Μόσχα, 14 Απριλίου 1930. Ώρα 10.16. Στο σταθμό πρώτων Βοηθειών του Ινστιτούτου Σκλιφοσόφσκι φτάνει ένα αίτημα για άμεση επέμβαση. Εφτά λεπτά αργότερα, το ασθενοφόρο φτάνει στον αριθμό 13 της παρόδου Λουμπλιάνσκι. Ο γιατρός Αγκαμάλοφ διαπιστώνει το θάνατο του πολίτη Μαγιακόφσκι.

Λίγες ώρες αργότερα τα τηλέφωνα και οι φήμες παίρνουν φωτιά. Η «τρομακτική είδηση» της αυτοκτονίας του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι σημαίνει για κάποιους το τέλος της επαναστατικής ουτοπίας. Για κάποιους άλλους αρχίζουν τα «κουτσομπολιά», μύθοι που θα φτάσουν μέχρι τις μέρες μας. Αυτοκτόνησε επειδή είχε σύφιλη· επειδή ήταν εξουθενωμένος από τους φόρους· επειδή μ’ αυτόν τον τρόπο θα εκτοξεύονταν οι πωλήσεις των βιβλίων του. Στο επίκεντρο των φημών και των εικασιών βρίσκεται και το κράτος, ο εκνευρισμός της νομενκλατούρας απέναντι σ’ αυτόν τον «ανόητο, μικρόψυχο θάνατο», ασύμβατο με την κρατική αγαλλίαση. Η επιμονή άλλων να παρουσιάσουν την αυτοκτονία του σαν αποτέλεσμα και μόνο ερωτικής απογοήτευσης. Αλήθεια, σήμερα, ογδόντα και πλέον χρόνια  από τον Απρίλιο του 1930, τι μπορεί να πιστεύουμε για τη ζωή και το τέλος του ποιητή και το ρόλο του περιβάλλοντός του;

Η αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, ένα ερωτικό τρίγωνο και το παθιασμένο χρονικό μιας ολόκληρης εποχής

Η κορυφαία Ιταλίδα Σλαβολόγος Σερένα Βιτάλε, συγγραφέας, κριτικός, μεταφράστρια  και καθηγήτρια ρώσικης φιλολογίας, με επιμονή ντετέκτιβ ανασκευάζει με δεξιοτεχνία αυτό που ακόμα και σήμερα θεωρείται, στη Ρωσία, ένα από τα μεγάλα μυστήρια της σοβιετικής εποχής – ήταν στ’ αλήθεια αυτοκτονία; δημιουργώντας ένα μοναδικό μυθιστορηματικό χρονικό που αποτίνει φόρο τιμής στον Μαγιακόφσκι. Μέσα από τις μαρτυρίες των συγχρόνων του, τις εφημερίδες της εποχής, τα ντοκουμέντα που ανασύρθηκαν από τα αρχεία μετά το 1991, καταρρίπτοντας διάφορες γραφικές εικασίες, η Βιτάλε συνθέτει με πάθος ένα πολύτιμο μωσαϊκό, όχι μόνο για τη ζωή του νεκρού, αλλά και των ζώντων, των συναδέλφων, των φίλων, των γυναικών που καθόρισαν τη ζωή, ίσως και το θάνατό του.

Όσιπ Μπρικ. Λίλια Μπρικ, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Ο γάτος, η ψιψίνα και το κουτάβι.

Στο επίκεντρο των αφηγήσεων και των μαρτυριών οι σχέσεις του με τις γυναίκες. Ποιος ήταν ο ρόλος της ερωμένης του Βερόνικας Πολόνσκαγια; Ήταν παρούσα τη στιγμή του θανάτου του ή κατά τη διαπίστωση του θανάτου; Τι συζήτησαν με την Πολόνσκαγια; Τι της ζήτησε; Οι μαρτυρίες της ίδιας μετά από χρόνια δε φωτίζουν τη στιγμή. Την Πολόνσκαγια την γνώρισε στον Μαγιακόφσκι ο Όσιπ Μπρικ, άνθρωπος της ζωής του, συγκάτοικός του και σύζυγος της περίφημης, διαβόητης μεγάλης αγαπημένης του, Λίλια Μπρικ. Ήταν δικό της σχέδιο να γνωρίσει ο Μαγιακόφσκι την νεαρή ηθοποιό Βερόνικα Πολόνσκαγια, για να ξεχάσει την Τατιάνα Γιακόβλεβα, μεγάλο του έρωτα και ανταγωνίστρια στην καρδιά της Μπρικ, για να «γιατρευτεί» σε μια σχέση ελάχιστα δεσμευτική, αφού η Πολόσκαγια είναι ήδη παντρεμένη.

