τον «Οδυσσεβάχ» στο θέατρο Πόρτα (2011): «Είχα πολύ μεγάλη έγνοια να κάνω αυτό που θα ικανοποιούσε εμένα ως παιδί. Να είναι κάτι πολύ μακριά από την επιβολή μιας διάθεσης· ανοιχτό να το δουν τα παιδιά όπως θέλουν και ανοιχτό να ανακαλύψουν πως αυτό που βλέπουν ως μαγικό, την ίδια στιγμή δεν είναι, πως μπορούν να το αγγίξουν».

Ως μαθητής, συμμετείχε στο θεατρικό όμιλο του σχολείου του και, παράλληλα, άρχισε να ανακαλύπτει τις παραστάσεις του Βογιατζή και του Αμόρε. Ο έρωτας με το θέατρο είχε πια ριζώσει για τα καλά και, κάπως έτσι, προέκυψαν η συγγραφή και η πρώτη του σκηνοθεσία, αλλά και η φοίτησή του στη Δραματική σχολή του Εμπρός (παράλληλα με τις σπουδές του στα ΜΜΕ, τις οποίες τελικά εγκατέλειψε), παρόλο που η υποκριτική δεν τον ενδιέφερε, παρά μόνο ως ενδιάμεσο βήμα για τον τελικό προορισμό: τη σκηνοθεσία. Θεωρεί, πάντως, πως είναι απαραίτητο ο σκηνοθέτης να γνωρίζει τη δουλειά του ηθοποιού. «Δεν φτάνει να πάει με μια ιδέα. Αν δεν γνωρίζεις με τι όρους να μιλήσεις στον ηθοποιό, αν δεν έχετε ένα κοινό λεξιλόγιο, δεν θα συνεννοηθείτε ποτέ», λέει.

Τρέφει μεγάλη αγάπη στα κλασικά έργα, καθώς προσφέρουν μια «τόσο στέρεη δομή, ώστε μπορείς να δουλέψεις και πράγματα πέραν αυτής, τη στιγμή που άλλα έργα παλεύεις να δεις πώς θα τα δομήσεις. Νιώθω ασφάλεια, όταν έχω μπροστά μου ένα υλικό που το διαβάζω και μπορώ να φτιάξω μια σκηνική δραματουργία, αντί να πρέπει να το κατασκευάσω», διευκρινίζει. Ξεχωρίζει τον Ίψεν, τον Πίντερ και τον Τσέχωφ ως αγαπημένους του και έχει ανεβάσει και τους τρεις. Θέλει να επανέλθει κάποια στιγμή στον «Ιβάνοφ» και να ανεβάσει το «Γλάρο». Όσον αφορά τον Ίψεν, αγαπάει τα παραγνωρισμένα έργα του· είχε προηγηθεί ο «Μικρός Έγιολφ» (2012) και τώρα ετοιμάζει το κύκνειο άσμα του, «Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί», στο θέατρο Τέχνης.

«Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί» |Μαρία Κεχαγιόγλου & Μιχάλης Σαράντης

