Ο θάνατος της Αρλέτας με ταρακούνησε, λες και με βρήκε απροετοίμαστο. Δεν την ήξερα τη γυναίκα προσωπικά, αλλά είχα (και έχω) μια πολύ προσωπική σχέση με τη μουσική της. Η Αρλέτα είχε ένα χαρακτηριστικό που πολύ το αγαπώ: τραγουδούσε ήσυχα, με μια σπάνια τρυφερότητα, μια τρυφερότητα ποιητική αλλά καθόλου φορετή (εξ ου και ενίοτε άγρια). Είναι πολύ ακριβή αυτή η ησυχία, είναι η δήλωση του ανθρώπου που δεν έχει να αποδείξει τίποτα σε κανέναν.

Η Αρλέτα ήταν κάτι σαν Ελληνίδα Τζόνι Μίτσελ – αν εξαιρέσουμε ότι είπε και τραγούδια άλλων εκτός από τα δικά της. Η κατεξοχήν νεοκυματική μορφή (χαρακτηρισμός που αργότερα πέταξε από πάνω της με το γνωστό μπλαζέ και ατάραχο ύφος της), με την κιθάρα στο χέρι και το μαλλί α λα γκαρσόν, ακούστηκε ανά την επικράτεια να τραγουδάει «Μια φορά θυμάμαι μ’ αγαπούσες» των Γ. Σπανού – Γ. Παπαστεφάνου.

Με τραγούδια του Νίκου Χουλιαρά και του Νότη Μαυρουδή επεβλήθη με την σχεδόν έμμετρη απαγγελία της – δεν ήταν τραγούδι αυτό, καμιά δεν τραγουδούσε έτσι στην Ελλάδα του ’60, με τόση εσωτερικότητα, σχεδόν ψιθυριστά. Αλλά στη διαπασών «το ακριβό γούστο και το γνήσιο αίσθημα» (λόγια του Χατζιδάκι για την Αρλέτα). Η ίδια μαγεία στην ερμηνεία της και στην «Τρίτη Ανθολογία» του Σπανού, γέμισαν τα σπίτια μας ομίχλη που έμπαινε από παντού.

Αργότερα, ο Λάκης Παπαδόπουλος και η Μαριανίνα Κριεζή. «Δεν θέλω να σε ξαναδώ, μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα» και «Μπατίντα ντε κόκο». Τραγούδια πανέμορφης ελαφράδας, εκπληκτικής κομψότητας. Απενοχοποιημένος ρομαντισμός για την Ελλάδα του ’80, τραγούδια για τις γωνιές και τις σκιές της πόλης. Μέχρι και η σούπα των διαρκών επανεκτελέσεων δεν κατάφερε να κλέψει τη λυρική μαγεία της πρώτης ηχογράφησης από το «Ακόμα κι αν φύγεις για το γύρο του κόσμου».

Αλλά και στις δεύτερες εκτελέσεις, όταν σπανίως τις έκανε, η Αρλέτα έκλεβε το τραγούδι εντελώς: όταν ξανατραγούδησε το «Ανατολικά της Εδέμ» των Κραουνάκη – Νικολακοπούλου (πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Μαρίνος) το τραγούδι έγινε με έναν τρόπο της Αρλέτας, αυτό το «Amour? Toujours» κανείς δεν μπορούσε να το πει έτσι. Ο δίσκος της με τα τραγούδια του Χατζιδάκι είναι πραγματικά εκπληκτικός, ένα κομψοτέχνημα. Υπάρχουν τραγούδια, όπως η «Κρασογιώργαινα» (κείμενο Ν. Καζαντζάκη), όπου η Αρλέτα δίνει την οριστική θα λεγες ερμηνεία, σταμπάρει το τραγούδι και το απογειώνει.

Όταν άρχισε να γράφει τα δικά της τραγούδια, μελοποίησε πρώτα ποιήματα της ιδιαίτερης Παυλίνας Παμπούδη, συμφοιτήτριας της από την Καλών Τεχνών (η Αρλέτα ήταν ικανή ζωγράφος και σχεδίαζε μόνη τα εξώφυλλα των δίσκων της). Και μας φανερώθηκε ως σπουδαία τραγουδοποιός, μια γυναίκα στωική και με τη σοφία του χιουμορίστα: «Είναι δώδεκα η ώρα, είν’ η ώρα των τρελών / κάπου θα σε συναντήσω, κάπου θα σε βρω» τραγούδησε το 1981 και πέντε χρόνια μετά «Στης σχιζοφρένειας τον καιρό / γεννήθηκα κι εγώ». Άνθρωποι λανθάνουσας ταχύτητας, άνθρωποι που δεν ένιωθαν να χωρούν στην χλαπαταγή της δεκαετίας του ’80, βρήκαν στην Αρλέτα μια φωνή να τους εκφράσει: με μια κιθάρα, το μόνιμο υπομειδίαμα και ελαφρώς σηκωμένο φρύδι η Αρλέτα ήταν εκεί να μας θυμίζει έναν μέσα κόσμο, μια Ελλάδα υποδόρια.

Στη δεκαετία του ’90 το smash hit ήταν το «Μπαρ το Ναυάγιο»: σε μια μπάρα η Αρλέτα και ο άγιος τα πίνουν και συζητούν πως «αν θες ν’ αγιάσεις πρέπει ν’ αμαρτήσεις». Στο τέλος ο παπάς πλήρωσε και το λογαριασμό. Αλλά η Αρλέτα συνέχισε: τραγούδησε με τον Πάνο Κατσιμίχα θυμίζοντάς μας ότι αυτό που πάντοτε ζητάμε από τον άλλον είναι «μια εκδρομή, στο φως μια διαδρομή» και έγραψε για τη Σοφία Βόσσου το μάντρα των απανταχού εγκρατών: «Αν είναι να κολαστώ / θέλω μόνο μαζί σου». Συμπύκνωσε σ’ ένα ρεφραίν τον τρόπο που νιώθουν (ή που θέλουν να νιώθουν) οι απέξω: «Γιατί είμαι ένα νησί μέσα στην πόλη / Κανείς δε με γνωρίζει κι ας με ξέρουν όλοι».

Η μαγεία της Αρλέτας είναι εμφανής και σε τούτο: έκανε τις καλύτερες εκτελέσεις ελαφρών τραγουδιών. Αττίκ, Σουγιούλ, Γιαννίδη: καμιά δεν τα τραγουδούσε σαν αυτήν. Είχε ο τρόπος της μια αρχοντιά αλλά χωρίς πόζα, μια ευαισθησία αλλά χωρίς μελούρα, μια νοσταλγία αλλά χωρίς παρελθοντολαγνία. «Ζητάτε να σας πω» τραγουδούσε και πίστευες ότι ο Αττίκ το έγραψε για να τραγουδηθεί έτσι, ακριβώς έτσι.

Πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, πήγα με τη φίλη μου τη Μαρία στο «Τσάι στη Σαχάρα», στου Ζωγράφου. Δυο εικοσάχρονα μέσα σ’ ένα μαγαζί με κυρίες και κυρίους στην ηλικία των γονιών μας. Η Αρλέτα πέρασε μέσα από τα λίγα τραπεζάκια, ανέβηκε στη σκηνή, πήρε την κιθάρα της και άρχισε να λέει ιστορίες, να απαγγέλλει ποιήματα, να λέει τραγούδια, να θυμάται, να μιλάει. Δεν έχω δει τίποτα αντίστοιχο σε live καλλιτέχνη με την εξαίρεση του Σαββόπουλου: κάτι μεταξύ τραγουδιστή, παραμυθά, σαμάνου, ποιητή και τρελού του χωριού. Στο τέλος της βραδιάς η Αρλέτα είπε «Ευχαριστούμε και καλή σας νύχτα», σηκώθηκε και απήλθε – πολύ απλά, σαν αυτόν το βασιλιά στο ποίημα του Καβάφη. Ναι, είχε κάτι το εντελώς καβαφικό η Αρλέτα. Εμείς βγήκαμε στην νύχτα της Αθήνας και ένιωθα τυχερός που είχα δει την Αρλέτα, αυτόν τον μυστικό θησαυρό (πάντα μας αρέσει να καμωνόμαστε πως αυτά που μας αρέσουν, αρέσουν σε λίγους).

Αιωνία σου η μνήμη Αρλέτα. Ευχαριστούμε για όλα. Για τον ψίθυρο, για την τρυφεράδα, για την ησυχία, για τη γλύκα, για την αλήθεια. Στο καλό.