To 1996 το «Τrainspotting» και το 1999 το «Fight Club» ήρθαν να μας δώσουν ήρωες κάθε άλλο παρά πρότυπα, ήρωες κάθε άλλο παρά παραδείγματα προς μίμηση, ήρωες βαθύτατα προβληματικούς, ήρωες που δεν είχαν στην πραγματικότητα να προτείνουν κανένα ελκυστικό δικό τους όραμα, καμία αξιακά γοητευτικότερη δική τους εναλλακτική, αλλά που παραταύτα έβαζαν το δάκτυλο πάνω στην πληγή και έλεγαν: κάτι πάει θεμελιωδώς στραβά με τον κόσμο που ζείτε – κάτι πάει θεμελιωδώς στραβά με τα όνειρα που έχετε.

Δεν ήταν νομοτελειακό ότι το δεύτερο Trainspotting δεν θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στο πρώτο

Κι ενώ και οι δύο ταινίες ασχολούνταν σχεδόν αποκλειστικά στο ξέφρενο φιλμάρισμα των αδιεξόδων των ηρώων τους, αρκούσαν πάρα πολύ λίγα, αρκούσαν βασικά μερικοί μονόλογοι για να καταγραφεί μέσα μας πως μπορεί ό,τι παρακολουθούμε επί της οθόνης να μην οδηγεί σε καμία ζηλευτή πορεία, αλλά πως ταυτόχρονα η πορεία εμάς των υπολοίπων ως θεατών στη ζωή μας, η πορεία της ζωής μας, η πορεία των κοινωνιών μας, ήταν κι αυτή τελματωμένη και κενή. Και όσο μεγάλες ταινίες κι αν είναι και οι δύο, όσο δεξιοτεχνικά γυρισμένες κι όσο κι αν οι μονόλογοι που μας ψήνουν προέρχονται από ομώνυμα μυθιστορήματα που χτύπησαν στο κέντρο το πνεύμα μιας εποχής, το γεγονός παραμένει ότι μας έψησαν επειδή γνώριζαμε πολύ καλά ότι ισχύουν. Ειδάλλως, θα μπορούσαμε πάρα πολύ απλά να πούμε ότι για να αρνηθείς το καταναλωτικό όνειρο και όλα τα προνόμια των δυτικών κοινωνιών του τέλους του 20ού αιώνα, πρέπει να είσαι ή πρεζάκι ή σχιζοφρενής. Και μπορεί ούτε η μία ταινία, ούτε η άλλη να είχε καμία τέτοιου είδους πολιτική πρόθεση, μπορεί πράγματι και η μια και η άλλη ταινία να άφησαν το βαθύ ανατρεπτικό τους αποτύπωμα ακριβώς για το λόγο που ήθελαν οι δημιουργοί τους, αλλά το αποτύπωμα αφέθηκε όχι επειδή οι ταινίες έδειχναν ισοσκελισμένα τα στραβά του κανονικού κόσμου και τα στραβά του παρεκκλίνοντος, αλλά επειδή τα στραβά του κανονικού κόσμου αρκούσαν να ξεγυμνωθούν με λίγες λέξεις.

«T2 Trainspotting» του Ντάνι Μπόιλ

Τα στραβά του κανονικού κόσμου, που είναι εν μέρει διαχρονικά (ο κομφορμισμός ως αυταξία, η πλήρως συντεταγμένη πορεία των εργαζόμενων οικογενειαρχών προς μια και μόνο κοινωνικά αποδεκτή κατεύθυνση, με την άρνηση αναζήτησης για το νόημα και το σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης) και εν μέρει ανήκουν σε μια συγκεκριμένη εποχή. Δεν βρισκόμαστε στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες της αισιοδοξίας και της κατακόρυφης ανόδου του βιοτικού επιπέδου, βρισκόμαστε στην πρώτη δεκαετία μετά την πτώση του Τείχους, βρισκόμαστε στο κατά Φουκουγιάμα «Τέλος της Ιστορίας», αντίπαλο δέος δεν φαίνεται ακόμα στον ορίζοντα, οι δυτικές κοινωνίες νομίζουν ακόμη ότι τα πράγματα θα συνεχίσουν να βαίνουν οικονομικά αναλογικά καλώς για όλες τις τάξεις, ο καταναλωτισμός είναι το ένα και μοναδικό όνειρο και ιδανικό, τα προϊόντα θα είναι συνεχώς και πιο βελτιωμένα, η αυτοβελτίωση του ανθρώπου είναι κι αυτή ένα ακόμη καταναλωτικό αγαθό και μπορεί να προέλθει όχι σε σύγκρουση, αλλά μόνο σε σχέση με αυτό το πλήρως υλιστικό περιβάλλον.  Το  Choose Life στο ξεκίνημα του πρώτου Τrainspotting έθετε τη βάση: όσο στην υπόλοιπη ταινία θα σας έρχεται να κάνετε εμετό ή να πεθάνετε από τα γέλια (στη σκηνή με τα σεντόνια του Σπαντ ενδεχομένως και τα δύο μαζί) από τον τρόπο που ζουν αυτοί οι άνθρωποι, να θυμάστε ότι κι εσείς από την πλευρά σας δεν είστε τόσο καλύτεροι: έχετε διαλέξει τη ζωή.

Aπολύτως αναμενόμενο λοιπόν αφού γυρίζεται δεύτερο Trainspotting κι αφού η ταινία είναι τίγκα στην αυτοαναφορικότητα και τη νοσταλγία για τον εαυτό της, να υπάρχει κι εδώ Choose Life. Aλλά το 2017 δεν είναι το 1996. Η αυτοκαταστροφή των δυτικών κοινωνιών έχει ήδη δώσει τη θέση της στο ιδανικό της αέναης αυτοβελτίωσής τους. Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο δουλεύεις σαν σκλάβος και παίρνεις ελάχιστα και ανάμεσα στο ότι το καταναλωτικό όνειρο είναι το τέλμα το ίδιο.  Έτσι μπορεί στο νέο Choose Life να γίνεται λόγος περί απορρύθμισης της αγοράς εργασίας και των zero hour contracts,  αλλά αν το Τrainspotting ήταν μια ταινία που έχει πιάσει το πνεύμα του 1996, εξαιρετικά πιο σύγχρονη και καίρια ταινία είναι το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ». Έτσι μπορεί στο νέο Choose Life να γίνεται κατεξοχήν αναφορά στα σόσιαλ μίντια, αλλά οι ήρωες του δεύτερου Trainspotting ζουν σε έναν κόσμο σχεδόν όσο προϊντερνετικό όσο αυτός που ζούσαν το 1996. Διαφεύγει έτσι από το νέο Choose Life ότι αυτός είναι ένας πανίσχυρος νέος εθισμός, όπως έδειξε ας πούμε το «Her». Δεν ήταν νομοτελειακό ότι το δεύτερο Trainspotting δεν θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στο πρώτο. Αν υπήρχε ένα αίτημα να ειπωθεί κάτι για το σήμερα και μέσα από αυτό το αίτημα να προέκυπταν σιγά σιγά οι ήρωες και η εξέλιξή τους, τότε ναι, ίσως θα μπορούσε. Η χώρα την οποία κοιτάνε όμως ο Ντάνι Μπόιλ με τον Tζον Χοτζ δεν είναι η Σκωτία του σήμερα, η χώρα την οποία κοιτάνε και με την οποία συνομιλούν είναι η πρώτη ταινία.

«T2 Trainspotting» του Ντάνι Μπόιλ

Αν κάτι πρέπει να αναγνωρίσεις εξαρχής υπέρ του δεύτερου Trainspotting είναι η εντιμότητά του, υπό την έννοια πως είναι ένα από τα πιο αυτοαναφορικά σίκουελ στην ιστορία του κινηματογράφου. Αν αφήσουμε στην άκρη τους εμπορικούς λόγους (όχι γιατί δεν ισχύουν προφανώς και αυτοί, αλλά επειδή είναι σε μεγάλο βαθμό αυτονόητοι), τότε ο κύριος δημιουργικός λόγος πίσω από την ταινία είναι ομολογημένος, καταγεγραμμένος, δηλωμένος: η νοσταλγία, ο τουρισμός στη δημιουργική νιότη των συντελεστών. Και αν μη τι άλλο το πρώτο Trainspotting ρητά προειδοποιούσε ότι μεγαλώνοντας σαπίζεις. Είναι κακό το δεύτερο Trainspotting; Όχι, από μόνη της δεν είναι μια κακή ταινία. Κακώς όμως γυρίστηκε αφού δεν είχε να προσθέσει τίποτα το απαραίτητο; Ναι, μάλλον κακώς γυρίστηκε.

«T2 Trainspotting» του Ντάνι Μπόιλ

Ο Μπέγκμπι του Ρόμπερτ Καρλάιλ έχει την πιο λάθος εξέλιξη από όλους. Αυτή η διαρκής πηγή οργής είχε μεγαλύτερο λόγο ύπαρξης ως σύμβολο. Όταν αρχίζουμε να του δίνουμε μια ιστορία και πολύ περισσότερο όταν αυτή δεν πετυχαίνει, καταφέρνουμε να μετατρέψουμε και το Trainspotting σε μελόδραμα. Ε, όχι δα. Και το έχει σκάσει από τη φυλακή και κανείς δεν τον ψάχνει ποτέ, ούτε στο σπίτι του (ούτε για πρόσχημα να ανησυχήσει λίγο) και δεν του σηκώνεται καθόλου (αλήθεια; αυτό λοιπόν κρύβεται πίσω από τους βίαιους ανθρώπους;) και ήταν και ο μπαμπάς του τελικά που ήταν ρεμάλι, άρα έτσι εξηγούνται πολλά (πού αυτό; στο Trainspotting το οποίο έδειχνε ότι οι γονείς του Ρέντον μια χαρά τον αγαπούσαν και τον φρόντιζαν – ποιος χρειάζεται έναν λόγο όταν υπάρχει η ηρωίνη;) Από την άλλη το ισχυρότερο στίγμα στην ταινία το αφήνει ο Σπαντ του Γιούεν Μπρέμνερ: μισός άνθρωπος μισός καρτούν, έχει κάτι σπαρακτικό στην καρτουνοσύνη του. Αυτός ο κακοχυμένος, δυσαρμονικός ήρωας που δεν μπόρεσε ποτέ να τοποθετήσει το κορμί του και το μυαλό του σε κανονική θέση, αλλά η καρδιά του πάντα σχεδόν βρίσκεται στη σωστή. 

«T2 Trainspotting» του Ντάνι Μπόιλ

Τη μια φορά στη ζωή μου που βρέθηκα στο Λονδίνο και τη μια φορά που βρέθηκα σε ένα φοιτητικό πάρτυ, άκουσα ροκ τραγούδια που προφανώς ήταν και εντελώς δικά μου, εντελώς μέρος της δικής μου κληρονομιάς, αφού και με αυτά είχα μεγαλώσει. Αλλά το πώς τα τραγούδαγαν όλοι οι γηγενείς Βρετανοί μεθυσμένοι ήταν κάτι που με αιφνιδίασε. Ήταν τα δικά τους λαϊκά τραγούδια, ήταν ο Τσιτσάνης και Βαμβακάρης τους, όλο τους το είναι τα τραγουδούσε με μια αυθεντικότητα κι από βάθη που δεν θα μπορέσει ποτέ να φτάσει κανείς μη Βρετανός. Υπάρχει μια απειροελάχιστη σκηνή στο δεύτερο Trainspotting που το κλαμπ τραγουδάει το Radio Ga Ga των Queen και η οποία καταγράφει ακριβώς αυτόν το μικρό συγκλονισμό.

Διάλεξε να μην αντισταθείς στον πειρασμό. Διάλεξε να γυρίσεις σίκουελ. Διάλεξε να είστε όλοι -κι εσείς που γράφετε κι εσείς που σκηνοθετείτε και οι ήρωές σας- 20 χρόνια μεγαλύτεροι. Διάλεξε να προσποιηθείς ότι υπάρχει λόγος σοβαρός για να γυρίσετε στην ταινία. Διάλεξε να προσποιηθείς ότι έχει αιτία ύπαρξης. Διάλεξε να πεις ότι φτάσαμε κάποτε να γυρίσουμε κάτι αληθινά σημαντικό και σημαντικά αληθινό, αλλά δεν γαμιέται, ας του κοτσάρουμε δίπλα κάτι που δεν έχει ούτε αλήθεια ούτε σημασία. Διάλεξε να ενδώσεις. Διάλεξε την αυταπάτη ότι το Trainspotting ήταν περισσότερο δικό σας από ό,τι δικό μας. Διάλεξε την αυταπάτη ότι δεν τρέχει και τίποτα αν δεν είναι η ταινία αντάξια. Διάλεξε να ξεχάσεις ότι κάποτε έτρεχε ο Ρέντον. Διάλεξε να ξεχάσεις ότι μας καλούσε να διαλέξουμε ζωή.

«T2 Trainspotting» του Ντάνι Μπόιλ