Ο Δημήτρης Καραντζάς στην αναμέτρησή του με τον Ουίλλιαμ Σαίξπηρ και τη «Δωδέκατη νύχτα» του παραδίδει μία εξαιρετική αισθητικά δουλειά που αναδεικνύει λεπτές αποχρώσεις του έργου, όχι όμως χωρίς να χάνει σε σημεία.

Στο χώρο κυριαρχεί ένα λευκό κεκλιμένο επίπεδο που σύντομα θα γεμίσει με κόκκινα τούλια (Κλειώ Μπομπότη). Η φανταστική Ιλλυρία του έργου γίνεται ένας ονειρικός, ουδέτερος μη τόπος, που δείχνει απόλυτα ψεύτικος, όσο και ο θίασος που φιλοξενεί. Πρόσωπα άφυλα, σχεδόν άψυχα, με κίνηση και όψη από νευρόσπαστες κούκλες, καλούνται να ενσαρκώσουν τους ήρωές του. Το πληθωρικό πνεύμα του ελισαβετιανού δραματουργού καθηλώνεται πάνω σε ένα πατάρι και μπαίνει μέσα σε ένα συγκεκριμένο υποκριτικό καλούπι· η φόρμα κυριαρχεί.

«Δωδέκατη Νύχτα» ή ό,τι προαιρείσθε

Ο σκηνοθέτης τηρεί μια μάλλον επιφυλακτική στάση απέναντι στο «θαύμα» του έρωτα, ακόμη και μες στη σύμβαση της «δωδέκατης νύχτας», εκείνης της νύχτας του χρόνου που κατά την αγγλοσαξoνική παράδοση οι κοινωνικά αποδεκτοί ρόλοι αντιστρέφονται, τα πάντα επιτρέπονται και δεν υπάρχει τίποτα που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Η πρώτη ύλη του έργου, που περιπαίζει τη μεταβλητότητα του έρωτα και την κωμικότητα του ερωτευμένου ανθρώπου, στα χέρια του Καραντζά φτάνει στο επίπεδο ενός μελαγχολικού, πικρού σχολίου πάνω στην απατηλή φύση του ερωτικού συναισθήματος.

«Δωδέκατη Νύχτα» ή ό,τι προαιρείσθε

Οι κωμικοί τόνοι είναι σε γενικές γραμμές συγκρατημένοι. Το φινάλε, χαρακτηριστικό παράδειγμα, δίνεται σε ατμόσφαιρα περισυλλογής, σχεδόν θλίψης, ενώ η σκηνή της εξαπάτησης του Μαλβόλιο που έχει προηγηθεί μας έχει αφήσει μετέωρους μεταξύ συμπόνιας υπέρ και γέλιου εις βάρος του.

Το σκηνοθετικό ενδιαφέρον στρέφεται εξίσου, αν όχι περισσότερο, σε θέματα ταυτότητας, φύλου. Η ρευστότητα των ορίων της ανδρικής/γυναικείας φύσης, που στο έργο εκπροσωπείται μέσα από το κεντρικό μοτίβο της μεταμφίεσης της Βιόλας σε Σεζάριο και ό,τι αυτή φέρνει επί σκηνής, στην παράσταση έρχεται έντονα στο προσκήνιο. Αμφισεξουαλικότητα και διεμφυλικότητα, υποβόσκουσα ομοφυλοφυλία, περιορισμοί και συμπεριφορές που επιβάλλουν οι κοινωνικές νόρμες στους ανθρώπους ανάλογα με το φύλο τους, υπαρξιακά ερωτηματικά – αυτά είναι τα τρανταχτά σημεία της σκηνοθετικής ανάγνωσης του έργου από τον Καραντζά.

«Δωδέκατη Νύχτα» ή ό,τι προαιρείσθε

Η επιλογή του στυλιζαρίσματος στην όψη και την κίνηση οριοθετεί τη σφραγίδα της παράστασης, της δίνει μια γεύση λαϊκού θεάματος, επισημαίνει με ιδιαίτερο αισθητικό στίγμα την αμηχανία της ανθρώπινης ύπαρξης, ειδικά μπροστά στον έρωτα, που έχει σκιαγραφήσει ο συγγραφέας· στοιχίζει όμως σε θεατρικότητα, τουλάχιστον σε σημεία. Η παράσταση μοιάζει κάπως ψυχρή, χωρίς χυμούς και νεύρο, και εξελίσσεται επίπεδα, χωρίς εξάρσεις και πάθος.

Από την άλλη, τίποτα από το έργο δεν χάνεται, χάρη στη μετάφραση του Νίκου Χατζόπουλου και την εκφορά της από τους ηθοποιούς. Αυτοί από τη μεριά τους εκτελούν το σκηνοθετικό ζητούμενο τουλάχιστον ικανοποιητικά. Ειδικά, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως η Έμιλυ Κολιανδρή δεν αφήνει το στυλιζαρισμένο ύφος να υπονομεύσει το βάθος και την έκταση που προσδίδει στο ρόλο της (Βιόλα), ή ο τρόπος με τον οποίο ο Νίκος Χατζόπουλος πλάθει έναν μάλλον συμπαθή Μαλβόλιο. Αντίθετα, ο Γιώργος Χρυσοστόμου (Ορσίνο) φαίνεται να μην νιώθει άνετα με τον καθορισμένο τρόπο παιξίματος.

«Δωδέκατη Νύχτα» ή ό,τι προαιρείσθε

Συνολικά, η παράσταση θέτει καθαρά τους στόχους της και τους υπηρετεί με σαφήνεια. Ο Δημήτρης Καραντζάς αποδεικνύει (και εδώ) πως το έργο τού ενέπνευσε ένα συγκεκριμένο σύμπαν, το οποίο κατάφερε να μεταφέρει με πιστότητα στη σκηνή. Δεν μπορεί να μην παρατηρήσει, βέβαια, κανείς πως η σκηνοθετική του ταυτότητα ορίζεται από εργαλεία και μοτίβα που επαναλαμβάνονται στις δουλειές του (η χρήση του ήχου, το ύφος της κίνησης, η αισθητική και υποκριτική λιτότητα), αν και για να είμαστε ειλικρινείς, σε ποιον από τους σκηνοθέτες που κάτι έχουν να πουν δεν συμβαίνει; Ελλοχεύει, παρ’ όλ’ αυτά, ο κίνδυνος -όπως εδώ- το σχήμα να υπονομεύσει το περιεχόμενο.

«Δωδέκατη Νύχτα» ή ό,τι προαιρείσθε

Info παράστασης: «Δωδέκατη Νύχτα» ή ό,τι προαιρείσθε | 20 Οκτωβρίου 2016 – 08 Ιανουαρίου 2017 | Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 20:00, Κυριακή στις 19:00 | Είσοδος 5 – 15€| Εθνικό Θέατρο – Κτίριο Τσίλλερ – Κεντρική Σκηνή