Οι «Τρεις ψηλές γυναίκες», ένα από τα τελευταία έργα του Έντουαρντ Άλμπι, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ό,τι ο «Γυάλινος κόσμος» του -συμπατριώτη και ελαφρώς μεγαλύτερού του- Τένεσι Ουίλλιαμς: ένα «έργο εξορκισμού» των οικογενειακών του βιωμάτων. Γραμμένο το 1991, δύο χρόνια μετά το θάνατο της (θετής) μητέρας του, ο Άλμπι μεταφέρει στο χαρτί μια ιδέα από τη δική τους σχέση, η οποία είχε σημαδευτεί από εικοσαετή σχεδόν ρήξη, αφότου ο ίδιος είχε εγκαταλείψει, μόλις στα δεκαοχτώ, την οικογενειακή εστία, εξαιτίας -κυρίως- της μη αποδοχής της ομοφυλοφυλίας του. Χρειάστηκε να νοσηλευθεί η μητέρα του από καρδιακή προσβολή για να αποκατασταθούν, αν και όχι εγκάρδια και ουσιαστικά, οι σχέσεις τους.

Μια «κλασική» παράσταση που ακολουθεί τη δυναμική του έργου

Αυτή η σχέση απασχολεί και τροφοδοτεί τις «Τρεις ψηλές γυναίκες» με έναν τρόπο δραματουργικά αξιοσημείωτο, καθώς ο συγγραφέας δεν γράφει από τη δική του οπτική γωνία -αντιθέτως επιφυλάσσει στο γιο μια συντομότατη και βουβή παρουσία, που μοιάζει με ανάμνηση-, δε γράφει καν ένα δράμα για μια μητέρα και έναν γιο. Το έργο έχει να κάνει με τη συνάντηση τριών γυναικών, που βρίσκονται σε τρεις διαφορετικές ηλικίες: μιας ενενηντάχρονης, ανήμπορης σχεδόν αλλά δεσποτικής γυναίκας -όπως υπήρξε η μητέρα του Άλμπη-, της 52χρονης γυναίκας που έχει αναλάβει τη φροντίδα της και μιας νεότερης, 26χρονης δικηγόρου που έχει επισκεφθεί την πρώτη για κάποια τυπικά θέματα της περιουσίας της· για να αποκαλυφθεί τελικά πως οι τρεις αυτές γυναίκες είναι η ίδια, το ίδιο πρόσωπο σε μια συνάντηση με δύο νεότερες εκδοχές του εαυτού του.

Μαρία Κεχαγιόγλου, Νεφέλη Κουρή - Τρεις Ψηλές Γυναίκες

Νεφέλη Κουρή, Μαρία Κεχαγιόγλου

Αν ο Ουίλλιαμς στον «Γυάλινο κόσμο» κατάφερε να συνθέσει με το υλικό της ζωής του μια συγκλονιστική δραματοποιημένη μεταφορά της, ο Άλμπι στις «Τρεις ψηλές γυναίκες» μεταχειρίστηκε το υλικό της δικής του ζωής ως βήμα  συμφιλίωσης με το παρελθόν του, αλλά και για να συνθέσει κάτι οικουμενικό και πανανθρώπινο: πώς θα ήταν μια συνομιλία με τον ίδιο μας τον εαυτό; Πώς θα ήταν μια συνάντηση με τα νεαρότερα εγώ μας; Πώς θα ήταν η συνάντηση του νεαρότερου εαυτού με τη μελλοντική του κατάληξη; Πόσες απογοητεύσεις και ματαιώσεις επιφυλάσσει τελικά ο ρους του χρόνου; Ποια είναι η «καλύτερη στιγμή της ζωής» για κάθε μια από τις ηλικιακές εκδοχές μας;

Ο Άλμπι επιβεβαιώνει και εδώ την πένα του, που τον έχει τοποθετήσει στο πάνθεον των μεγάλων της αμερικάνικης δραματουργίας, κάτι που οφείλεται και στη σύνθεση του έργου του, στη δραματική του οικονομία. Είναι αξιοσημείωτο πώς η πρώτη πράξη, που κρατάει κρυμμένο το συγγραφικό εύρημα και φαινομενικά έχει να κάνει με τη συνάντηση τριών γυναικών οι δύο εκ των οποίων φαίνεται να εξυπηρετούν μόνο ως δραματουργικό πάτημα για να αναδυθεί η προσωπικότητα της κεντρικής ηρωίδας, τελειώνει τη στιγμή που συνειδητοποιεί κανείς πως έχει λάβει όσες πληροφορίες χρειάζεται· η σχεδόν μονολογική ανασκόπηση της γηραιάς κυρίας, όπου σκόρπιες πληροφορίες έχουν διαδεχτεί η μία την άλλη σχετικά με τη νεότητά της, τον άνδρα της, την ψυχραμένη σχέση με το γιο της και, μαζί, η αλληλεπίδρασή της με τις άλλες δύο παρουσίες, έχουν συνθέσει ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο της, δημιουργώντας την απορία τι θα μπορούσε να ακολουθήσει, χωρίς να παραδώσει το έργο σε επαναλήψεις. Κι έρχεται η δεύτερη πράξη για να αποκαλύψει σιγά-σιγά το μυστικό της. Έχουμε να κάνουμε με ένα υπαρξιακό, στα όρια του υπερρεαλισμού δράμα, ντυμένο στο ρούχο ενός στέρεου ρεαλισμού. 

