Το «Arrival», όπως δηλώνει και το ίδιο το όνομά του, διαπραγματεύεται μια από τις βασικές εκδοχές των έργων επιστημονικής φαντασίας. Σε αυτή την ταινία δε θα ταξιδέψουμε στο διάστημα για να τους συναντήσουμε. Ήρθαν αυτοί. Έφτασαν. Τα διαστημόπλοιά τους προσγειώθηκαν σε οκτώ διαφορετικά σημεία του πλανήτη. Και τώρα; Τώρα αν είστε θεατές στο σινεμά βυθιστείτε βαθιά στα καθίσματά σας και απολαύστε όσα είναι να συμβούν μασουλώντας ποπ κορν. Αλλά θα τα μασουλήσετε ξέροντας ότι παρακολουθείτε μεν κάτι που δεν είναι βγαλμένο από την καθημερινότητα, όχι όμως και κάτι που ανάγεται στη φαντασία και μόνο σε αυτήν. Δεν θα δείτε μυθικά πλάσματα, υπερήρωες και δράκους. Θα δείτε κάτι που είναι μεν εξαιρετικά χλωμό να αποτελέσει ποτέ όντως μια εμπειρία της δικής σας ζωής, όχι όμως και κάτι που είναι αντικειμενικά αδύνατο να συμβεί. Και οσοδήποτε μακρινό κι αν είναι αυτό το ενδεχόμενο, μας επιτρέπει να το παρακολουθούμε στις ταινίες με μια κρυφή προσδοκία, έναν κρυφό πόθο, ένα κρυφό δέος: κι αν ποτέ γινόταν;

Arrival

Ανεξάρτητα από το αν είναι κανείς θρήσκος ή όχι, ο θρήσκος έχει μεν το πλεονέκτημα να ζει σε έναν κόσμο που δεν περιορίζεται στη διάσταση τού εδώ και τώρα, στο η ζωή σου είναι αυτή εδώ η ιστορία που μια μέρα άρχισε και μια μέρα θα τελειώσει, αλλά βασικά το σύστημα πίστης του αναφέρεται στο μετά. Όσο βρίσκεται σε αυτόν τον κόσμο και αυτός στις ίδιες συντεταγμένες του θα ζήσει. Ό,τι ξέρουμε για τη ζωή, όλες οι κοσμοθεωρίες μας, όλος ο τρόπος σκέψης μας και όλος ο τρόπος ζωής μας, ο πολιτικός τρόπος οργάνωσης των κοινωνιών, μέχρι και ο χωρισμός μας σε κράτη, εξαρτάται κυριαρχικά από το ότι ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι ο μόνος που ως τώρα γνωρίζουμε. Δεν είμαστε εμείς και κάποιοι άλλοι, διαφορετικοί από εμάς, από κάπου αλλού. Είμαστε εμείς και μόνο εμείς. Άρα αφού είμαστε εμείς και μόνο εμείς, το αλλού είναι το λίγο πιο πέρα στον ίδιο πλανήτη κι ο άλλος είναι αυτός που μιλάει άλλη γλώσσα και πιστεύει σε άλλον Θεό. Οπότε όταν βλέπεις τα διαστημόπλοια να προσγειώνονται, όταν μαθαίνεις πως ήρθαν, έφτασαν, υπάρχουν, τι γίνεται; Πόσο θα αλλάξει όλος ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή μας; Και πιο άμεσα, τι συμβαίνει στη δική σου ζωή το επόμενο δευτερόλεπτο, το επόμενο λεπτό, την επόμενη ώρα; Πόσο σταματάει να κινείται η καθημερινότητα, πόσο καταλύονται ή όχι τα πάντα, πόσο είναι δυνατόν να αποτελέσει αυτό μια πληροφορία ακόμη σαν όλες τις άλλες, ώστε να συνεχίσουν οι κοινωνίες να λειτουργούν, περιμένοντας στωικά να μάθουν τι και πώς κρύβουν αυτά τα διαστημόπλοια;

