Θεωρώ πως η «Λυσιστράτη» του Εθνικού Θεάτρου και του Μιχαήλ Μαρμαρινού, παρά τις όποιες -λίγες- ατέλειές της, αποτελεί μια από τις παραστάσεις εκείνες για τις οποίες μπορεί με βεβαιότητα να υποστηριχθεί πως άλλαξαν το βλέμμα μας απέναντι στον Αριστοφάνη. Και να λοιπόν που το καλοκαίρι του 2016, μαζί και με τους «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου, σηματοδότησε μια σημαντική στιγμή για το ανέβασμα της αριστοφανικής κωμωδίας, μια από αυτές -τολμώ να προβλέψω- για τις οποίες θα μιλάει και θα ερευνά ο «ειδικός» του μέλλοντος.

Είναι σημαντικά αυτά που πέτυχε ο Μαρμαρινός με τη «Λυσιστράτη» του

Κι αν ο Καραθάνος προκειμένου να υποστηρίξει τη σκηνοθετική του οπτική προχώρησε σε μια πολύ ελεύθερη απόδοσηδιασκευή θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί- του κειμένου και σε σημαντικές περικοπές του, οι σκηνοθετικές «ελευθερίες» του Μαρμαρινού ήταν λιγότερες (π.χ. μείωση του ήδη μειωμένου στο έργο Χορού, εξωκειμενικά σχόλια), καθιστώντας την πρότασή του ακόμη πιο σημαντική, καθώς ήταν συγκροτημένη γύρω από έναν συμπαγή πυρήνα.

«Λυσιστράτη» σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού

Είναι σημαντικά αυτά που πέτυχε ο Μαρμαρινός με τη «Λυσιστράτη» του. Επιβεβαίωσε, για παράδειγμα, την υποψία πως ο δικός του Αριστοφάνης δεν θα είναι φτηνός ή χυδαίος, δεν θα βασιστεί στα εύκολα αστεία, ούτε θα αναπαράγει τη σειρά από τα κλισέ που τον συνοδεύουν. Η σπουδαιότητα, όμως, της όλης δουλειάς δεν έγκειται στην αποφυγή απλώς μερικών σκοπέλων, που -για να είμαστε ειλικρινείς- αποτελούν πια αυτονόητο κοινό τόπο για το πώς δεν πρέπει να ανεβαίνει ο Αριστοφάνης.

«Λυσιστράτη» σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού

Η σπουδαιότητα της δουλειάς αφορά σε αυτά που έκανε ο Μαρμαρινός, όχι σε όσα απέφυγε. Αναφέρομαι στην ανάγνωσή του για το έργο, την οποία και μετέφερε με σαφήνεια επί σκηνής, μια ανάγνωση που εμπλούτισε όσα κυρίως βλέπει κανείς, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, στο έργο. Η παράσταση άφησε κατά μέρος το θέμα της αντιπολεμικής ρητορικής και εστίασε στο γυναικείο φύλο, μαζί και στη συνύπαρξη/συνδιαλλαγή του με το «αντίπαλο» αρσενικό. Και είναι σημαντικό να τονιστεί πως αυτό έγινε «εκ των έσω», χωρίς δηλαδή εξωκειμενικά ευρήματα ή προσθήκες (εκεί όπου, για παράδειγμα, είχε καταφύγει πριν μερικά χρόνια ο Γιάννης Κακλέας στη δική του «Λυσιστράτη», όταν στήριξε τη βασική του θέση περί «μάχης» αρσενικού-θηλυκού στο σύγχρονο ζευγάρι που εφηύρε και προσέθεσε στην παράσταση).

«Λυσιστράτη» σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού

«Μια συλλογική φωνή της γυναικείας φύσης» θα μπορούσε να είναι ένας χαρακτηρισμός της παράστασης, όπου όλα τα επιμέρους συνηγορούσαν υπέρ της, επιβεβαιώνοντας τον τρυφερό αλλά διαπεραστικό ψίθυρο: «είμαι γυναίκα, μη με φθονείτε και γι’ αυτό», που συνεκφώνησαν οι γυναίκες του θιάσου την ώρα που παραδίδονταν στην εύθραυστη γυμνότητά τους· οι γυναίκες αυτές αναδείχθηκαν συνολικά και ενιαία ως ένα πρωταγωνιστικό πρόσωπο, αφαιρώντας από την κεντρική ηρωίδα την κυριαρχία που ορίζει το κείμενο· η εικόνα των σωμάτων τους κυριάρχησε αφοπλιστικά επί σκηνής, ένα διαρκές και πολυεπίπεδο σχόλιο από μόνη της· η σκηνοθετική απόφαση για μεταδραματική απόδοση του κειμένου και το -σε σημεία- συλλογικό μοίρασμα των ρόλων λειτούργησε ωραία, τόσο όσο να βγαίνει ο θεατής από τη θεατρική συνθήκη για να εστιάσει σε όσα ο σκηνοθέτης μετέδιδε, χωρίς να στερεί τη θεατρικότητα από το όλο θέαμα.

«Λυσιστράτη» σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού

Ο Μαρμαρινός πέτυχε κι άλλα ακόμη: να μην υποσκελίσει την κωμικότητα του έργου στο όνομα της αισθητικοποιημένης ανάγνωσής του· αντίθετα την παρέδωσε πηγαία και αβίαστα, χωρίς υπερβολές, λαϊκισμούς ή φτήνιες, με αιχμή του δόρατος τις σκηνές των γερόντων και του Κινησία. Πέτυχε, ακόμη, να χαλιναγωγήσει την πρωταγωνίστριά του, τη Λένα Κιτσοπούλου, η οποία μπορεί να μην απέφυγε πλήρως την υπόκριση της γνωστής περσόνας της -που εδώ τουλάχιστον κάπως ταίριαξε με τον ρόλο-, όμως την περιόρισε αισθητά. Είναι, πάντως, κρίμα που εντέλει η βασικότερη αδυναμία της παράστασης αποδεικνύεται αυτό που, για κάποιους τουλάχιστον, ήταν το «δυνατό χαρτί» της, αφού η Κιτσοπούλου αφενός όσο υποδυόταν τον εαυτό της δεν απέφυγε τους παρατραβηγμένους «αυτοσχεδιασμούς» και αφετέρου απέτυχε στα σημεία που ερμήνευσε τον ρόλο της, καθώς είχε εμφανείς υποκριτικές και φωνητικές αδυναμίες.

«Λυσιστράτη» σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού

Ο Μαρμαρινός πέτυχε και κάτι ακόμη, πραγματικά σπάνιο στην περίπτωση του Αριστοφάνη, και γι’ αυτό πολύτιμο: να προκαλέσει συγκίνηση. Η αναφορά στη σκηνή της συμφιλίωσης γυναικών και γερόντων, έτσι όπως μετέφερε το βάρος της παράστασης στην αντιπαραβολή του παροπλισμένου γήρατος με τη σφύζουσα σεξουαλικότητα της νιότης. Μια πολύ ανθρώπινη στιγμή.

Η «Λυσιστράτη» που παρέδωσε φέτος το Εθνικό είναι σίγουρα μια παράσταση που έρχεται σε ρήξη με τις προηγούμενες προσλαμβάνουσές μας, που δοκιμάζει τα όρια της καθωσπρέπειάς μας, που ζητάει ανοιχτό μυαλό και απόρριψη των όποιων προκαταλήψεων ή προκαθορισμένων απόψεων· και που, συν τοις άλλοις, σηματοδοτεί μια κομβική στιγμή στην παραστασιακή ιστορία του Αριστοφάνη.

«Λυσιστράτη» σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού

«Λυσιστράτη» σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού

«Λυσιστράτη» σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού

Δείτε τις επόμενες στάσεις της παράστασης στην Αθήνα

Σχετικά άρθρα:

“Ένας αριστοφανικός φαλλός εκπλήσσει τους επιβάτες του μετρό”, από την Έλενα Γαλανοπούλου

“Η Λένα είναι ένας πολύ ταλαντούχος άνθρωπος”, από την Αργυρώ Μποζώνη

“Η «Λυσιστράτη» στο σταθμό Μετρό του Συντάγματος”