Πού βρήκαν, λοιπόν, σημείο επαφής ο εβδομηντάχρονος Νορβηγός με τον «ούτε καν τριάντα» Έλληνα; «Το συγκεκριμένο έργο με συγκινεί πολύ», λέει. «Με συγκινεί και μόνο ο υπότιτλός του: “ένας δραματικός επίλογος σε τρεις πράξεις”, το γεγονός πως θέτει τόσο καθαρά το ζήτημα του θανάτου και της ζωής μέσα από την τέχνη. Μια φράση λέει χαρακτηριστικά: “η ζωή στη λιακάδα και στην ομορφιά δεν έχει μιαν αξία εντελώς διαφορετική, από το να την περνάς μέσα σε μια υγρή τρύπα και να εξαντλείσαι από την κούραση παλεύοντας με τις πέτρες και του πηλούς;”. Αυτή η φράση εκφράζει, νομίζω, την ανάγκη του ίδιου του Ίψεν και είναι, παρόμοια, μια δική μου ανάγκη. Επειδή έχω δουλέψει πολύ, νιώθω πως χρειάζομαι και εγώ να δω τα υπόλοιπα πράγματα. Είμαι και σε μια ηλικία που υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα που θέλω να ζήσουν, εκτός από το μυαλό μου και τη σκηνοθετική μου ιδιότητα», λέει γελώντας. «Κι έπειτα, πρόκειται για μια σκηνοθετική πρόκληση. Το συγκεκριμένο έργο δεν ξέρεις πού να το κατατάξεις, έχει πολλά μεταφυσικά στοιχεία και άλλα απολύτως ρεαλιστικά, μια γραφή σε σημεία απολύτως σύγχρονη, αφαιρετική και σε άλλα επική. Επίσης, ενώ είναι ένα απόλυτο δράμα, κάποιες στιγμές μοιάζει με φάρσα. Συμπυκνώνει όλα τα γνωστά μοτίβα, π.χ. το ιψενικό τρίγωνο και την ίδια στιγμή θέλει να τα απορρίψει. Είναι γεμάτο λυρισμό, έχει αναφορές σε όπερες και στο μπαλέτο, ενώ, σκηνογραφικά μιλώντας, είναι σαν να είναι γραμμένο για να μην παιχτεί. Όλα αυτά κάπως πρέπει να τα αντιμετωπίσεις».

Και πώς τα αντιμετωπίζει; αναρωτιέμαι. Κάθε έργο επιβάλλει τη δική του ανάγκη ή κάθε σκηνοθέτης έχει τη σφραγίδα του; «Είναι πολλοί παράγοντες που παίζουν ρόλο», μου απαντάει. «Σαφώς κάθε έργο σε οδηγεί κάπου, αλλά και κάθε σκηνοθέτης περνάει τις φάσεις του. Ας πούμε, κάτι που χαρακτήριζε και τον “Σλάντεκ” και την “Ελένη”, ήταν η πολυφωνία, γιατί αυτή ήθελα να ερευνήσω.

«Οι αρνητικές κριτικές είναι πολύ χρήσιμες και τις χρειαζόμαστε πολύ παραπάνω απ’ ό,τι τις έχουμε»

Επίσης, ο χώρος είναι ένας παράγοντας που επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο σκηνοθεσίας· στον “Φαέθοντα”, για παράδειγμα, είχα από πριν λυμένο ακριβώς τι θα συμβεί κι αυτό μου το υπαγόρευσε ο χώρος (σ.σ. Θέατρο της Οδού Κυκλάδων)· όχι ως χώρος ιερός, αλλά εξαιτίας της μορφής του. Και ένας άλλος παράγοντας πολύ κρίσιμος πια, είναι η έλλειψη χρημάτων. Για παράδειγμα, ο “Σλάντεκ” οδηγήθηκε στην πολυφωνία ως ένα παράδειγμα για την εξάπλωση του φασισμού που συντελείται μέσα στο έργο και ο λοχαγός έμπαινε ως πολυφωνικό πρόσωπο. Όμως δεν ξέρω τι θα συνέβαινε, αν είχα τη δυνατότητα για περισσότερους ηθοποιούς και άρα δυνατότητα για περισσότερους ρόλους. Είναι χαρακτηριστικό πώς πλέον η εποχή σού δείχνει το δρόμο να βρεις λύσεις εκ των ενόντων. Κι αυτό ισχύει και για τους ηθοποιούς, είναι πολύ λυπηρό να μην υπάρχει χρόνος να δουλευτούν τα πράγματα. Και μετά το πιο εύκολο είναι να διατυπωθεί μια κριτική ότι δεν πέτυχε. Αλλά τι να πετύχει και πώς να πετύχει;».