Μπέττυ Αρβανίτη - Τρεις Ψηλές Γυναίκες

Μπέττυ Αρβανίτη

Το έργο διαθέτει τα χαρακτηριστικά της καλής δραματουργίας, αξιοσημείωτη οικονομία, κλιμάκωση πλοκής και χαρακτήρες που «ανοίγουν» πέραν του προσωπικού τους δράματος. Απαιτεί, ως εκ τούτου, δουλεμένες σχέσεις επί σκηνής και μια υποκριτική δουλειά που θα παίρνει υπόψη της την ιδιαιτερότητα των ρόλων: είναι αυτόνομοι, διαφορετικοί, αλλά ταυτόχρονα δεμένοι στην ίδια μοίρα, κομμάτια του ίδιου προσώπου.

Ο Άρης Τρουπάκης σε αυτή τη σκηνοθετική του απόπειρα παρέδωσε μια «κλασική» παράσταση που ακολουθεί τη δυναμική του έργου, που ίσως δεν το απογειώνει, αλλά ούτε το προδίδει. Βασικό ατού της παράστασης είναι ακριβώς οι σχέσεις που αναπτύσσουν οι τρεις ηθοποιοί επί σκηνής (η φυσική παρουσία του γιου παραλείπεται και «εκπροσωπείται» από μια άδεια καρέκλα), οι οποίες τα καταφέρνουν στη σκιαγράφηση τριών διαφορετικών ρόλων, αλλά φανερώνουν ταυτόχρονα και ένα υπόγειο, «συνωμοτικό» σκηνικό δέσιμο. Η Μαρία Κεχαγιόγλου στο ρόλο της δεύτερης γυναίκας κρατάει αποφασιστικά τα ηνία, ούσα όσο αποστασιοποιημένη και όσο συμπονετική χρειάζεται απέναντι στο γηραιότερο εαυτό της. Στο παίξιμό της διακρίνεται μια ηρωίδα σε κομβικό σημείο: είναι αρκετά νέα ακόμη ώστε να μην δικαιολογεί αβλεπεί τις παραξενιές της, αλλά όχι τόσο νέα ώστε να μην τις κατανοεί.

Μαρία Κεχαγιόγλου, Νεφέλη Κουρή - Τρεις Ψηλές Γυναίκες

Μαρία Κεχαγιόγλου, Νεφέλη Κουρή

Και η Μπέττυ Αρβανίτη, όμως, υποδύεται με προσωπική εμπλοκή το ρόλο της πρώτης γυναίκας, αφήνοντας να φανούν οι ρωγμές ενός ρόλου που βρίσκεται μεταξύ σκληρότητας και ανάγκης για επαφή και κατανόηση. Με αυτόν τον ρόλο, η Αρβανίτη συμπληρώνει, κατά κάποιον τρόπο, μια τριλογία «μεγάλων» ρόλων (κυρία Άλβινγκ στους «Βρικόλακες», Βάιολετ Βέναμπλ στο «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι»), κρατώντας για τώρα την καλύτερη ερμηνεία της. Η μικρότερη της ομάδας (Νεφέλη Κουρή) αναμετράται ίσως με λίγο μεγαλύτερη δυσκολία με το ρόλο της 26χρονης ενθουσιώδους νεαρής που αδυνατεί να κατανοήσει τους συμβιβασμούς στους οποίους αναγκάστηκε να ενδώσει λίγο αργότερα στη ζωή της, όχι όμως επιβαρύνοντας το σύνολο και τη συνοχή της παράστασης.

Συνολικά, πρόκειται για μια παράσταση με ρυθμό, καλή, αν και όχι πρωτότυπης έμπνευσης, αισθητική στην όψη (Ελένη Μανωλοπούλου), που αποτυπώνει ωραία -με κάποια μόνο αμηχανία σε κάποιες από τις δραματικές της εξάρσεις- ένα σημαντικό έργο ευρείας αποδοχής.

Info παράστασης: Τρεις Ψηλές Γυναίκες | 8 Μαρτίου – 30 Απριλίου 2017 | Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας

Σχετικά άρθρα: Μπέττυ Αρβανίτη: «Υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα από το να νοσταλγώ», από την Αργυρώ Μποζώνη