Οι πρόσφυγες, οι μετανάστες, οι λαθρομετανάστες. Ποιοι είναι οι πρόσφυγες και ποιοι οι μετανάστες; Ποιοι είναι οι αποκαλούμενοι «λαθρομετανάστες», λέξη εργαλείο και σαΐτα στη ρητορική της βίας και του εθνικισμού; Μπορούμε να αμφισβητήσουμε σήμερα αυτή τη διάκριση; Αν ανατρέξουμε στην αφετηρία αυτής της αμφισβήτησης θα συναντήσουμε το κείμενο της Χάνα Άρεντ «Εμείς οι πρόσφυγες». Η Γερμανοαμερικανίδα, εβραϊκής καταγωγής, πολιτική επιστήμονας και φιλόσοφος, γράφει το 1943 ένα ειρωνικό και σπαρακτικό κείμενο για την κατάσταση του εβραίου πρόσφυγα, γι’ αυτό το καινούργιο είδος ανθρώπου «που κλείνεται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης από τους εχθρούς του και στα στρατόπεδα εγκλεισμού από τους φίλους του». Με το κείμενό της επιχειρεί να αναδείξει τον ριζικό κλονισμό που επιφέρει το καθεστώς του Εβραίου πρόσφυγα στις παραδοσιακές κατηγορίες της πολιτικής σκέψης, συμπεριλαμβανομένης και της, ακόμα θετικά εννοούμενης τότε, ιδιότητας του «μετανάστη».

«Κατά πρώτο λόγο, δε μας αρέσει να μας αποκαλούνε «πρόσφυγες». Εμείς μεταξύ μας αποκαλούμαστε «νεοφερμένοι» ή «μετανάστες». Οι εφημερίδες μας είναι εφημερίδες για «γερμανόφωνους Αμερικανούς»· και απ’ όσο ξέρω, τα άτομα που διώχθηκαν από τον Χίτλερ δεν έχουν ιδρύσει και ουδέποτε ιδρύσανε κάποιο σύλλογο που ο τίτλος του να υποδηλώνει ότι τα μέλη του ήταν «πρόσφυγες». Πρόσφυγας ήταν το άτομο που αναγκαζότανε να αναζητήσει άσυλο εξαιτίας κάποιας πράξης που διέπραξε ή εξαιτίας κάποιας πολιτικής άποψης που είχε. Λοιπόν, είναι αλήθεια ότι αναζητούμε άσυλο· αλλά δεν έχουμε διαπράξει καμία πράξη και οι περισσότεροι από εμάς ποτέ δεν ονειρεύτηκαν να έχουν κάποια ριζοσπαστική πολιτική άποψη. Με εμάς το νόημα του όρου πρόσφυγας έχει αλλάξει. Τώρα «πρόσφυγες» είναι εκείνοι από εμάς που ήταν τόσο άτυχοι ώστε να φτάσουν σε μια καινούργια χώρα δίχως καθόλου οικονομικούς πόρους και πρέπει να βοηθηθούν από τις επιτροπές προσφύγων», γράφει η Άρεντ.

Χάνα Άρεντ

Χάνα Άρεντ

Μισό αιώνα αργότερα, ο Τζιόρτζιο Αγκάμπεν, ενώ ένα νέο κύμα προσφύγων αρχίζει να διασχίζει την Ευρώπη, εμπνέεται και σχολιάζει το κείμενο της Άρεντ, διαπιστώνοντας ταυτόχρονα τα κενά της σύγχρονης φαντασμαγορικής ρητορείας περί δικαιωμάτων του ανθρώπου. «Στο σύστημα του έθνους-κράτους, τα λεγόμενα ιερά και αναφαίρετα δικαιώματα του ανθρώπου αποδεικνύονται τελείως απροστάτευτα, ακριβώς τη στιγμή που δεν είναι πλέον δυνατό να χαρακτηριστούν ως δικαιώματα των πολιτών κάποιου κράτους» γράφει.