Το «Arrival» ασχολείται ελάχιστα με αυτό το σκέλος. Δεν το ενδιαφέρει (και είναι απόλυτα θεμιτό, αφού αλλού θέλει να επικεντρώσει), αλλά δεν βρίσκει και κάποιον εύσχημο τρόπο να καμουφλάρει την αδιαφορία του, με αποτέλεσμα να καθίσταται λιγότερο πειστικό το όλο σκηνικό. Θα επανέλθουμε σε αυτές τις ενστάσεις και τον αντίλογό τους, αλλά εν πάση περιπτώσει, δεν επικεντρώνει στην επίπτωση που έχει στον πλανήτη η άφιξη, επικεντρώνει στην επαφή που κάνουν με τα εξωγήινα όντα οι επιστήμονες. Όχι όλοι οι επιστήμονες και στα οκτώ σημεία. Οι Αμερικάνοι επιστήμονες της αμερικάνικης άφιξης. Και οι επιστήμονες της επαφής είναι δύο, ο Τζέρεμι Ρένερ, ένας θεωρητικός φυσικός και η πρωταγωνίστρια της ταινίας, η Έιμι Άνταμς, που είναι γλωσσολόγος. Η ταινία ξεκινάει με την Έιμι Άνταμς και μας διηγείται εντελώς συμπυκνωμένα την προσωπική της τραγωδία: είχε ένα κοριτσάκι και το έχασε στην εφηβεία από ανίατη ασθένεια. Και μετά έρχονται οι εξωγήινοι.

Και η γλωσσολόγος χρειάζεται, γιατί είναι κορυφαία στον τομέα της -και πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι σε αμερικάνικη ταινία;- κι όσο εξελιγμένα κι αν είναι αυτά τα εξωγήινα όντα, δεν τους κόβει τόσο ώστε να μπορούν να μιλήσουν καμιά γήινη γλώσσα. Πρέπει λοιπόν να βρούμε τρόπο να συνεννοηθούμε μαζί τους στη δική τους ή εν πάση περιπτώσει μαθαίνοντας ταυτόχρονα οι μεν τη γλώσσα των δε. Και προφανώς το πιο άμεσο ερώτημα είναι ποιος είναι ο σκοπός τους στη γη; Ήρθαν με καλές προθέσεις ή με κακές; Αλλά η γλωσσολόγος εξηγεί πως η γλώσσα είναι λιγότερο αυτονόητο σύστημα από ό,τι νομίζουμε. Ότι π.χ. η έννοια «σκοπός» μπορεί σε αυτούς να σημαίνει κάτι διαφορετικό. Ότι αν δεν χτιστεί πρώτα ένα βασικό μοτίβο αλληλοκατανόησης του τρόπου λειτουργίας της γλώσσας τους, οι παρανοήσεις είναι εξαιρετικά πιθανόν να συμβούν. Γίνεται λόγος στην ταινία για τη θεωρία πως η γλώσσα που χρησιμοποιούμε καθορίζει τη συνολική αντίληψή μας για τον κόσμο και το συνολικό τρόπο σκέψης μας. Η γλώσσα που χρησιμοποιούν τα εξωγήινα πλάσματα, δίνεται κινηματογραφικά με ιδιαίτερα γοητευτικό τρόπο.

Arrival

Οι επαφές γίνονται μέσα στο διαστημόπλοιο. Η πόρτα του κλείνει. Όλα είναι σκοτεινά, σαν σκοτεινή αίθουσα σινεμά. Εκεί μέσα η βαρύτητα αλλάζει νόμους. Οι επισκέπτες αιωρούνται για να ανέβουν στην αίθουσα προβολής. Γιατί σαν τέτοια είναι: μια μεγάλη παραλληλόγραμμη οθόνη με γυαλί χωρίζει τους εξωγήινους από τους ανθρώπους. Εκτός από τους επιστήμονες είναι κι ένας τύπος με κάμερα που κινηματογραφεί το σκηνικό. Και περιμένουμε μαζί με τους ήρωες της ταινίας να έρθει η μεγάλη στιγμή, να αρχίσει η μαγεία, να προβληθεί μέσα από τη φωτισμένη οθόνη στη σκοτεινή αίθουσα ο Άλλος, το Άλλο, ο Μύθος, η Ιστορία. Πώς να μοιάζουν αυτή τη φορά; Πώς τους φαντάστηκαν τώρα; Αφού δεν το έχουμε δει ακόμα στη ζωή μας και είναι τόσο πιθανό να μην το δούμε και ποτέ, είναι δουλειά του σινεμά να μας το δείχνει. Και στο «Αrrival», το σινεμά μέσα στο σινεμά, μας το δείχνει. Και είναι όντως μαγευτικό. Ένα παιχνίδι με το φως και το σκοτάδι, εφέ, εξαπάτηση, μουσική υποβολή, σινεμά, ιδού: τα πλάσματα βγαίνουν μέσα από τις σκιές. Είναι εφτάποδα. Τα πόδια τους είναι σαν χταποδιού ή ίσως σαν αράχνης. Θυμίζουν πολύ τα γλυπτά της Λουίζ Μπουρζουά (Λουίζ λένε και τη γλωσσολόγο), τα οποία χρησιμοποίησε κατά κόρον και με ιδιαίτερους συμβολισμούς ο Ντενί Βιλνέβ στο «Εnemy». Αν το «Μέσα από τις Φλόγες», το «Prisoners» και το «Sicario» είναι μια οικογένεια ταινιών που εμπλεκόταν ο ρόλος του θύματος με του θύτη, οι ιδιότητες του ενόχου και του θύματος μπλέκονται, οι ταυτότητες καθορίζονται δραματικά από το τραυματικό παρελθόν, ο κύκλος της αρρώστιας μοιάζει να διαιωνίζεται, το «Αrrival» είναι το μεγάλο αδελφάκι του «Εnemy».

Αrrival

Νομίζω υπάρχουν δυο τρόποι να προσεγγίσει κανείς την ταινία. Μένοντας σε όσα δεν πείθουν ή πετώντας τα στην άκρη. Προσωπικά, μολονότι θεωρώ ότι το «Arrival» και «κλέβει» αρκετά και χάσκει σε πολλά σημεία και προτιμά το «έλα μωρέ, δε βαριέσαι» από το να χτίσει ένα συμπαγές σύνολο,  πιστεύω ότι ο Ντενί Βιλνέβ παραδίδει μια ταινία που όσο απέχει από την αρτιότητα, την αληθοφάνεια και την αλήθεια του κόσμου που χτίζει, τόσο και άλλο τόσο είναι σκηνοθετημένη αριστοτεχνικά, γεμίζοντας τα μάτια μας με κινηματογραφική ομορφιά και προσφέροντάς μας ένα καθηλωτικό τελευταίο μισάωρο.

Αrrival

To σινεμά έχει εξελιχθεί σε μια διαρκή αναμέτρηση με τον υποψιασμένο θεατή. Κανείς δεν πάει να δει πρώτη φορά μια ταινία σε οποιοδήποτε είδος κι αν ανήκει, έχει δει πριν από αυτήν πολλές άλλες, ξέρει πάνω κάτω τους κώδικές τους και βάσει αυτών γνωρίζει προς ποια κατεύθυνση θα κινηθούν οι ανατροπές. Αν δίνεις έμφαση σε κάτι, συνήθως τη δίνεις γιατί θα το χρησιμοποιήσεις αργότερα. Είναι ένα διαρκές κρυφτό ανάμεσα στον αφηγητή της κινηματογραφικής ιστορίας και στο θεατή για το «πού το πας;». Ένα παιχνίδι με τις προσδοκίες. Υποψιάζεσαι αυτό; Θα προσπαθήσω να σε αιφνιδιάσω παρόλες τις υποψίες σου ή και εκμεταλλευόμενός τες. Η Έιμι Άνταμς καταφέρνει και προσεγγίζει τα πλάσματα περισσότερο από τον καθένα. Μέχρι που η οθόνη θα πάψει να υπάρχει για αυτήν. Μέχρι που θα μπει μέσα στο χώρο τους, μέσα στην οθόνη, μέσα στο σινεμά. Κι από εκεί και πέρα όλα είναι πιθανά. Κι από εκεί και πέρα όλα είναι σινεμά. Πώς μαθαίνεις να μιλάς τη γλώσσα τους; Πώς μαθαίνεις να μιλάς τη γλώσσα του σινεμά; Ποια είναι τα συστατικά της γλώσσας του; Πώς παίζει με το χρόνο; Το μοντάζ είναι ο απόλυτος χρονομέτρης, ο απόλυτος αφέντης του χρόνου, έχοντας περιγελάσει τη γραμμική του διάσταση σχεδόν από τα γεννοφάσκια του. Μην προσπαθήσετε να πάρετε εντελώς στα σοβαρά το «Αrrival». Θα το αδικήσετε. Αφεθείτε στην ομορφιά του, μαγευτείτε από όσα μας λέει για το σινεμά, μαγευτείτε από το σινεμά που είναι. Γιατί όταν μαθαίνεις να μιλάς τη γλώσσα του σινεμά, αλλάζει όλος ο τρόπος σκέψης σου. Και λες χαλάλι η αρτιότητα, χαλάλι η αληθοφάνεια, χαλάλι η αλήθεια. Τάισέ με ομορφιά. Αυτή μένει. Αυτή είναι η αλήθεια. Αυτή είναι η ζωή. Που αξίζει να τη ζεις, είτε για λίγο είναι, είτε για πολύ.

Αrrival