Γιατί η Μπρικ, μπορεί να ευλογούσε όλες τις ερωτικές του σχέσεις, αλλά όχι τους έρωτες, ήταν «δικός της» για πάντα. Άλλωστε τις γυναίκες που γνώριζε «τυχαία», τις είχε μάλλον προεπιλέξει η Μπρικ, τη μια μετά την άλλη, για να μη φύγει έτσι ο Βολόντια ποτέ από κοντά της, από το σπίτι που ζούσαν ως ερωτικό τρίγωνο, ο Όσιπ, ο Μαγιακόφσκι («κουτάβι» χαϊδευτικά) και η Λίλια. Ενώ ο Μαγιακόφσκι, ερωτευμένος με την Ναταλία Μπριουτσανένκο, κάνει μαζί της διακοπές στη Γιάλτα το 1927, η Λίλια του γράφει: «Σε παρακαλώ μην παντρευτείς στα σοβαρά, όλοι λένε θα το κάνεις στα σίγουρα. Εμείς οι τρεις είμαστε παντρεμένοι μεταξύ μας, είναι αμαρτία άλλος ένας γάμος». Η θυελλώδης ζωή της Λίλια Μπρικ, μιας γυναίκας που ήταν εξαίρεση στην εποχή της, έρχεται πολλές φορές σε πρώτο πλάνο στα γεγονότα που σχετίζονται με το θάνατό του.

Η αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, ένα ερωτικό τρίγωνο και το παθιασμένο χρονικό μιας ολόκληρης εποχής

Ακόμα και η απουσία των Μπρικ από τη Μόσχα, -έλειπαν σε ταξίδι στην Ευρώπη όταν ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε- γίνεται αντικείμενο πολλών εικασιών: με ποιο τρόπο η Λίλια πήρε το πολυπόθητο δελτίο ελεύθερης μετακίνησης –καταρχήν τη δυνατότητα να ταξιδεύει στο εξωτερικό και με ποιο αντάλλαγμα; Πληροφορίες για αυτούς που συναντούσε; Ανάμεσα στα πολλά ταλέντα της, τον κινηματογράφο, τη γλυπτική, την ποίηση, το χορό και την τέχνη της αποπλάνησης, η Λίλια δεν έχει σίγουρα αυτό του μυστικού πράκτορα. Είναι απείθαρχη, αυταρχική και καπριτσιόζα με ένα σαλόνι που η Άννα Αχμάτοβα αποκαλούσε «μπουρδέλο». Η Λίλια Μπρικ γράφει στο ημερολόγιό της για την ημέρα που πληροφορήθηκαν το θάνατο του Μαγιακόφσκι: «Στις 15, στις 7 το πρωί, μας περίμενε στο ξενοδοχείο (στο Βερολίνο, όπου είχαν σταματήσει επιστρέφοντας από το Λονδίνο στη Μόσχα) ένα τηλεγράφημα που είχε σταλεί την προηγούμενη μέρα: «ΣΗΜΕΡΑ ΠΡΩΙ ΒΟΛΟΝΤΙΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ ΣΤΟΠ ΛΙΟΒΑ ΓΙΑΝΓΙΑ».

 

Η παράξενη και ακατανόητη ζωή της «οικογένειας» Μπρικ

«Κανείς δεν ξέρει τι συνέβαινε πραγματικά πίσω απ΄ τους τοίχους της οικίας Μπρικ. Είναι ένα μυστήριο»

Μαγιακόφσκι, Λίλια Μπρικ και Όσιπ Μπρικ αποτελούν ένα περίεργο ερωτικό τρίγωνο. Έχουν προσπαθήσει να το ερμηνεύσουν οι ιστορικοί λογοτεχνίας και οι κοινωνιολόγοι, οι ψυχολόγοι και οι ψυχίατροι, ο καθένας από τη δική του οπτική γωνία. Τα δεκαπέντε χρόνια της σχέσης τους φαίνονται αρχικά με διασαφηνισμένους ρόλους: ο ποιητής, η επαγγελματίας ερωμένη και ο κουλτουριάρης σύζυγος.

Πέρασαν πολλά χρόνια από το θάνατο της Μπρικ για να αναγνωριστεί η προσωπικότητα και η εκκεντρικότητά της, κάτι που θα φαινόταν πολύ φυσικό και θαυμαστό στα παρισινά, αλλά όχι στα μοσχοβίτικα σαλόνια και τους κύκλους των διανοουμένων. Οι ποιητές της συμπεριφέρονται καλύτερα: Ο Πάμπλο Νερούδα την αποκαλεί «μούσα της ρωσικής avant-garde».

