Δεν είμαι φαν των ταινιών τρόμου. Βλέπω ούτως ή άλλως από επιλογή λίγες, οι περισσότερες από αυτές των τελευταίων ετών για τις οποίες γράφτηκαν ιδιαίτερα επαινετικά σχόλια δεν μου άρεσαν, η ιδέα να δω σινεμά μόνο και μόνο για να τρομάξω σε πέντε «μπου» δεν με ψήνει. Αλλά μερικές από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες ανήκουν στο είδος. Ανήκουν γιατί το ορίζουν και το ξεπερνούν μαζί. Ανήκουν γιατί δεν σου προσφέρουν τινάγματα φόβου της στιγμής, αλλά κάτι πολύ ευρύτερο, κάτι καθόλου επιφανειακό, κάτι που τρυπώνει κάτω από το δέρμα σου, μια ατμόσφαιρα που σε περικυκλώνει και σε αιχμαλωτίζει.

Το φινάλε της «Διαδοχής» πετά στα σκουπίδια το στιγμιαίο τίναγμα

Αν οι ταινίες τρόμου του σωρού, οι ταινίες συνταγές, λειτουργούν τελικά καθησυχαστικά, λέγοντας σου ουσιαστικά έλα να σε τρομάξουμε για λίγο με κάτι καταφανώς ψεύτικο, με κάτι που είναι καταναλωτικό προϊόν συγκεκριμένων προδιαγραφών, οι σημαντικές ταινίες τρόμου λειτουργούν εντελώς διαβρωτικά, κληροδοτώντας σε με ένα ξεβόλεμα και μια ανησυχία, έχοντας εγκαταστήσει δίπλα στον διαφωτισμένο, ορθολογικό, επιστημονικό και πλήρως εξηγημένο κόσμο που ζεις, έναν παράλληλο, έναν παράλληλο που είδες κάποτε σε μια ταινία, η ατμόσφαιρα της οποίας, η συνθήκη της οποίας, όσα έχει εισηγηθεί και σου έχει υποβάλλει δεν πρόκειται να ξεχαστεί, θα μείνει καταχωνιασμένη και θα σου υπενθυμίζει πως όσο σίγουρος κι αν είσαι για τα υλικά από τα οποία είναι κατασκευασμένη η ζωή και η συνείδησή σου, κατά βάθος πρέπει να φοβάσαι όλα όσα δεν ξέρεις, όλα όσα δεν θα μάθεις ποτέ, όλα όσα δεν μπορούν να γίνουν κι όμως γίνονται. Ή θα μπορούσαν να γίνουν. Πάντως έγιναν. Στον «Εξορκιστή», ή στο «Μωρό της Ρόζμαρι», ή στην «Προφητεία». Έχουν γίνει αυτά. Είναι εκεί.

«Η Διαδοχή» ξεκινάει δείχνοντάς μας ένα δεντρόσπιτο μέσα από το παράθυρο ενός σπιτιού και μετά η κάμερα μπαίνει στο σπίτι και σε ένα δωμάτιο – εργαστήριο γεμάτο μακέτες. Είναι μακέτες ενός σπιτιού. Καθώς η κάμερα ζουμάρει στη μακέτα ενός υπνοδωματίου, η πόρτα του υπνοδωματίου θα ανοίξει και ο Γκάμπριελ Μπερν θα ξυπνήσει τον γιο του. Από την πρώτη στιγμή ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Άρι Άστερ μας λέει ότι κάθε ταινία είναι εξ ορισμού μια κατασκευή, μια αναπαράσταση και μια ψευδαίσθηση, μας λέει πως ο πρώτος κανόνας του κινηματογράφου είναι πως άλλο να πιστεύεις ως αληθινό αυτό που βλέπουν τα μάτια σου και άλλο αν η κατασκευή που θα παρακολουθήσεις έχει μέσα της αλήθεια να σου μεταδώσει.

Ο Μπερν είναι παντρεμένος με την Τόνι Κολέτ. Που είναι διακεκριμένη μακετίστας και κάνει εκθέσεις σε γκαλερί με τις μινιατούρες της. Έχουν δυο παιδιά, μια κόρη δεκατριών ετών και έναν γιο δυο – τρία χρόνια μεγαλύτερο. Ζουν σε αυτό το μεγάλο απομονωμένο σπίτι, με τα σκαλιά του, τις σοφίτες του και τα συναφή του. Έχουν να πάνε σε μια κηδεία. Πέθανε η γιαγιά, η μητέρα της Κολέτ. Ο επικήδειος που θα εκφωνήσει η Κολέτ στην εκκλησία είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις που αντιλαμβάνεσαι αμέσως ότι η σχέση ανάμεσα σε μαμά και κόρη κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή ήταν. Πρέπει να ήταν περίεργος και απόμακρος άνθρωπος η μακαρίτισσα. Εκτός από την κόρη, ούτε ο εγγονός, ούτε ο γαμπρός δείχνουν ιδιαίτερα συγκινημένοι από τον χαμό της. Η δεκατριάχρονη εγγονή όμως μαθαίνουμε ότι ήταν η αγαπημένη της γιαγιάς. Την είχε πάρει από μωρό από κοντά. Και η εγγονή μοιάζει κάπως περίεργη και φέρεται κάπως περίεργα είναι η αλήθεια. Και η κόρη βρίσκει στα πράγματα της γιαγιάς ένα βιβλίο για τον πνευματισμό.

Να και τα πρώτα οράματα. Είμαστε έτοιμοι να μπούμε για τα καλά στην πεπατημένη μιας ταινίας τρόμου; Εμείς ως θεατές είμαστε. Και για αυτό ακριβώς αυτό που θα συμβεί θα μας σοκάρει διπλά. Και η ταινία κυλά και κυλά και κυλά. Και έχουν περάσει τα δύο τρίτα της κι αναρωτιέσαι. Σίγουρα βλέπω το σωστό genre; Μήπως ο Άστερ το χρησιμοποιεί ως δόλωμα για να μας δείξει κάτι άλλο; Διαβάζω ότι στις επιρροές του δηλώνει ανάμεσα σε άλλες το “Οrdinary People” αλλά και Μπέργκμαν. Και πράγματι υπάρχουν καυγάδες σε οικογενειακά τραπέζια, υπάρχουν διαρκή φαντάσματα ενοχών, υπάρχουν αλληλοαντικρουόμενα συναισθήματα ανάμεσα σε γονείς και παιδιά και ανάμεσα σε συζύγους, υπάρχουν αλληλοκατηγορίες φωναχτές και καταπιεσμένες και μετά ενοχές για τις κατηγορίες, υπάρχουν εξιστορήσεις μακρών οικογενειακών τραυμάτων, υπάρχει βαριά και απτή η οδύνη της απώλειας.

Ο αυθεντικός τίτλος της ταινίας είναι “Hereditary”. Κάτι κληρονομικό. Όπως κληρονομικά μεταδιδόμενες νόσοι. Το ιστορικό της οικογένειας της Κολέτ είναι γεμάτο ψυχικές ασθένειες. Ψυχώσεις, κλινικές καταθλίψεις, σχιζοφρένειες, αυτοκτονίες. Ποια τα όρια ψυχικής ασθένειας και των ταινιών τρόμου; Μήπως φαντάσματα και δαίμονες βλέπουν μόνο οι ψυχικά διαταραγμένοι και οι θεατές του συγκεκριμένου κινηματογραφικού είδους;

Ωστόσο για να μην παρεξηγηθώ, στο τελευταίο κομμάτι της «Διαδοχής» ο Άρστερ ούτε αμφιταλαντεύεται, ούτε προσπαθεί να είναι αμφίσημος, ούτε αφήνει κάτι στην ερμηνεία μας, ούτε αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία για το είδος της ταινίας του. Όπως επίσης για να μην παρεξηγηθώ και μέχρι να φτάσουμε στο τελευταίο κομμάτι, όλα τα υπόλοιπα τα των ενδοοικογενειακών σχέσεων, τα της διαχείρισης του πένθους, τα των εσωτερικών ενοχικών σπαραγμάτων, δεν καπελώνουν ποτέ διανοουμενίστικα την ταινία, είναι αντιθέτως οργανικά δεμένα στη ζοφερή ατμόσφαιρά της, καθώς ο Άρστερ δεν χρησιμοποιεί το genre σαν να βρίσκεται από πάνω του, αλλά σαν κάποιος που ήρθε να το υπηρετήσει, να το εξελίξει, να το πάει πιο πέρα και εν τέλει να το αποθεώσει.

Και όσα οργιαστικά συμβαίνουν στον επίλογο της «Διαδοχής» αποδεικνύουν ότι το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος προσφέρεται όσο ίσως σχεδόν κανένα άλλο για να εικονογραφείς ένα όραμα όπου η φαντασία σου είναι απολύτως ελεύθερη να δείξει όσα θέλει, χωρίς περιορισμούς και χαλινάρια από φυσικούς νόμους: εδώ είναι το βασίλειο του μεταφυσικού, εδώ μπορεί να επικρατήσει ο νόμος της δημιουργικής ανομίας. Το φινάλε της «Διαδοχής» πετά στα σκουπίδια το στιγμιαίο τίναγμα και καταδεικνύει (όπως έχει ήδη άλλωστε κάνει σε εκείνο το νεοϋρκέζικο διαμέρισμα ο μεγάλος Πολάνσκι) ότι το αίμα παγώνει περισσότερο από ποτέ όχι με ένα «μπου», αλλά με την υποβολή του θεατή σε ένα σκηνικό, στο οποίο η κάμερα μπαίνει και παραμένει και καταγράφει τι γίνεται ολόγυρά σου και που διαρκεί και από το οποίο όχι μόνο δεν μπορείς να ξεφύγεις, αλλά που είναι τόσο αποτρόπαια σαγηνευτικό ώστε να τρομάζεις περισσότερο με τον εαυτό σου και με την υποψία ότι μπορεί να σε έλκει, με την υποψία ότι έχει παρουσιαστεί τόσο αριστοτεχνικά ώστε να σκέφτεσαι μήπως πρέπει να γονατίσεις να προσκυνήσεις κι εσύ.

Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά.