Με το «Ανκόρ» («Encore»), η «ιερή» τελετουργικότητα του θεάτρου του Θεόδωρου Τερζόπουλου έρχεται να δώσει σάρκα -η λέξη στην κυριολεξία της- σε έναν ύμνο στην πιο άγρια σύγκρουση απ’ όλες, τη μάχη μεταξύ αρσενικού-θηλυκού (και κλείνει την άτυπη τριλογία πάνω στο θέμα της σύγκρουσης που είχε ανοίξει με το «Alarme» και συνέχισε με το «Amor»).

Ένας άνδρας και μια γυναίκα (Αντώνης Μυριαγκός, Σοφία Χιλλ), σαν ένα αρχετυπικό ζευγάρι, κατεβαίνουν ετοιμοπόλεμοι, με σπαθιά στα χέρια, στο πεδίο της μάχης (έναν φωτεινό σταυρό δύο διαδρόμων που διασταυρώνονται εν μέσω σκότους) αποσκοπώντας στην κυριαρχία επί του άλλου… ή στην υποταγή του εαυτού στον άλλο; Η μάχη γρήγορα διαφαίνεται πως είναι άνιση. Η γυναίκα είναι αυτή που δίνει τον τόνο, πότε με το τραγούδι της πότε με τη δράση της, και βρίσκεται σε ρόλο καθοδηγητή· ο άνδρας ξεκάθαρα ακολουθεί. «Πού με πας;» θα είναι το επαναλαμβανόμενο ερώτημά του λίγο πριν το φινάλε, αφότου έχει ξεκινήσει ακόμη ένας γύρος σπαρακτικής αλληλοεξόντωσης. Όμως ο σαρκικός κατασπαραγμός του άλλου, αλλά και η «θυσία» του εαυτού μέσα στον άλλον, λειτουργούν ως ηδονή. «Κι άλλο, κι άλλο. Encore», μονολογούν σαδιστικά και ακατάπαυστα και οι δύο, δοσμένοι απόλυτα στο προσωπικό τους μαρτύριο.

Ανκόρ του Θεόδωρου Τερζόπουλου

Η παράσταση εξελίσσεται μέσα από τέσσερις βασικούς σταθμούς-σκηνές ενός επαναλαμβανόμενου λίγο πολύ μοτίβου συγκρούσεων, με διακυμάνσεις από την απόλυτη επιθετικότητα σε στιγμές γαλήνιου -φευ, για λίγο!- σμιξίματος, που συνεχίζεται εκτός σκηνής – και θα συνεχίζεται όσο υπάρχει θηλυκό κι αρσενικό. Η σωματικότητα κυριαρχεί· τα σώματα των ηθοποιών βρίσκονται σε μια διαρκή συνομιλία· πότε σφιχταγκαλιασμένα, με μια μάλλον κατασπαρακτική διάθεση, πότε σε αρμονικό συντονισμό αντίκρυ το ένα στο άλλο, με ταυτόχρονες κινήσεις στη λογική του «καθρέφτη», πότε στους ρυθμούς ενός tango που, αν και καθιστοί, το χορεύουν παλλόμενοι και γίνεται κι αυτό διάλογος σωμάτων, πότε αλυχτώντας σαν αγρίμια αδυνατώντας να εκφέρουν λόγο.

Εκεί όπου μιλάει το σώμα, οι λέξεις περισσεύουν. Ματώνουν κι αυτές, ανταποκρίνονται στο ψυχικό και σωματικό μαρτύριο των φορέων τους· «βουλιάζουν μέσα στο αίμα, πίνουν αίμα οι λέξεις μου», μονολογούν οι ήρωες. Ο ελάχιστος λόγος, που βασίζεται (και) στην ποίηση του Θωμά Τσαλαπάτη, δεν είναι διαλογικός· λειτουργεί περισσότερο ως ηχώ, επανάληψη των ίδιων φράσεων. Η γυναίκα μοιάζει να τις προτείνει, ο άνδρας ανταποδίδει.

Ανκόρ του Θεόδωρου Τερζόπουλου

Η παράσταση είναι λιτή, γυμνή, με μια λιτότητα που φωτίζει τους συμβολισμούς της (όχι προσδίδοντάς τους απολύτως συγκεκριμένη ταυτότητα, αλλά ανοίγοντας το εύρος της ερμηνείας τους): τα σπαθιά στα χέρια, όπλα επίθεσης και άμυνας μαζί, τον σταυρό που σχηματίζουν οι διάδρομοι του σκηνικού, μαρτυρικό τόπο συνάντησης των δύο σωμάτων, τις αντιθέσεις φωτός και σκοταδιού, που μοιάζουν να αντικατοπτρίζουν το μέσα των ηρώων.

Όσον αφορά στην παράσταση, πρόκειται για ένα κομμάτι καθαρό ως προς την κεντρική ιδέα του, συνεπές στα επιμέρους, άψογα εκτελεσμένο από τους δύο ηθοποιούς εν πλήρη αρμονία με το παραστασιακό συμβάν, τη μεταξύ τους επικοινωνία και τον εαυτό τους-, ανοιχτό σε αναγνώσεις διαφορετικών αποχρώσεων. Όσον αφορά στο παρόν κείμενο, από την άλλη, πρόκειται για μια ελάχιστη προσπάθεια να αποτυπωθεί σε λέξεις η επίγευση μιας παράστασης που απέδειξε και εξύμνησε τη δύναμη του ενστίκτου και της γλώσσας του σώματος.

Ανκόρ του Θεόδωρου Τερζόπουλου

Info παράστασης: Ανκόρ, σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου | 25 Νοεμβρίου 2016 – 29 Ιανουαρίου 2017 | Θέατρο Άττις