Σε όσους γνωρίζουν έστω επιγραμματικά την υπόθεση του «Γενικού Γραμματέα» του Ηλία Καπετανάκη, που γράφτηκε πλέον των εκατόν είκοσι ετών νωρίτερα (1893), δε δημιουργεί απορία η δημοφιλία του έργου και η όχι σπάνια εμφάνισή του στις σύγχρονες ελληνικές σκηνές.

Mια μουσική κωμωδία που σηκώνει σύγχρονη ερμηνεία

Η ιστορία του Λάμπρου, του επαρχιώτη που ονειρεύεται και, τελικά, εξασφαλίζει με ρουσφέτι μια θέση στο δημόσιο ως γενικός γραμματέας υπουργείου, για να μετακομίσει οικογενειακώς στην Αθήνα όπου και θα παραδοθεί ηθελημένα-άθελα σε μια όλο και μεγαλύτερη εμπλοκή στη δημόσια διαπλοκή, είναι το όχημα για να γραφτεί μια κωμωδία την οποία ο συγγραφέας μάλλον προόριζε ως προειδοποιητικό σήμα κινδύνου, αλλά που εντέλει αποδείχθηκε «τραγικά» διαχρονική κι αξεπέραστη. Η ρουσφετολογία, ο νεποτισμός, η από κάθε άποψη σήψη του δημόσιου βίου και στη μέση το όνειρο ενός απλοϊκού ανθρωπάκου για μια περίοπτη θέση στο δημόσιο που θα «ταΐσει» τη μεγαλομανία του αποτελούν κάτι περισσότερο από «οικεία κακά» και, αναπόφευκτα, τοποθετούν το έργο (τουλάχιστον από πλευράς story) όχι σε μια μουσειακή, ξεχασμένη προθήκη, αλλά εδώ δίπλα μας.

Ο Γενικός Γραμματεύς

Η απόφαση να ανεβεί το έργο σε μια πειραματική σκηνή (του Εθνικού Θεάτρου εν προκειμένω) δημιουργεί προσδοκίες, τόσο για την υφολογική του αντιμετώπιση όσο και για την ιδεολογική/πολιτική του ερμηνεία. Η σπιρτόζικη γραφή του συγγραφέα δεν αποκλείει την αναβίβαση του έργου ως έχει, από μια άλλη άποψη, όμως, η δοκιμή πάνω στο ύφος του είναι καλοδεχούμενη αν όχι απαραίτητη, αν τουλάχιστον θέλουμε να μιλάμε για θέατρο του 21ου αιώνα.

Η Μαραθάκη στήνει επί σκηνής μια καλοκουρδισμένη θεατρική μηχανή

Ο Καπετανάκης έγραψε το έργο του στον απόηχο του κωμειδυλλίου, της κωμωδίας δηλαδή «μετ’ ασμάτων», προεκτείνοντας βέβαια την προβληματική του πέραν αυτής μιας «κωμωδιούλας» με «τραγουδάκια», δεν πρόδωσε όμως το ύφος του είδους. Έχουμε να κάνουμε με μια μουσική κωμωδία που σηκώνει σύγχρονη ερμηνεία, όπως και με μια κωμωδία που χρησιμοποιεί ως κωμικό όχημα την τυποποίηση, τους στερεοτυπικούς χαρακτήρες και την καρικατούρα, που ζητά έμπνευση στην αποτύπωση του ύφους της.

Αυτό είναι το ένα κρατούμενο και σε αυτό η Σοφία Μαραθάκη μεγαλουργεί, με άξιο συνδημιουργό το συνθέτη Χαράλαμπο Γωγιό, καθώς στη μουσική του οφείλεται το ήμισυ τουλάχιστον του αποτελέσματος. Η Μαραθάκη στήνει επί σκηνής μια καλοκουρδισμένη θεατρική μηχανή που εκμεταλλεύεται τις «πάσες» που δίνει το έργο και μεταφέρει την απαραίτητη σάτιρα μέσα από την υπερβολή, το παιχνίδι με τα όρια, το εξωτερικό παίξιμο, τη σωματική τυποποίηση, την κωμική εκμετάλλευση του γλωσσικού ύφους, αλλά χωρίς να παραβλέπει και τη δύναμη της έμμεσης διακωμώδησης.

Ο Γενικός Γραμματεύς

Η μουσική της παράστασης, μοιρασμένη πάνω σε ευρωπαϊκά και σε ελληνικά δημώδη μοτίβα, αποτυπώνει εύγλωττα τον κόσμο του έργου, που φοράει από τη μια φουστανέλα και από την άλλη haute couture από τα «ένδοξα Παρίσια», ενώ τα τραγούδια συμβάλλουν αποφασιστικά στο αποτέλεσμα -μπορούμε να κάνουμε λόγο για οπερέτα-, καθώς δρουν ως δραματουργικό εργαλείο, συντρέχοντας τη δράση και σχολιάζοντάς τη. Το σκηνικό (Κωνσταντίνος Ζαμάνης) παίζει με την ιδέα της θεατρικής σκηνής, επιτρέποντας στους θεατές να πάρουν μια απαραίτητη απόσταση από τα δρώμενα αν θέλουν, καθώς και με τα στοιχεία της ελληνικής ταυτότητας (το χρωματικό συνδυασμό άσπρου και μπλε και τα διακοσμητικά στοιχεία από την αρχαία ελληνική κληρονομιά: περικεφαλαία, προτομή)· τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα συμπληρώνουν εύστοχα το αισθητικό αποτέλεσμα, ενισχύοντας με την αισθητική τους τον αρχοντοχωριατισμό των νεόκοπων «αστών».

Ο Γενικός Γραμματεύς

Όλα καλώς καμωμένα. Υπάρχει, όμως, και το δεύτερο κρατούμενο: πώς αντιμετωπίζεις, εν έτει 2017 και μάλιστα σε πειραματική συνθήκη, ένα έργο που δείχνει πως το πρόσωπό μας στον καθρέφτη ελάχιστα άλλαξε από αυτό του Έλληνα του τέλους του 19ου αιώνα; Αφήνεις, το έργο να μιλήσει μόνο του; Δε σηκώνει, τώρα ειδικά, μια πολιτική ανάγνωση πέρα της προφανούς αλλά αόριστης διαχρονικότητάς του; Στο επίπεδο αυτό η σκηνοθέτιδα εμφανίστηκε το λιγότερο διακριτική, διστακτική. Η έναρξη της παράστασης δημιούργησε αντίθετη εντύπωση, έτσι όπως εκφράσθηκε με τον αναγραμματισμένο λόγο της προεκλογικής ομιλίας και την παρέμβαση του Γωγιού στο κομμάτι που είναι ταυτισμένο στις συνειδήσεις όλων ως ο «ύμνος του ΠΑΣΟΚ», έμεινε όμως μάλλον ανεκμετάλλευτη, ξεκομμένη από την υπόλοιπη παράσταση (εκτός του σημείου όπου παρεμβλήθηκε στη δράση ένας δημοτικός χορός πάνω στο ίδιο μουσικό μοτίβο). Τουλάχιστον ως προς αυτή την κατεύθυνση λειτουργεί το φινάλε της παράστασης, που παραδόθηκε αφηγηματικά από τους ηθοποιούς, χωρίς δράση. Ο «εξαναγκασμός» των θεατών να βγουν εκτός θεατρικής συνθήκης και να κοιτάξουν έξωθεν κάτι που έως τότε ήταν άκρως θεατρικό, ψεύτικο, αν και γνώριμο, συνετέλεσε στη δημιουργία του απαραίτητου, έστω ελάχιστου, σημερινού σχολίου.

Info παράστασης: Ο Γενικός Γραμματεύς | 26 Ιανουαρίου – 26 Φεβρουαρίου 2017 | Εθνικό Θέατρο – Πειραματική Σκηνή -1 – Αίθουσα «Κατίνα Παξινού»

Σχετικά άρθρα: Ξενομανία, αμορφωσιά και επαρχιώτικος μοντερνισμός σε μια «σοβαρή κωμωδία», από την Αργυρώ Μποζώνη