«Ήξερε πώς να είναι θλιμμένη, θηλυκή, περίεργη, με τα καπρίτσια της, περήφανη, ανεκτική, ευμετάβλητη, έξυπνη, ερωτευμένη. Σαν γυναίκες από τις κωμωδίες του Σαίξπηρ. Είναι όμορφη, με καστανά μάτια. Έχει μεγάλο κεφάλι, κόκκινα μαλλιά, είναι ευχάριστη και θέλει να γίνει χορεύτρια», γράφει ο σοβιετικός κριτικός και συγγραφέας Βίκτορ Σκλόφσκι.

Λίλια, Όσιπ, ένας υπάλληλος της πρεσβείας και Βολόντια

Η Λίλια Μπρικ γεννιέται στη Μόσχα το 1891. Αδερφή της είναι η Έλσα, μετέπειτα σύζυγος του Τριολέ και του Αραγκόν. Η εύπορη εβραϊκή οικογένεια από την οποία κατάγονται τους δίνει άριστη μόρφωση. Μιλούν ξένες γλώσσες και η Λίλια αποφοιτά από το ινστιτούτο αρχιτεκτονικής της Μόσχας. Οι δυο αδερφές είναι διάσημες για την ομορφιά τους. Οι Rodchenko, Alexander Tyshler, David Shterenberg, David Burlyuk, Fernand Léger και αργότερα ο Henri Matisse και ο Marc Chagall φιλοτεχνούν τα πορτρέτα τους. Η Έλσα ζει στη Γαλλία, πρωταγωνιστεί στα παρισινά σαλόνια, παντρεύεται τον Λουί Αραγκόν και γίνεται η πρώτη γυναίκα που της απονέμεται το βραβείο Γκονκούρ. Η Λίλια παντρεύεται στα 14 της, με τον 17χρονο ποιητή και κριτικό ποίησης Όσιπ Μπρικ. Οι δυο τους κάνουν έναν ανοιχτό γάμο και ένα σύμφωνο για να αγαπούν ο ένας τον άλλο. Ο Μπρικ αποδέχεται τις απιστίες της Λίλια και αντιστρόφως.

Ο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι θα γνωρίσει τη Λίλια Μπρικ τον Ιούλιο του 1915, κατά τη διάρκεια μιας απαγγελίας του πρώτου του μεγάλου ποιήματος «Σύννεφο με παντελόνια». Ο ποιητής είναι μόλις είκοσι δύο χρονών, εραστής της αδερφής της και η ηθοποιός και μπαλαρίνα με τα μεγάλα καστανά μάτια, «σκαμμένα σαν να ‘ταν δύο τάφοι» είναι είκοσι τρία. Τη γνωριμία τους ακολουθεί ένα ερωτικό ντελίριο. Ο Μπρικ όταν η Λίλια του ομολόγησε ότι είχε κοιμηθεί με τον Μαγιακόφσκι αναφώνησε: «Πώς θα μπορούσε να αρνηθεί τίποτα για αυτόν τον άνθρωπο;».

Η Λίλια Μπρικ στην περίφημη αφίσα του Rodchenko

«Το παράξενο της νέας ζωής των Μπρικ ήταν το εξής: όλοι ήξεραν ότι ο Όσιπ είχε μια ερωμένη, ότι ο Μαγιακόφσκι ήταν ο εραστής της Λίλιας, ότι η Λίλια την ίδια εποχή συναναστρεφόταν τον Κουλέσοφ, ότι η ερωμένη του Όσιπ δεν εμφανιζόταν ποτέ στην πάροδο Γκέντρικοφ όπου έμεναν, και ότι όλο αυτό το ερωτικό μπέρδεμα δεν παραξένευε κανέναν τους, το έβρισκαν φυσικό». Μέσα σε όλο αυτό το μπέρδεμα η Λίλια θεωρητικολογεί γράφοντας σε ένα διήγημα: «δεν απαιτώ από εσένα συζυγική πίστη, είμαστε κομμουνιστές, όχι μικροαστοί». Μοιάζει φυσικό οι μυστικοί του κράτους να αδυνατούν να καταλάβουν τη Λίλια Μπρικ και τα συναισθήματα που νιώθει για το Κουτάβι: στοργή, μητρική ανησυχία, επιθυμία ελέγχου και αποκλειστικότητας, φόβος μη τυχόν υποφέρει από σχέσεις με γυναίκες που δεν τους αξίζουν.

Μαγιακόφσκι, Λίλια και Όσιπ γίνονται αχώριστοι το 1918, ο Μαγιακόφσκι μετακομίζει και μένει μαζί τους. Η Λίλια Μπρικ περιγράφει χρόνια αργότερα, στο ημερολόγιό τους την καθημερινή τους ζωή. «Συνήθως ο Βλαντιμίρ ξυπνούσε πρώτος. Περνούσε από το δωμάτιο του Όσιπ κι αν άκουγε πως είχε ξυπνήσει του ζητούσε να έρθει αμέσως για πρωινό. Είχε ετοιμάσει το σαμοβάρι κι έφτιαχνε ένα βουνό από σάντουιτς –βούτυρο, αβγά, λουκάνικα- καθόμασταν στο τραπέζι, τρώγαμε, πίναμε τσάι και διαβάζαμε τις πρωινές εφημερίδες. Το πρωινό ήταν η αγαπημένη του στιγμή της μέρας. Το πρωί ήταν πάντα καλοδιάθετος και κάθε πρωί το περνούσαμε έτσι. Ο Όσιπ του μιλούσε για όλα αυτά που διάβαζε. Ο Μαγιακόφσκι σπανίως είχε χρόνο να διαβάσει. Έγραφε συνεχώς. Αλλά τον ενδιέφεραν τα πάντα. Μετά από αυτές τις συζητήσεις, ο Μαγιακόφσκι συχνά φιλούσε στο μέτωπο τον Όσιπ και του έλεγε: φιλώ τη μικρή σου καράφλα».

Tamiji Naito, Boris Pasternak, Sergei Eisenstein, Olga Tretyakova, Lilya Brik, Vladimir

Το σπίτι τους γίνεται το λογοτεχνικό σαλόνι της εποχής, ένα σαλόνι γεμάτο σκάνδαλα, καθώς η Λίλια δε δίσταζε να κυκλοφορεί γυμνή ανάμεσα στους καλεσμένους. Σε αυτό το σαλόνι παρελαύνουν ο Γιάκομπσον, ο Σκλόβσκι,  ο Αϊζενστάιν και ο Παστερνάκ για να συζητήσουν με τον εκρηκτικό ποιητή. Μόνο μια φορά η Λίλια ένιωσε το χυδαίο αίσθημα της ζήλιας, κατάλαβε ότι ο Μαγιακόφσκι στο Παρίσι ήταν τρελά ερωτευμένος με την Τατιάνα Γιακόβλεβα. «Με πρόδωσες για πρώτη φορά», του γράφει. Η ίδια μετά από επιστολή της αδερφής της Έλσας του ανακοινώνει ότι η Γιακόβλεβα θα παντρευτεί ένα Γάλλο υποκόμη. Η Έλσα την έχει ήδη βοηθήσει να ξεφορτωθεί το παιδί του Μαγιακόφσκι που φέρνει στα σπλάχνα της.

Ο μήνας του μέλιτος ανάμεσα στους τρεις, Όσιπ, Λίλια, Βολόντια, νικιέται από το σαράκι της αυτοκτονίας και την κατάθλιψη. Σε όλη τη διάρκεια της σχέσης τους, σε όλα τα σκαμπανεβάσματα, ο Μαγιακόφσκι δε σταματά να γράφει στη Λίλια. Τη θεωρεί μαζί με τον Όσιπ την μοναδική οικογένεια που είχε ποτέ. Στις 14 Απριλίου 1930, ο Όσιπ και η Λίλι στέλνουν στον Μαγιακόφσκι μια κάρτα από την Ολλανδία. Του περιγράφουν τα λουλούδια που βλέπουν γύρω τους. Ο Μαγιακόφσκι δεν θα τη διαβάσει ποτέ γιατί εκείνη την ημέρα θα αυτοπυροβοληθεί, τερματίζοντας έτσι τη ζωή του.

Η αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, ένα ερωτικό τρίγωνο και το παθιασμένο χρονικό μιας ολόκληρης εποχής

Το σημείωμα που βρέθηκε στον τόπο της αυτοκτονίας του έγραφε: «Σε όλους. Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατο μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά. Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο. Λιλλή αγάπα με. Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λιλλή Μπρικ, η μαμά, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλνταβνα Πολόνσκαγια. Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, σ’ ευχαριστώ. Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ, αυτοί θα τα καθαρογράψουν. Όπως λένε “Το επεισόδιο έληξε“. Η βάρκα του έρωτα συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα. Έχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Προς τι, λοιπόν, η απαρίθμηση των αμοιβαίων πόνων, των συμφορών και των προσβολών; Να ‘στε ευτυχισμένοι.»

Η ίδια έγραψε στο ημερολόγιό της ότι νωρίτερα τον είχε σώσει δυο φορές από την αυτοκτονία. «Ο Μαγιακόφσκι έτσι την καταλάβαινε την αγάπη: αν μ’ αγαπάς είσαι μαζί μου, για μένα, πάντα και παντού, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Δεν μπορείς να είσαι εναντίον μου ποτέ. Όσο άδικος ή σκληρός κι αν είμαι. Ο παραμικρός δισταγμός, η παραμικρή αλλαγή μεταφράζονταν ως προδοσία. Η αγάπη οφείλει να είναι μόνιμη και παντοτινή. Σαν ένας νόμος της φύσης. Χωρίς εξαιρέσεις. Σύμφωνα με τον Μαγιακόφσκι η αγάπη δεν ήταν μια πράξη ελεύθερης βούλησης, ήταν η κατάσταση της ζωής. Σαν τη βαρύτητα. Υπήρξαν γυναίκες που τον αγάπησαν μ’ αυτόν τον τρόπο; Ναι. Τις αγάπησε κι εκείνος; Όχι. Τις θεωρούσε δεδομένες. Αγάπησε εκείνος καμία μ’ αυτόν τον τρόπο; Ναι. Αλλά εκείνος ήταν ιδιοφυΐα. Η ιδιοφυΐα του ήταν μεγαλύτερη από τη δύναμη της βαρύτητας. Όταν διάβαζε τα ποιήματα του το έδαφος σηκώνονταν προς τα πάνω για να ακούσει καλύτερα. Φυσικά αν κάποιος μπορούσε να βρει έναν πλανήτη αδιαπέραστο στην ποίηση… αλλά δεν υπήρξε τέτοιος πλανήτης».

Η αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, ένα ερωτικό τρίγωνο και το παθιασμένο χρονικό μιας ολόκληρης εποχής

Χρόνια αργότερα, ενώ έχει χωρίσει τον Μπρικ, έχει παντρευτεί τον Πριμακόφ, έχει γίνει χήρα του αφού αυτός εκτελέστηκε το 1937 στις περίφημες δίκες της Μόσχας, σε επιστολή της προς τον Στάλιν παραπονέθηκε ότι η ποιητική κληρονομιά του Μαγιακόφσκι είχε παραμεληθεί. Ο Στάλιν δηλώνει ότι «ο Μαγιακόφσκι εξακολουθεί να είναι ο καλύτερος και ο πιο ταλαντούχος σοβιετικός ποιητής της σοβιετικής εποχής μας». Παρόλα αυτά οι σταλινικές αρχές αφαιρούν το όνομά της από οτιδήποτε τον αφορά.

Η Λίλια Μπρικ μετά από τρεις γάμους και μια θυελλώδη ζωή, στα 87 της, άρρωστη, αυτοκτονεί στο εξοχικό της, το 1978. Με τα χρόνια το όνομά της αποκαταστάθηκε. Όσοι την γνώρισαν μιλούσαν για τον αλτρουισμό και την εξυπνάδα της. Η Μπρικ δεν ήταν μόνο μια μοιραία γυναίκα, μια άπληστη ερωμένη. Στη διάρκεια της ζωής της βοήθησε και πολλούς ταλαντούχους δημιουργούς και συνδέθηκε με τις ηγετικές φιγούρες του ρώσικου πολιτισμού. Κατηγορήθηκε για κατασκοπεία, για διγαμία, κατηγορήθηκε ως ηθικός αυτουργός της αυτοκτονίας του ποιητή. Αμφιλεγόμενη και σκοτεινή μέσα στην κοσμικότητα της. Ανεξιχνίαστη. Μισήθηκε από πολλούς. Κι ακόμη μισιέται. Έγινε αντικείμενο λατρείας για άλλους. Ποια ήταν εν τέλει η δική της αλήθεια;

Info:

Το βιβλίο της Σερένα Βιτάλε: «Ο μακαρίτης σιχαινόταν το κουτσομπολιό» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Διαγωνισμός:

Κερδίστε ένα από τα δύο αντίτυπα που κληρώνουμε μέσα από το instagram της σελίδας μας, για το βιβλίο της Σερένα Βιτάλε «Ο μακαρίτης σιχαινόταν το κουτσομπολιό», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη @kastaniotis_ed