«Κάθε φορά που οι πρόσφυγες δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά μαζικό φαινόμενο (όπως συνέβη το μεσοπόλεμο και όπως συμβαίνει πάλι τώρα), οι οργανώσεις από το Γραφείο Νάνσεν για τους Ρώσους και τους Αρμένιους πρόσφυγες (1921), μέχρι την τωρινή Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες (1951), όσο και τα μεμονωμένα κράτη, παρά τις επίσημες επικλήσεις των αναφαίρετων δικαιωμάτων του ανθρώπου, έχουν αποδειχθεί απολύτως ανίκανα όχι μόνο να επιλύσουν το πρόβλημα αλλά έστω και να το αντιμετωπίσουν στοιχειωδώς. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το σύνολο του ζητήματος μεταφέρθηκε στα χέρια της αστυνομίας και των ανθρωπιστικών οργανώσεων».

Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Τη στιγμή που ένα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας περνάει στην κατάσταση του πρόσφυγα, στερημένου από κάθε δικαίωμα – κι ενώ η πολιτική τοποθέτηση απέναντι στο πρόβλημα της μετανάστευσης γίνεται αποφασιστική διαχωριστική γραμμή, ο Έντσο Τραβέρσο, το 2012 εξετάζει το πλεονέκτημα που προσφέρει στους εξόριστους διανοούμενους μια “ερμηνευτική της απόστασης”, εντοπίζοντας μάλιστα αναλογίες και διαφορές (και τη χαμένη ευκαιρία μιας συνάντησης) ανάμεσα στην εβραϊκή και τη μαύρη διασπορά. Μιλά για τη Δύση υποκριτικά, στρέφει την πλάτη σε εκατομμύρια ανθρώπους που βρίσκονται σε ύψιστη ανάγκη και συχνά διευκρινίζει ότι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες πρέπει να σταματήσουν να είναι οι αποδιοπομπαίοι τράγοι και όχι μόνο δεν αποτελούν απειλή για την Ευρώπη, αλλά είναι μια καλή υποθήκη για βελτίωση του μέλλοντος.

Μέσα σε επτά δεκαετίες ο άπατρις στο στρατόπεδο, στους σταθμούς των τραίνων, στα νησιά και στις λέμβους, εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις τραγικότερες εμπειρίες του 21ου αιώνα. Τα τρία κείμενα των τριών πολύ διαφορετικών, αναδεικνύουν, όχι μόνο ένα μείζον ευρωπαϊκό πρόβλημα ανθρωπιστικού και πολιτικού χαρακτήρα, αλλά και το ότι ο πρόσφυγας, ο μετανάστης, ο άπατρις, αποτελεί και σύμβολο κρίσης και αναζήτησης αξιών.

Έντζο Τραβέρσο

Έντζο Τραβέρσο

Ακολουθούν τρία αποσπάσματα από το βιβλίο:

«Ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ζώο και η ζωή δεν είναι εύκολη γι’αυτόν όταν κόβονται οι κοινωνικοί δεσμοί. Τα ηθικά πρότυπα τηρούνται πιο εύκολα μέσα στη δομή της κοινωνίας. Πολύ λίγα άτομα έχουν το σθένος να διατηρήσουν την ακεραιότητά τους αν η κοινωνική, πολιτική τους θέση είναι εντελώς συγκεχυμένη. Μην έχοντας το κουράγιο να παλέψουμε για κάποια αλλαγή της κοινωνικής και νομικής μας θέσης, αντ’ αυτού, πολλοί από εμας, έχουμε αποφασίσει να αλλάξουμε ταυτότητα. Και τούτη η περίεργη συμπεριφορά κάνει τα πράγματα πολύ χειρότερα. Η σύγχυση μέσα στην οποία ζούμε είναι εν μέρει δικό μας έργο».

