Μετά από τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, την υπαρξιακή φαντασμαγορία που παρουσίασε η Αργυρώ Χιώτη και η ομάδα Vasistas στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, επιστρέφει στην προσφιλή της μικρή φόρμα και ετοιμάζεται να κάνει πρεμιέρα στο θέατρο Πόρτα με τον Αληθινό, μια παράσταση που ξεκινά από τα παραμύθια και τις ιστορίες που άκουγε από τη γιαγιά της. Η Αργυρώ ετοιμάζει μια ονειρική, όπως την αποκαλεί, αφήγηση με τη μορφή τραγουδιού και τη συναντήσαμε για να μας πει περισσότερα για την παράσταση που ετοιμάζει.

Πώς ήταν η εμπειρία της μεγάλης παραγωγής που κάνατε;
Ήταν κάτι καινούργιο για εμάς και για εμένα. Ήθελα να αντεπεξέλθω σε όλα τα επίπεδα, σε ένα άλλο μέγεθος. Πήγε ωραία, αλλά με κούρασε. Δηλαδή είχα ανάγκη από κάτι μικρότερο. Έτσι επιστρέφω σε ένα θέμα πιο μικρό, πιο μαζεμένο και πιο οικείο.

Εσύ έχεις αναπτύξει μια δική σου γλώσσα στο θέατρο, μια δική σου εικόνα. Πώς θα περιέγραφες αυτό που κάνεις, σε κάποιον που δεν έχει δει τη δουλειά σου;
Καταρχάς προσπαθώντας να βάλω κι εγώ σε λέξεις αυτό που κάνω, βρήκα τώρα τελευταία μια φράση για να το εκφράσω και λέω ότι κάνω ολιστικό θέατρο. Μοιάζει με όρο της ιατρικής, έχει και την έννοια της θεραπείας, αλλά για μένα η τέχνη οφείλει να είναι και θεραπευτική ακόμα κι αν σε ξεβολεύει ή σε ταρακουνάει, ακόμα και αν ενοχλεί. Επίσης η τέχνη για μένα μπορεί να αντιμετωπίζει όλα τα στοιχεία της σκηνής ισότιμα. Τη γλώσσα, το κείμενο, το λόγο, την εικόνα και το φως και τη μουσική και την κίνηση. Εκεί δίπλα μπορούμε να βάλουμε και την ταμπέλα της ενέργειας. Επειδή δουλεύω πολύ με αυτό τον τρόπο, θέλω τα πράγματα να ρέουν και από τα σώματα και από τα σύνολα και τις μονάδες. Αυτό είναι σίγουρα ένας προσωπικός τρόπος με τον οποίο προσπαθώ κάθε φορά να επικοινωνήσω καταθέτοντας ό,τι πιο ειλικρινές μπορώ να καταθέσω. Και συγχρόνως να φτάνω και στα όρια αυτού που μπορώ να καταθέσω.

 Αργυρώ Χιώτη

Αργυρώ Χιώτη

Ποια πιστεύεις ότι είναι η πιο μεγάλη δυσκολία και ποιος είναι ο πιο ισχυρός κρίκος στην επικοινωνία με το κοινό σου;
Υπάρχει και η δυσκολία και το δέσιμο. Όλες μου οι παραστάσεις απευθύνονται στις αισθήσεις, αυτό είναι κάτι που επιδιώκω και το θέλω ακόμα και ως θεατής. Θέλω στη διάρκεια της παράστασης να παύει για λίγο, να ησυχάζει η σκέψη, η εγκεφαλική λειτουργία, για να μπορεί κάτι να βαθύνει με άλλο τρόπο. Αυτό το παθαίνουν, συμβαίνει σε θεατές που αφήνονται, βλέπουν την παράσταση ως εμπειρία και αφήνονται και το απολαμβάνουν. Άνθρωποι που έχουν συνηθίσει να βλέπουν θέατρο με ένα πολύ συγκεκριμένο τρόπο και περιμένουν κάτι τέτοιο αντίστοιχα, εκπλήσσονται ή μένουν απέξω και μπορούν να δουν την εικόνα μόνο ή την ιδέα. Όλα συμβαίνουν με τους θεατές.

Εσύ τι θα έκανες για να παρασύρεις ένα θεατή στον κόσμο σου;
Πέρσι είχαμε μια εμπειρία με τις παραστάσεις της Στέγης, όπου κάναμε ένα σαν εργαστήριο, μέσα στο οποίο μπορούσαμε να ζυμωθούμε, δεν ήταν απλώς μια συζήτηση. Αυτό ήταν κάτι πολύ δημιουργικό και για τους μεν και για τους δε. Αυτό που νομίζω για τη δουλειά μου είναι πως δεν κάνω παραστάσεις γι’ αυτό που λέμε «εκπαιδευμένο» κοινό. Δηλαδή, άνθρωποι που δεν έχουν δει ποτέ παραστάσεις στη ζωή τους θα έρθουν και θα μπουν πιο εύκολα στο νόημα, γιατί μπορεί να αφεθούν, να μπουν μέσα στο θέμα, να τους αγγίξει και να το καταλάβουν. Δεν είναι κάτι απρόσιτο. Έχω μια αντίληψη του κόσμου, αν μπορώ να το πω έτσι και αυτό που με απασχολεί πάντα είναι η επικοινωνία με τους ανθρώπους. Θέλω να δίνω κλειδιά για να μπορέσει κάποιος να βουτήξει σε αυτό που δείχνω.

Η ιστορία σας με τη φετινή παράσταση πώς ξεκίνησε;
Ας ξεκινήσω από την ιστορία της γιαγιάς μου. Λεγόταν και εκείνη Αργυρώ Χιώτη, καταγόταν από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας. Τα παραμύθια που μου έλεγε τα άκουγα για πολλά χρόνια και κάποια στιγμή τα ηχογραφούσαμε με τον αδερφό μου. Είναι σπάνια παραμύθια προφορικής παράδοσης χωρίς δράκους και πριγκίπισσες. Είναι ρεαλιστικές ιστορίες, δεν είναι τρομερά κείμενα, οπότε για πολλά χρόνια είχα αυτό το υλικό και δεν ήξερα τι να το κάνω. Όταν είχα μιλήσει για το υλικό αυτό στο Θωμά Μοσχόπουλο με προέτρεψε να κάνω παράσταση, αλλιώς δε θα το αποφάσιζα. Η αξία τους. όπως κατάλαβα όταν τα ξανάπιασα, προκύπτει από την ίδια την εμπειρία της αφήγησης που είχα από το φυσικό πρόσωπο, δηλαδή από τη γιαγιά μου.

Τι θέμα έχουν οι ιστορίες αυτές;
Είναι γεμάτες όπως είπα ρεαλιστικά νοήματα, τις αξίες που είχαν οι άνθρωποι τότε, το πώς ξεκινούσαν από το μηδέν για να φτιάξουν ένα βιος, ένα σπίτι, τι σημαίνει σωστός άνθρωπος, σωστή οικογένεια με όλο τον συντηρητισμό που μπορεί να φέρνει αυτό το πράγμα και που δεν έχει αλλάξει πολύ μέχρι σήμερα, γιατί ακόμα και τώρα για έναν τέτοιο μικρόκοσμο σκεφτόμαστε. Από όλες αυτές τις ιστορίες, διαλέξαμε δυο διαφορετικές μεταξύ τους. Η μια λέγεται «της τύχης τα γραμμένα», είναι ένα μεγάλο παραμύθι που χονδρικά λέει πως δε μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που σου γράφει η μοίρα, και το άλλο αφορά την τύχη που, όπως έλεγε η γιαγιά μου, τη χτίζεις μόνος σου.

Κάνοντας μια παράσταση που έχει σχέση με το παρελθόν, τι σκέφτεστε για το παρόν;
Σίγουρα αυτή η στιγμή της παράστασης έχει να κάνει και με τη δική μου προσωπική στιγμή, την απώλεια της μητέρας μου, έχει να κάνει με το παρελθόν μου, αλλά και με ένα συλλογισμό για την ύπαρξη. Και φυσικά με τον επαναπροσδιορισμό μου ως πρόσωπο που προχωρά πιο μόνο στη ζωή. Η ιστορία που φτιάξαμε μιλά για μια αλυσίδα γυναικών και τις ιστορίες τους. Στη σκηνή υπάρχουν τέσσερις γυναίκες και πέντε αφηγήσεις. Καθεμιά από αυτές τις γυναίκες, έφερε τη δική της προσωπική αφήγηση με τη γιαγιά της. Το υλικό είναι εντελώς διαφορετικό, έχει εντελώς ξεχωριστή ταυτότητα. Η μια έφερε κάτι λυρικό, παραμυθένιο, με ένα προβληματισμό που έχει να κάνει με ένα ζευγάρι που φτιάχνει ένα σπίτι, η δεύτερη έφερε κάτι ποιητικό και πυκνό, η τρίτη έφερε κάτι πολύ δωρικό, ένα ημερολόγιο με τόπους και ημερομηνίες και η τέταρτη κάτι εντελώς προφορικό με το οποίο απευθύνεται στη γιαγιά της. Στη συνέχεια φτιάχτηκε ένας ιστός σαν μια ανοιχτή επιστολή δική μας προς τις γιαγιάδες μας, που είναι ο πιο μακρινός πρόγονος που έχουμε γνωρίσει.

Σε αυτή την παράσταση που ετοιμάζετε, ποιο είναι το κομμάτι που σας συγκινεί;
Το συγκινητικό σε αυτή την παράσταση είναι ότι οι ιστορίες αγγίζουν τον καθένα ξεχωριστά. Όσο μεγαλώνουμε βλέπουμε τους γονείς και τους παππούδες μας, όχι μόνο σαν συγγενείς μας, σαν οικογένεια, αλλά παίρνουμε μια απόσταση και τους βλέπουμε σαν ανθρώπους που έκαναν λάθη, που είχαν αδυναμίες. Ακούγοντας αυτές τις ιστορίες επί σκηνής είναι σαν να ξαναπαίρνεις μια πορεία ενηλικίωσης. Και μέσα στο συλλογικό που μας περιβάλλει βλέπεις και τη δική σου θέση, τη δική σου τοποθέτηση στον κόσμο. Το πού στέκεις και πόσο μας επηρεάζουν όλα αυτά που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά. Ο καθένας μας βλέπει αλλιώς και το χθες και το σήμερα. Ας πούμε, στην πορεία της παράστασης που συν-σκηνοθετούμε με τον Αντώνη Αντωνόπουλο, εκείνος μπορούσε να δει αυτό το ζόρικο υλικό με άλλη ματιά, πιο καθαρή, είχε άλλο μάτι και άλλη απόσταση για το πώς θα κρατηθεί το μέτρο, δηλαδή πώς θα επικοινωνηθεί αυτή η εσωτερική πράξη που κάνουμε. Και η συμβολή αυτού του βλέμματος ήταν αληθινά πολύτιμη για να μη χαθούμε.

Μου έχετε περιγράψει την παράσταση σαν μια νησίδα μουσικής.
Ακριβώς. Είναι μια νησίδα που δεν ακουμπά ακριβώς στο πάτωμα. Εκεί επάνω βρίσκονται οι τέσσερις ηθοποιοί, οι τέσσερις γυναίκες που έχουν φτιάξει ένα μικρόκοσμο στην ουσία, πάνω στον οποίο τραγουδούν και παίζουν όργανα και μέσα από τη μουσική που παίζουν μεταφέρονται οι αφηγήσεις καθεμιάς. Αυτοσχεδιάζουν μουσικά, αυτές φτιάχνουν το ηχητικό αλλά και το φωτιστικό τοπίο, ακόμα και τα χρώματα που έχει κάθε αφήγηση. Η βασική συνθήκη είναι η μουσική, είναι αυτή που μας πηγαίνει στη μνήμη και το λόγο και τις αναμνήσεις και στη συνέχεια μας φέρνει και στο σήμερα και μας ζητά να μην αντισταθούμε σε αυτά που θα ακούσουμε.

Info παράστασης:

«Ο Αληθινός» από την ομάδα VASISTAS | 23 Δεκεμβρίου 2017 – 1 Απριλίου 2018 | Θέατρο Πόρτα