Πάντως ομολογεί πως η αρνητική κριτική όχι μόνο δεν τον πειράζει («δε συμφωνώ πάντα, αλλά όταν συμφωνώ, μ’ αρέσει κιόλας. Εξάλλου, νομίζω πως κάποιος μέσα του ξέρει σε τι τα έχει καταφέρει και σε τι όχι»), αλλά και πως όταν είναι βάσιμη, με επιχειρήματα, μπορεί να δείξει στον καλλιτέχνη κάτι που ο ίδιος δεν έχει δει. «Αυτού του είδους οι αρνητικές κριτικές είναι πολύ χρήσιμες και τις χρειαζόμαστε πολύ παραπάνω απ’ ό,τι τις έχουμε», προσθέτει προς μεγάλη μου -και ευχάριστη- έκπληξη.

«Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί» |Αλεξία Καλτσίκη, Περικλής Μουστάκης, Ρένη Πιττακή

Ο Καραντζάς είναι από τους σκηνοθέτες που παραδέχεται πως, όταν το έργο που ανεβάζει τον συγκινεί και τον αφορά, η διαδικασία παύει να είναι απλώς μια «δουλειά»: «η εμπλοκή μου είναι τέτοια που η όλη διαδικασία είναι λόγος για να ξυπνάω και να κοιμάμαι», λέει, αν και αναγνωρίζει πως, «καμιά φορά, όταν παίρνει κανείς απόσταση, μπορεί και να λειτουργεί πιο “σωστά” ως προς το έργο, ενώ άλλες φορές από την υπερβολική εμπλοκή μπορεί και να χάσει τη βασική εστίαση. Αυτό, όμως, δεν είναι απαραίτητα κακό – για τον καλλιτέχνη τουλάχιστον, αν όχι για τους θεατές». Η παραγωγικότητά του, όμως, δεν προκύπτει μονάχα από καλλιτεχνική ανάγκη, αλλά και για απολύτως βιοποριστικούς λόγους. «Άλλωστε δεν έχω καμία άλλη επαγγελματική ιδιότητα», διευκρινίζει. «Κάποιος μπορεί να ακούει Θέατρο Ροές, Θέατρο Τέχνης, Στέγη και να νομίζει πως μιλάμε για τίποτα απίστευτα ποσά, ενώ στην πραγματικότητα μιλάμε για το να μπορέσεις να ανταποκριθείς στην καθημερινότητά σου και να καλύψεις μια περασμένη χρονιά που δεν σου είχε βγει οικονομικά. Φυσικά, είμαι και εγώ περίεργος και δεν ησυχάζω, σαφώς δηλαδή η δραστηριότητά μου ξεκινάει και από την ανάγκη μου να είμαι διαρκώς σε ενασχόληση. Όμως πλέον με έχει κουράσει η συνεχής παραγωγή. Και είναι πολύ κρίμα αυτό που έχει ειπωθεί ευθέως, ως επίσημη θέση, πως ο πολιτισμός πρέπει να αυτοχρηματοδοτηθεί και πως οι επιχορηγήσεις δεν έχουν νόημα, γιατί δίνονται στους ημέτερους. Μια επιχειρηματολογία για μένα ανεκδιήγητη, όταν έχουμε να κάνουμε με ένα θέμα τόσο σοβαρό όσο ο πολιτισμός. Διότι ο πολιτισμός δεν είναι για να ζήσω εγώ. Δε χρειάζεται νομίζω να εξηγήσω τι είναι. Όμως την περίοδο των επιχορηγήσεων είχες την ησυχία πως θα δουλέψεις σε κάτι εστιασμένα και πως θα μπορέσεις να καλύψεις και τους συνεργάτες σου, ώστε να δουλέψουν εστιασμένα. Τώρα, στον καιρό του πανικού, προσπαθείς και να είσαι εντάξει καλλιτεχνικά και να ζήσεις κι έτσι καταλήγεις να κάνεις παραπάνω πράγματα απ’ όσα αντέχεις».

