Ερειπωμένη επαρχιακή αμερικάνικη κωμόπολη. Νέκρα. Ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Μετα-αποκαλυπτικό τοπίο. Κάτι πήγε άσχημα στον πλανήτη μας πάλι, την πάτησε η ανθρωπότητα πάλι. Αλλά να! Τι πρωτότυπο, μια οικογένεια. Μπαμπάς, μαμά, μια μεγαλύτερη κόρη, δυο μικρά αγόρια. Αυτοί την έχουν σκαπουλάρει. Ως τώρα βέβαια. Γιατί ο κίνδυνος παραμονεύει παντού. Αρκεί να κάνεις λίγο θόρυβο και έχεις υπογράψει τη θανατική σου καταδίκη. Τα τέρατα της ταινίας είναι τυφλά και η μόνη αίσθηση με την οποία μπορούν να σε εντοπίσουν είναι η ακοή τους, ακοή πολύ ισχυρότερη της ανθρώπινης.

Η εναρκτήρια ιδέα του «Ένα ήσυχο μέρος» είναι αν μη τι άλλο καλοδεχούμενη και πολλά υποσχόμενη. Δημιουργεί μια συνθήκη ακραίας σιωπής μέσα στην οποία είναι υποχρεωμένοι να ζουν οι ήρωές της και ταυτόχρονα μια συνθήκη σιωπής στην οποία πρέπει να ενταχθούν άμεσα και οι θεατές. Και σίγουρα τα πρώτα λεπτά της ταινίας κουβαλούν μαζί τους αυτόν τον αέρα της διαφορετικότητας. Ακόμη και η ηχητική κυριαρχία στην αίθουσα του κρατς κρατς από τα ποπ κορν των θεατών, σε βοηθάει να συνειδητοποιήσεις ότι δεν τα μασάνε δυνατότερα από συνήθως, αλλά ότι το διαφορετικό από το σύνηθες είναι η ησυχία του έργου που παρακολουθείς.

Πώς θα ήταν λοιπόν η ζωή αν κάθε θόρυβος μπορούσε να αποδειχθεί μοιραίος; Ένας διαρκής εφιάλτης; Κάτι εξαιρετικά ζόρικο μεν, αλλά ταυτόχρονα κάτι που συνηθίζεις και στο οποίο μαθαίνεις να προσαρμόζεσαι, γιατί όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος; Στο «Ένα ήσυχο μέρος» είτε όλη η υπόλοιπη ανθρωπότητα δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί και μόνο η συγκεκριμένη οικογένεια τα κατάφερε, είτε υπάρχουν ενδεχομένως σαν τη συγκεκριμένη οικογένεια και άλλοι διάσπαρτοι επιζώντες εδώ κι εκεί. Πρωτοσυναντάμε την οικογένεια στην 89η (αν θυμάμαι καλά) μέρα μετά την καταστροφή και μετά μεταφερόμαστε κάνα χρόνο αργότερα. Και στο τέλος μεταφερόμαστε λίγους μήνες ακόμη πιο αργότερα. Θέλω λοιπόν να πω ότι αν η δράση περιοριζόταν σε διάστημα λίγων ημερών, το να παρακολουθούμε τον αγώνα επιβίωσης των μελών μιας οικογένειας, χωρίς να βρίσκουν στο διάβα τους άλλους επιζώντες, δεν θα ήταν γεγονός που θα ξένιζε τόσο.

Εκείνο που προσωπικά με ξενίζει όμως, είναι πως όχι μόνο δεν βλέπουμε άλλους επιζώντες (με μια και μοναδική εξαίρεση), αλλά πως οι ήρωες μοιάζουν να μην ασχολούνται καθόλου με το ζήτημα. Τηρουμένων όλων εννοείται των αναλογιών, ζουν μια κανονική ζωή στο αγρόκτημά τους, το οποίο ήταν πάντοτε άλλωστε αν όχι στη μέση του πουθενά, πάντως όχι και σε κάποιο πυκνοκατοικημένο οικοδομικό τετράγωνο. Την παλιά κανονικότητα της οικογενειακής τους ζωής έχει αντικαταστήσει η νέα. Στη νέα μπορεί να υπάρχει η διαρκώς καιροφυλακτούσα απειλή, μπορεί να υπάρχουν πιο πρωτόγονοι τρόποι να φέρνεις φαγητό στο τραπέζι, μπορεί να υπάρχει η μη λεκτική επικοινωνία παρά μόνο αν γίνεται ψιθυριστά, αλλά ναι, αυτή η οικογένεια φαίνεται πως αυτοκαθορίζεται μια χαρά από μόνη της και είναι μια χαρά αυτάρκης εκτός κοινωνίας. Δεν την αφορά η έλλειψη κοινωνίας, δεν την σκοτίζει ο αφανισμός όλου του υπολοίπου πληθυσμού. Η γυναίκα μάλιστα ετοιμάζεται να γεννήσει και μωράκι, το οποίο είναι πραγματικά μια εξαιρετική ιδέα για την κατάσταση στην οποία έχει έρθει ο πλανήτης. H μόνη τραγωδία δε που στοιχειώνει τους ήρωες είναι -τι άλλο;- οικογενειακή. Τα μόνα θέματα που έχουν οι ήρωες είναι τα των μεταξύ τους σχέσεων και τα του εξωτερικού κινδύνου. Ούτε μια νύξη έτσι για τους τύπους «Ρε παιδάκι μου, κρίμα που χάθηκαν και μερικά δισεκατομμύρια άνθρωποι», ούτε μια νύξη για το αν έχει νόημα να ψάξουν να βρουν άλλους ζωντανούς. Σπιτάκι. Άραγμα. Έξω μόνο για να βρεθεί τροφή.

Δέχομαι προφανώς κάθε αντίλογο ότι προσπαθώ να εξετάσω μια ταινία τρόμου σαν κάτι άλλο, ότι τη βγάζω από τα συμφραζόμενα του genre της και κάνω άκυρες θεωρητικές ακροβασίες. Από την άλλη το «Ένα ήσυχο μέρος» πασάρεται και σαν ψαγμένο, ως και αλληγορικό. Οπότε ναι, δεν μπορώ να μείνω μόνο στο ότι μερικοί άνθρωποι προσπαθούν να επιβιώσουν από τέρατα που ενεργοποιεί ο ήχος, δεν μπορώ να μείνω μόνο στο ότι βλέπουμε ένα συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος και το θέμα είναι να τιναχτούμε από την καρέκλα μας, να μας φάει η αγωνία, να τρομάξουμε, να «διασκεδάσουμε» με τους όρους ενός θρίλερ.

Επιλέγω λοιπόν να αναρωτηθώ. Τι είδους επιβίωση είναι αυτή που δεν τη συνοδεύει ούτε μια στιγμή η οποιαδήποτε σκέψη για το μέλλον; Και η απάντηση δεν είναι ότι το μέλλον των ηρώων εξαντλείται στην αγωνία να μην κάνουν κατά λάθος θόρυβο το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο. Ξαναλέω: η διαφορά είναι ότι δεν μας δείχνει τρεις συνεχόμενες μέρες από τη ζωή τους. Η διαφορά είναι ότι μας τους δείχνει σε διαφορετικά διαστήματα απλωμένα στο χρόνο. Δεν μας τους δείχνει σε μια έκτακτη συνθήκη. Μας τους δείχνει πως έχουν τακτοποιηθεί. Δεν μας τους δείχνει περιπλανώμενους, δεν μας τους δείχνει να μην έχουν χρόνο να σκεφτούν γιατί βρίσκονται υπό κυνηγητό. Μας τους δείχνει σπιτάκι τους. Όπου συνεχίζουν τη ζωούλα τους. Με χίλια μύρια ζόρια μεν, αλλά αυτοί καλά είναι. Δεν έχουν ανάγκη κανέναν άλλον. Αυτοί να συνεχίσουν να είναι καλά. Αυτοί μετράνε. Η απώλεια ενός από αυτούς είναι πιο τραγική από την απώλεια δισεκατομμυρίων άλλων.

Κι αν όλα πάνε καλά, τι; Τα παιδιά θα μεγαλώσουν και θα κάνουν παιδιά μεταξύ τους; Ή τότε θα αρχίσει να τίθεται το θέμα να ψάξουμε να δούμε αν έχει γλιτώσει κανείς άλλος. Κι αν τυχόν βρεθεί, να τον φέρουμε κι αυτόν σπιτάκι. Να μεγαλώσει η οικογένεια. Αν όχι την μεγαλώνουμε και μεταξύ μας, μωρέ. Ακόμη καλύτερα ίσως. Δεν χρειάζεται ξένα σώματα η οικογένειά μας. Δεν χρειάζεται άλλους ανθρώπους η οικογένειά μας. Εμείς κοιτάμε τη δουλίτσα μας. Δεν μας αφορά ο άλλος κόσμος. Από τα τέρατα να επιβιώνουμε. Εμείς. Ο θεσμός μας. Το κύτταρο αυτό. Που εν προκειμένω είναι και το όλο σώμα. H έννοια κοινωνία είναι μια κατασκευή. Οι άλλοι είναι εξ ορισμού ξένοι. Όταν υπάρχει στέγη, κάτω από την οποία ζουν πατέρας, μάνα και παιδιά, υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος.

Από ένα σημείο και ύστερα άρχιζα να παρακολουθώ το «Ένα ήσυχο μέρος» σαν μια παραλλαγή του «Κυνόδοντα». Μπορώ να τις βάλω άνετα δίπλα – δίπλα. Μπορώ να σκεφτώ τα αλιενοειδή τέρατα του «Ήσυχου μέρους» να σκίζουν το πουκάμισο του Χρήστου Στέργιογλου και να εμφανίζεται αυτός ματωμένος μπροστά στα παιδιά του, μπορώ να σκεφτώ ένα νέο κανόνα στη βίλα της οικογένειας του «Κυνόδοντα», έναν κανόνα που να λέει ότι αν μιλήσεις δυνατά, τα τέρατα έξω από από το φράκτη θα μπουκάρουν και θα παραβιάσουν το οικογενειακό άσυλο. Αλλά αν έχω να διαλέξω οικογένεια, θα διαλέξω του «Κυνόδοντα». Αυτή τουλάχιστον ζει στην κοσμάρα της κι αποκομμένη από τον έξω κόσμο, χωρίς ο έξω κόσμος να έχει αφανιστεί. Σαφώς λιγότερο νοσηρό.