Hannah Arendt, 1η δημοσίευση “We refugees the Memorah Journal” Ιανουάριος 1943

Εμείς οι πρόσφυγες

«Προτού ανοίξουν πάλι τα στρατόπεδα εξόντωσης στην Ευρώπη (κάτι που αρχίζει ήδη να συμβαίνει), τα έθνη-κράτη πρέπει να βρουν το θάρρος να θέσουν υπό διερώτηση την ίδια την αρχή της εγγραφής της γέννησης-και την τριάδα κράτος/έθνος/έδαφος που βασίζεται σε αυτήν. Δεν είναι εύκολο να υποδείξουμε από τώρα τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να συμβεί συγκεκριμένα κάτι τέτοιο. Είναι αρκετό εδώ να προτείνουμε μια πιθανή κατεύθυνση. Όπως είναι γνωστό, μια από τις επιλογές που εξετάζονται για τη λύση του προβλήματος της Ιερουσαλήμ είναι να γίνει η πρωτεύουσα, ταυτόχρονα και χωρίς εδαφική διαίρεση, δυο διαφορετικών κρατικών οργανισμών. Η παράδοξη κατάσταση της αμοιβαίας εξωεδαφικότητας* (ή καλύτερα α-εδαφικότητας) που αυτό θα συνεπαγόταν, θα μπορούσε να γενικευτεί ως πρότυπο νέων διεθνών σχέσεων. Αντί για δύο εθνικά κράτη που τα χωρίζουν αβέβαια και απειλητικά σύνορα, θα μπορούσαμε να φανταστούμε δύο πολιτικές κοινότητες που κατοικούν στην ίδια περιοχή και βρίσκονται σε κατάσταση εξόδου η μια προς την άλλη, οι οποίες διαρθρώνονται μεταξύ τους με μία σειρά αμοιβαίων ετεροδικιών, όπου η καθοδηγητική έννοια δεν θα ήταν πλέον το ius [δικαίωμα] του πολίτη, αλλά μάλλον το refugium [άσυλο] του ατόμου».

Giorgio Abamben

* Στο πρωτότυπο εμφανίζεται ο όρος extraterritorialita ο οποίος από νομική άποψη σημαίνει ετεροδικία (=το δικαίωμα κάποιων προσώπων, συνήθως μελών ξένων αποστολών, να υπάγονται στο δίκαιο της χώρας καταγωγής και όχι της χώρας τοποθέτησής τους. [Σ.τ.Μ.]

«Οι εξόριστοι δεν αποτελούσαν ομοιογενή ομάδα σε πολιτισμικό, ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο. Συχνά δεν γνωριζόντουσαν καν και δεν συνειδητοποιούσαν τις “εκλεκτικές συγγένειές” τους. Εκείνο που τους συνέδεε ήταν η κοινή κατάσταση του πρόσφυγα, μια γεμάτη ανησυχία προσοχή για τον κόσμο που είχαν αφήσει πίσω τους και ένα παρόν σημαδεμένο από στέρηση και ανασφάλεια. Η κατάσταση του εξόριστου αντιστοιχούσε με ακρίβεια σε κάποια μοντέλα που είχε διαμορφώσει η ευρωπαϊκή κοινωνιολογία στο γύρισμα του αιώνα: στον “ξένο” (Fremde) του Γκέοργκ Ζίμελ, στη διανόηση “χωρίς δεσμούς” (freischwebend) του Καρλ Μανχαιμ και στον “εξωεδαφικό” διανοούμενο του Ζίγκφριντ Κρακάουερ. Από τη μία, ο εξόριστος είναι ο “προσκαλεσμένος που μένει” (der Gast der bleibt) ,ο “περιπλανώμενος” που τείνει να υιοθετεί κριτική προοπτική, δημιουργώντας μια γόνιμη ένταση ανάμεσα στη σκοπιά της χώρας προέλευσης κι εκείνη της χώρας υποδοχής. Από την άλλη, η διανόηση “χωρίς δεσμούς” διαμορφώνει τις απόψεις της απαλλαγμένη από τους παραδοσιακούς ταξικούς περιορισμούς».

Enzo Traverso

Kεντρική φωτογραφία άρθρου: ©Rebecca Cook/Reuters

Info: Το βιβλίο «Εμείς οι πρόσφυγες» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου σε μετάφραση των Κώστα Δεσποινιάδη, Άκη Γαβριηλίδη και Νίκου Κούρκουλου.