Από την έως τώρα διαδρομή του, πάντως, μετράει περισσότερα καλά («κυρίως την εμπιστοσύνη ανθρώπων που τόσο απλόχερα μου πρότειναν πράγματα»), παρά άσχημα («τη γνώση πως με κάποιους ανθρώπους δε θέλω να ξαναδουλέψω, γιατί τίποτα δεν είναι σημαντικότερο από την επικοινωνία και τη συνεννόηση»).

«Θα έπρεπε να υπάρχει ένα μοίρασμα, ένα ερώτημα, ένας προβληματισμός. Η απολυτότητα με τρομάζει»

Εξαιρετικά πολύτιμη αποδείχθηκε και η εμπειρία του από το εξωτερικό, από τις παραστάσεις του που παρουσιάστηκαν στη Λισσαβόνα και την Αβινιόν και από ένα residency στις Βρυξέλλες: «Εκεί υπάρχουν άνθρωποι που διαφωνούν απολύτως με κάτι, όμως κάνουν διάλογο. Στην Αβινιόν, οι περισσότεροι που συμμετείχαν στη συζήτηση μετά την παράσταση (σ.σ. «Κυκλισμός του τετραγώνου») ήταν θεατές που είχαν φύγει κατά τη διάρκειά της! Εδώ δεν νομίζω πως θα συνέβαινε, ούτε κατά διάνοια. Δεν υπάρχει η νοοτροπία πως όταν με ενδιαφέρει πραγματικά ο τομέας με τον οποίον ασχολούμαι, τότε προσπαθώ να καταλάβω κάτι με το οποίο διαφωνώ ή με το οποίο έχω αντίθετη αισθητική. Κι όμως θα έπρεπε. Θα έπρεπε να υπάρχει ένα μοίρασμα, ένα ερώτημα, ένας προβληματισμός. Η απολυτότητα με τρομάζει».

Η προοπτική του εξωτερικού τον ενδιαφέρει, όχι μόνο στο επίπεδο της καλλιτεχνικής παραγωγής (ήδη γίνονται συζητήσεις για να δοθούν και πάλι κάποιες παραστάσεις του έξω, αλλά και για μια συμπαραγωγή), αλλά κυρίως όσον αφορά στην παρακολούθηση, με υποτροφία, ενός μεταπτυχιακού προγράμματος στις Βρυξέλλες. «Θα είναι ακριβώς αυτό που χρειάζομαι, ένας χρόνος που θα απασχολούμαι με αυτό που με ενδιαφέρει, χωρίς να έχω την αγωνία του αποτελέσματος», λέει. «Και, επίσης, θέλω πολύ να βρεθώ σε ένα μέρος, όπου δεν θα υπάρχει ούτε θετική ούτε αρνητική προκατάληψη προς εμένα. Νιώθεις άλλου είδους ελευθερία χωρίς ούτε την υπερβολική προσδοκία ούτε την υπερβολική απαξίωση», προσθέτει. «Σίγουρα τα θετικά σχόλια που έχω εισπράξει είναι πολλά περισσότερα, όμως με ενοχλούν οι εύκολες γνώμες ανθρώπων, που θεωρούνται, μάλιστα, έγκριτοι και πνευματικοί ταγοί της χώρας, πως για να δουλεύω συνέχεια, έχω από πίσω διάφορους».

 

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: Γκέλυ Καλαμπάκα 

Φωτογραφίες παράστασης “Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί”: Μυρτώ Αποστολίδου

Info παραστάσεων: “Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί” | 26 Φεβρουαρίου – 5 Ιουνίου 2016 | Τετάρτη στις 20.00, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο & Κυριακή στις 21.15 | Είσοδος 5 – 18€ |Θέατρο Τέχνης, Υπόγειο

Κύματα” | 21 Νοεμβρίου – 17 Απριλίου 2016 | Σάββατο & Κυριακή στις 18:30 | Είσοδος 5 – 12€ | Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών