«Τούτο το βιβλίο είναι αυτογενές και αυθύπαρκτο. Δεν ανήκει σε καμία σχολή και δεν ακολουθεί καμία τάση. Δεν μπαίνει σε καμία κατηγορία. Δεν είναι «ρεαλιστικό», ούτε «αισθηματικό». Δεν έχει τίποτα που να μπορείς να πιάσεις και να το ονομάσεις», γράφει η May Sinclair για τα Ανεμοδαρμένα Ύψη της Έμιλυ Μπροντέ. Το μνημειώδες κλασικό της έργο είναι και το μοναδικό της  μυθιστόρημα που εκδόθηκε το 1847, με το ανδρικό ψευδώνυμο Ellis Bell. Οι κριτικές ήταν αρνητικές «με διαβόλους να χορεύουν και λύκους να ουρλιάζουν φτιάχνουν κακά μυθιστορήματα», με τη συγγραφέα να επικρίνεται ως «πείσμων, αγροίκος, δύσθυμος και το μυθιστόρημα ένα αποταμίευμα βέβηλης κακίας». Έπρεπε να μεσολαβήσουν μερικά χρόνια για να γίνει αποδεκτό ως ένα από τα σημαντικότερα έργα της εποχής που αργότερα καθιερώθηκε με τον όρο κλασικό. «Η εμπνευσμένη σύλληψη της Έμιλι είναι μεγάλη και ευρεία», γράφει η Βιρτζίνια Γουλφ. «Το κίνητρο της δημιουργίας της δεν ήταν οι δικές της τραυματικές εμπειρίες. Κοίταξε έξω τον κόσμο –ένα διχασμένο κόσμο γιγαντιαίας αταξίας – κι ένιωσε μέσα της τη δύναμη να τον κλείσει ενοποιημένο σε ένα βιβλίο».


Ο Σίμος Κακάλας και η Έλενα Μαυρίδου ετοιμάζονται να ανεβάσουν τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» στο θέατρο Χώρος, σε δύο ξεχωριστές παραστάσεις, με τη μορφή πρώτου και δεύτερου μέρους, από τις 23 Μαρτίου και το φθινόπωρο του ‘18 αντίστοιχα. «Όταν διάβασα το βιβλίο πρώτη φορά, ήμουν λίγο μεγαλύτερη από έφηβη», λέει η Έλενα Μαυρίδου που ανέλαβε τη δραματουργική επεξεργασία του έργου. «Αγκιστρώθηκα χωρίς να μπορώ να καταλάβω τι είναι αυτό ακριβώς που με γοητεύει τόσο πολύ σε αυτή την ιστορία. Αργότερα μέσα στα χρόνια μελετώντας το, κατάλαβα. Είναι ένα έργο που μπορεί να σε μαγνητίσει, χωρίς όμως να σου δίνει απαντήσεις για τη φύση του. Πολλά μπορείς να πεις για αυτό το έργο, πολλά μπορείς να πεις για αυτές τις αδερφές που ήταν μόνες στους στα βουνά σε ένα τοπίο άγριο, σε μια βιβλιοθήκη και διάβαζαν ποίηση μέσα στη σιωπή».

Τα αδέρφια Μπροντέ μεγάλωσαν στον πρεσβυτέριο του πατέρα τους, είχαν πρόσβαση στην πλούσια βιβλιοθήκη του πατέρα όπου αφθονούσαν τα έργα του Γουόλτερ Σκοτ, του Μπάιρον και των άλλων πατριαρχών του ρομαντικού κινήματος. Το σπίτι τους ήταν ένα πραγματικό λογοτεχνικό εργαστήρι, όπου όταν τελείωνε το χαρτί, έγραφαν στις ταπετσαρίες, ακόμα και στα χαρτιά περιτυλίγματος. Σαφής εικόνα για τη ζωή της δεν υπάρχει εκτός απ’ όσα έγραψε γι’ αυτήν η αδελφή της Σαρλότ. Η Έμιλυ ήταν λεπτή στην εμφάνιση, αλλά σπάνια αρρώσταινε. Η ωχρή και λεπτή όψη της φαινόταν εύθραυστη και συχνά η άκομψη σιλουέτα της, εν μέρει αποτέλεσμα απροσεξίας στο ντύσιμό της, την έκανε να φαίνεται περίεργη. Συνήθιζε να μπαίνει σ’ ένα δωμάτιο όπου υπήρχαν επισκέπτες, με κατεβασμένα τα μάτια, έπαιρνε ένα βιβλίο που χρειαζόταν και έφευγε χωρίς να ρίξει μία ματιά.

«Όταν μελετάς ένα έργο και φαντάζεσαι αυτόν που το έχει γράψει, είναι σαν να του στέλνεις ένα κρυφό γράμμα, είναι σαν να κάνεις ένα ταξίδι στο χρόνο σε μια περιοχή που δεν έχει να κάνει με το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, η φαντασία σου οξύνεται και αρχίζεις να οραματίζεσαι και το πρόσωπο του συγγραφέα», λέει η Έλενα Μαυρίδου. «Η Μπροντέ ήταν ένας άνθρωπος πολύ κλειστός, ένας άνθρωπος που δεν μπορούσες χωρίς τίμημα να πλησιάσεις, όπως έλεγε η αδερφή της. Αυτή η γυναίκα ήταν απορίας άξιο πώς σε ηλικία 27 ετών συνέθεσε ένα τέτοιο έργο. Αν μελετήσει κανείς τη βιογραφία της, μπορεί να καταλάβει ότι δεν μπορεί να πάρει απαντήσεις για το πώς συνέβη αυτό.

Όταν λοιπόν εγώ τη σκέφτομαι, σκέφτομαι μια γυναίκα μόνη της μέσα στο σκοτάδι να κάθεται και να γράφει. Μια αινιγματική φιγούρα που έγραψε ένα έργο που μοιάζει με την αίσθηση του αέρα που σε χτυπάει σε δύναμη και σε κρυώνει, αλλά σε ανακουφίζει κιόλας. Είναι ένα ρέκβιεμ στην απώλεια, την εσωτερική αίσθησή της από τότε που γεννιόμαστε και αρχίζουμε και συνθέτουμε προσωπικότητα. Πρόκειται για την αίσθηση του κενού που έχουμε μέσα μας, είναι αυτή η περιοχή. Το υπερβατικό της έργο είναι ένας ύμνος και ένα τραγούδι σε αυτή την περιοχή. Όπως η άγρια θάλασσα που σκάει πάνω στα βράχια. Κάτι μπορείς να πεις γι’ αυτό, αλλά η αίσθηση που σου δημιουργεί είναι πιο ισχυρή από τα λόγια, τις λέξεις».

Τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» είναι μια ιστορία με εξαιρετική δύναμη φαντασίας, που υφαίνεται γύρω από μίση και πάθη και τοποθετείται στην περιοχή των βάλτων του Γιόρκσαιρ. «Το μυθιστόρημά της ψηλαφεί ένα είδος εμπειρίας που δεν εμφανίζεται συχνά στα λογοτεχνικά έργα. Έχει μια ποιότητα πόνου, γράφει ο G.D. Klingopulos. «Είναι ανώνυμη. Δεν είναι πλήρης. Την εκφράζουν ίσως κάποιες αγγλικές μπαλάντες , αλλά σπάνια θα τη συναντήσουμε στα έργα της λόγιας λογοτεχνίας. Η έκφραση αυτής της εμπειρίας είναι ταυτόχρονα μια πράξη απελπισίας και μια πράξη αναγνώρισης ή λατρείας. Αναγνώριση μιας απόλυτης ιεραρχίας. Θα τη βρούμε στον Αισχύλο. Αλλά και στους γνήσιους χωρικούς. Σε μέρη που δεν παράγουν παρά τα στοιχειώδη της ζωής…. Δε θα τη βρούμε συχνά στην Αγγλία. Πλουτίζει το ευρωπαϊκό πνεύμα με ένα νηφάλιο ασκητισμό».

«Πριν πολλά χρόνια μίλησα στον Σίμο για αυτό το έργο, για την ψυχή και την καρδιά που έχει και θα μου άρεσε να συνομιλήσουμε για αυτό το έργο. Κάποια στιγμή το διάβασε αυτό το κείμενο θηρίο και του άρεσε και έτσι ξεκινήσαμε», λέει η Έλενα Μαυρίδου για την απόφαση να αναμετρηθούν και να ακολουθήσουν ένα έργο μνημειώδες. «Η σχέση μου με το έργο με τάραξε και με αναστάτωσε, με πήγε σε μια περιοχή για την οποία δεν μπορώ να πω πολλά. Αναγνώρισα ότι ταυτίστηκα με την Κάθριν, αλλά όχι γιατί είναι μια γοητευτική ηρωίδα ή για να την υποδυθώ, δεν ήταν το θέμα μου, αλλά ένιωθα κάτι μέσα μου που ήταν συγγενές. Ανοίγοντας μετά το έργο συγκλονίστηκα όταν είδα στο χαρτί όλους τους χαρακτήρες, βρίσκεται στο όριο της πραγματικότητας και της αλήθειας δημιουργώντας χαρακτήρες με φοβερά πάθη, ακραίες συμπεριφορές και το κάνει απόλυτα πιστευτό, για μένα αυτό είναι η μεγάλη τέχνη. Μαγεία».

Στα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» έχουμε πολλαπλούς αφηγητές και αφήγηση μέσα στην αφήγηση. Ο αρχικός αφηγητής είναι ο κύριος Λόκγουντ, ένας κάτοικος της πόλης, περαστικός από τα Ανεμοδαρμένα Ύψη (Πύργο) που θέλγεται από την ομορφιά του τοπίου και του σπιτιού (Βίλα) και επιθυμεί να το νοικιάσει από τον Χήθκλιφ. Έτσι έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τον μυστηριώδη και άξεστο οικοδεσπότη. Στη Βίλα που τελικά νοικιάζει, έχει ως μοναδική συντροφιά του στην ερημιά την ηλικιωμένη οικονόμο Νέλλυ Ντην, την οποία παρακαλεί να του αφηγηθεί την ιστορία των παράξενων ενοίκων που γνώρισε στον Πύργο. Από εκεί και πέρα αναλαμβάνει τα ηνία της αφήγησης η οικονόμος, η οποία γνωρίζει από πρώτο χέρι όλες τις λεπτομέρειες, αφού έχουν μεγαλώσει στα χέρια της τόσο οι πρωταγωνιστές της ιστορίας, όσο και τα παιδιά τους.

«Κάθε απόπειρα που κάναμε να το δραματοποιήσουμε», ομολογεί η Έλενα Μαυρίδου, «να φτιάξουμε δηλαδή σκηνές που να εμπεριέχουν σκηνοθετικές οδηγίες, απέτυχε, γιατί είδαμε ότι η αφήγηση είναι ο μεγάλος πυρήνας του έργου. Η Μπροντέ χρησιμοποιεί τον διπλό αφηγητή, ο ένας αφηγητής παραδίδει τη σκυτάλη στον άλλο. Αυτό είναι κάτι στο οποίο δώσαμε μεγάλη βαρύτητα και είναι ένα δέλεαρ να ασχοληθείς με τη φύση της αφήγησης του έργου, γιατί δε μπορείς να κόβεις και να ράβεις, θα πρέπει να πας με τη ροή του πράγματος. Οπότε μειώσαμε τον όγκο του έργου με μεγάλο σεβασμό χωρίς να πειράξουμε τα δομικά του στοιχεία, κρατώντας την επαναληπτικότητα και χωρίς να χάνουμε τον ρυθμό που έχει δώσει η Μπροντέ. Γιατί αν το μελετήσεις το έργο, σου συμβαίνει το εξής καταπληκτικό:  Λέει η αφηγήτρια “θα περάσω τώρα μετά από κάποια χρόνια” και ο Λόκγουντ της λέει “όχι, θέλω να ακούσω όλες τις λεπτομέρειες” και αυτό είναι σαν να κλείνει η συγγραφέας το μάτι στον αναγνώστη και του λέει θα πάρει χρόνο, μη βιάζεσαι να δεις τι γίνεται παρακάτω. Είναι συγκλονιστικό το πώς αυτή η γυναίκα αφαιρεί το χαλί κάτω από τα πόδια κάθε θεωρίας, είναι καταπληκτικό το πώς κάνει μια πλήρη αφήγηση με αρχή, μέση και τέλος. Συμβαίνουν τρομερά πράγματα και εξελίσσονται παράλληλα. Γι’ αυτό όταν μπλέξεις με αυτό το έργο δεν ξεμπλέκεις ποτέ.

Έτσι, δεν έκανα καμία μελέτη στα γλωσσικά, δεν ακουμπάμε τις λέξεις, εμπιστεύτηκα απόλυτα τον μεγάλο μεταφραστή Άρη Μπερλή και τη μετάφρασή του και κυρίως την εισαγωγή του στη μετάφραση. Τα στοιχεία που έχει συγκεντρώσει εκεί είναι αρκετά για να κάνεις δέκα παραστάσεις. Οπότε, κάποιος που θα έρθει να δει τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη», δε θα δει ένα πειραγμένο έργο, ούτε θελήσαμε να το δούμε σαρκαστικά. Θα υπάρχει η αφήγηση πολύ καθαρά. Σκηνοθετικά παίζει με το φως και το σκοτάδι, με τους ήχους της φύσης και τα στοιχεία, γιατί άνθρωποι και φύση ενώνονται στο έργο. Πιο πολύ θα δει μια παράσταση που δείχνει την αγάπη μας και τη μελέτη μας για αυτό το έργο, στου οποίου βαδίζουμε τα βήματα. Εμείς ανεβάζουμε το έργο σαν αφορμή για να δημιουργήσουμε ένα πεδίο συζήτησης γύρω από τα ζητήματα του έργου, αλλά μπορεί και να μη συμβεί αυτό, είναι όμως η πρόθεσή μας, είναι ό,τι κατά βάθος επιθυμούμε για να νιώσουμε ζωντανοί. Μέσα από τη φύση και τη βαθιά μας σχέση με τους άλλους. Αυτό αναζητάμε.


Info παράστασης:

 Ανεμοδαρμένα Ύψη | 23 Μαρτίου – 29 Απριλίου 2018 | Θέατρο Χώρος