Έφυγε από τη ζωή την Πέμπτη 16/2 στη Ρώμη, σε ηλικία 81 ετών, ο διεθνούς φήμης εικαστικός, Γιάννης Κουνέλλης. Ο Γιάννης Κουνέλλης ήταν ευρέως γνωστός ως μία από τις ηγετικές φιγούρες του κινήματος της Arte Povera και ένας σημαντικός καλλιτέχνης που η πρακτική του συμπεριλαμβάνει ζωγραφική, κολλάζ, γλυπτική, περφόρμανς, σχέδια για το θέατρο και την όπερα. Είναι διεθνώς αναγνωρισμένος ως ο οπτικός φιλόσοφος που χτίζει μία νέα αλφάβητο ετερόκλητων υλικών, ένα βιωματικό λεξιλόγιο, στο οποίο τόσο η μνήμη όσο και ο άνθρωπος, διαδραματίζουν έναν κυρίαρχο ρόλο. Συνδυάζοντας πρωτογενή ή βιομηχανικά υλικά όπως κάρβουνο, χρυσό, φωτιά, ωμό κρέας, πέτρες, ατσάλι, ζωντανά άλογα, και μουσική, τα έργα του θέτουν θεμελιώδη ερωτήματα και σκηνοθετούν με δραματικό τρόπο την ποιήση του σύγχρονου κόσμου.

Γιάννης Κουνέλλης: «Η τέχνη μου δεν είναι γεννημένη για την απόλαυση και τον ηδονισμό»

Ο Γιάννης Κουνέλλης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1936.  Παρακολούθησε τη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και το 1956 εγκαθίσταται στη Ρώμη για να σπουδάσει στην Academia di Belle Arti. Η πρώτη του ατομική έκθεση με τίτλο “L’Alfabeto di Kounellis” στη Galleria della Tartaruga στη Ρώμη θεωρείται ως προπομπός του κινήματος της Arte Povera το 1967. Αργότερα ήταν καθηγητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 εμφανίστηκε στον χώρο της σύγχρονης τέχνης με ένα ιδιότυπο, πολύ προσωπικό πλαστικό λεξιλόγιο που αρχικά προέβαλε ως κωδικοποιημένη γραφή, υπό τη μορφή γραμμάτων και εξισώσεων και κατέληξε στη συνέχεια στη δημιουργία εικόνων αποτελούμενων στο πιο πρόσφατο βιομηχανικό-αστικό παρελθόν.

Έχει πραγματοποιήσει σημαντικές ατομικές εκθέσεις σε όλο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων: Ambika P3, London, 2010, Neue Nationalgalerie, Berlin, 2008, Museo d’Arte Contemporanea Donnaregina, Naples, 2006, Museo Nacional Centro de Arte Reina Sofía, Madrid, 1997, MoCA, Chicago, 1986, και η περιοδεύουσα έκθεση στα: Stedelijk Van Abbemuseum, Eindhoven, Obra Social, Caja de Pensiones, Madrid, the Whitechapel Art Gallery, London και στο Staatliche Kunsthalle Baden-Baden, 1981. Ο Κουνέλλης έχει ένα Artist Room στην Tate Modern και έργα του συγκαταλέγονται στις συλλογές του μουσείου Guggenheim και MoMA στη Νέα Υόρκη, ανάμεσα σε άλλα Μουσεία και συλλογές παγκοσμίως.

Από τον Πειραιά στη Ρώμη και σε ολόκληρο τον κόσμο
Ο Γιάννης Κουνέλλης έστησε το στούντιό του στη Ρώμη, το 1950. Αρχικά προσπάθησε να σπάσει τα όρια της ζωγραφικής για να καταλήξει να εγκαταλείψει το μέσο υπέρ της γλυπτικής και της performance art. «Όταν ήμουν πιο νέος έπαιρνα μέρος σε πολλές ομαδικές εκθέσεις», έλεγε. «Υπήρχε, βέβαια, μια διαφορά: οι ομαδικές εκθέσεις εκείνης της εποχής ήταν ιδεολογικές. Οι μεγάλες εκθέσεις της Ολλανδίας και της Ελβετίας, δυο-τρεις από αυτές, ήταν εκθέσεις μεταξύ Αμερικανών και Ευρωπαίων καλλιτεχνών. Ήταν η πρώτη φορά, μεταπολεμικά, που έγιναν τέτοιες εκθέσεις. Ήταν μια ανοιχτή συνομιλία των καλλιτεχνών που έφεραν τη δική τους κουλτούρα. Για μένα οι εκθέσεις πρέπει να γίνονται γι’ αυτόν το λόγο».

Ο Γιάννης Κουνέλλης πάντα πίστευε ότι ο καλλιτέχνης δημιουργεί για δικό του λογαριασμό. Η κατανόηση από τον θεατή είναι μια προϋπόθεση του διαλόγου, μέσα στον οποίο μπορεί να μιλήσει με μεγαλύτερη ελευθερία. Το ζήτημα της σύγχρονης τέχνης δεν αφορά μόνο την αισθητική της αλλά και την ηθική και την ιστορία. Και μέσα στην ιδέα της ομορφιάς ενυπάρχει και αυτή του θανάτου. Η οποία παραμένει κυρίαρχη ως ιδέα, μέχρι το τέλος. «Τι σημαίνει σύγχρονη τέχνη;» ρωτούσε συχνά. «ένα γλωσσικό γεγονός. Από τις “Δεσποινίδες της Αβινιόν” του Πικάσο μέχρι σήμερα. Το ζήτημα είναι γιατί και πως φτιάχνεις ένα έργο. Ο λόγος που το φτιάχνεις. Η δική μου γενιά το έκανε για διαλεκτικούς λόγους. Για να ξεπεράσουμε τα σύνορα χωρίς τίποτα, έτσι. Χωρίς να υπάρχει ένα έργο. Απλώς για να συναντήσεις, να βρεις τον άλλον, να ελπίσεις να σου πει κάτι και να έχει δίκιο. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η τέχνη δεν μπορεί να έχει εθνικό χαρακτήρα αλλά γενικό. Εμείς είμαστε δυτικοί. Ο ανοιχτός χαρακτήρας του δυτικού πολιτισμού υπήρχε πάντα. Έτσι και ο φιλελεύθερος, ανοιχτός χαρακτήρας της τέχνης δεν μπορεί παρά να έχει ως κέντρο τον άνθρωπο. Για να συναντήσεις τον άνθρωπο πρέπει να ταξιδέψεις, να ψάξεις για να τον βρεις. Με αυτό τον τρόπο δεν έχει καμία σημασία αν ένα έργο είναι όμορφο. Ένας καλλιτέχνης δεν κάνει ποτέ άσχημα έργα. Ο μεγάλος πλούτος είναι να πλησιάζεις τον άλλον και να μπορείς να τον καταλαβαίνεις».

Ο  «Guardian» έγραψε ότι ο Κουνέλλης  αντιμετωπίζει το έργο του σαν τις λέξεις και τις εικόνες ενός ποιήματος. Το 2005, όταν το ΑΠΘ αναγόρευσε τον παγκοσμίου φήμης καλλιτέχνη και διανοητή επίτιμο διδάκτορα στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής για το εξαιρετικό εικαστικό έργο του, τη διεθνή του παρουσία και τη θέση του ανάμεσα στις μεγάλες προσωπικότητες του μοντερνισμού, ο Γιάννης Κουνέλλης απήγγειλε το ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη «H μεγάλη άρνηση», «ένα από τα λίγα πράγματα που μετέφερα πάντα μαζί μου και δεν έχω ποτέ ξεχάσει», όπως δήλωσε τότε. «Γεννήθηκα σε μια πόλη μέσα στα τείχη της Αθήνας, στην Καστέλλα και ζω πάλι σε μια πόλη μέσα στα τείχη, στη Ρώμη. Στην Καστέλλα πηγαίνω κάθε φορά που έρχομαι στην Ελλάδα. Όταν έφυγα, δεν ήταν για να γυρίσω. Ήταν για να συνεχίσω το ταξίδι. Πάντοτε. Μέχρι το τέλος. Θα μου πείτε: στο τέλος, φυσικά, υπάρχει και η Ιθάκη… Η Ιθάκη, όμως, είναι παντού. Είναι όπου το ορίσεις, είναι όπου νομίζεις, αρκεί να ξέρεις ότι αυτή εκεί είναι η Ιθάκη».