Αν μου ζητούσαν ποτέ να διαλέξω ένα ποίημα από όλα τα ποιήματα που με έχουν συγκινήσει, θα διάλεγα το «Η Πόλις» του μεγάλου αλεξανδρινού ποιητή Κ. Π. Καβάφη. Ίσως γιατί το μήνυμα που μεταφέρει στον αναγνώστη είναι να πατάξει κάθε μοιρολατρική-μεσσιανιστική στάση και να αναλάβει την ευθύνη της ζωής του, αποτρέποντάς τον να ζήσει σαν κι εκείνον μια «ρημαγμένη ζωή» σε μια πόλη που πάντα «τον ακολουθεί», καθώς εκείνος γυρνά «στους ίδιους δρόμους και στες γειτονιές τές ίδιες γερνά και μες στα ίδια σπίτια αυτά ασπρίζει». Σε ένα άλλο ποίημα με τίτλο «Όσο μπορείς», πάλι η ίδια συμβουλή αρθρώνεται πιο καθαρά: «Κι αν δεν μπορείς να κάμεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις,/τούτο προσπάθησε τουλάχιστον/όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις.»

«Η Αλεξάνδρεια γίνεται ένα σύμβολο που έχει τη δύναμη να εμπνέει»

Στο βιβλίο του ο Edmund Keeley, επιχειρώντας μία εισαγωγή στο θέμα του, σημειώνει: «Πάντα η Αλεξάνδρεια είναι μια πόλη που ικανοποιεί πάνω από όλα τα μάτια του νου.» Και φυσικά με αυτό εννοεί πως κάθε άνθρωπος πρέπει να «θρέφεται» από το περιβάλλον του, να παρατηρεί την καθημερινότητά του, τον εαυτό του και τους άλλους. Τι άλλο εξάλλου πιο αγνό κι αληθινό είναι η ποίηση, παρά μία πόρτα που ανοίγουμε για να ανακαλύψουμε την αλήθεια σε ένα χώρο υπαρκτό, μα και αόρατο συνάμα για όσους δεν κοιτάζουν μέσα, δηλαδή μέσα τους; Έτσι η Αλεξάνδρεια γίνεται ένα σύμβολο που έχει τη δύναμη να εμπνέει. «τους άξιους», όπως διδάσκει στο «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον»:

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,/σαν που ταιριάζει σέ που αξιώθηκες μια τέτοιαν πόλι,/πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,/κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι/με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,/ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,/τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,/κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Η αλήθεια είναι ότι ο ποιητής ένιωθε για πολλά χρόνια «διαφορετικός» και μόνος μέσα στην πόλη αυτή. Ο Καβάφης βαστούσε από εμπορική οικογένεια, άλλοτε ανάμεσα στις πρώτες της αλεξανδρινής κοινότητας, αλλά ο πατέρας του πέθανε όταν ο ποιητής ήταν εφτά ετών, αφήνοντας μια ανεπαρκή κληρονομιά. Τα χρόνια της διαμόρφωσής του σημαδεύτηκαν από τη φτώχεια και τις μετακινήσεις. Η ζωή του στην πόλη αυτή «ήταν σαφέστατα περιορισμένη, δίχως τίποτε το συνταρακτικό˙ λιγάκι κοσμική, λιγάκι κρυφή, φτωχή σε γνωριμίες με λογοτέχνες και διανοούμενους, μάλλον στερημένη από μακρόχρονες συναισθηματικές σχέσεις έξω από τον οικογενειακό του κύκλο, δίχως πλατιά δημόσια προβολή».

Στα 1907 γράφει ένα αποκαλυπτικό σχόλιο: «Αλλά στα πολλά δυσάρεστα και βλαβερά που έχει η κατάστασις, τα οποία γίνονται καθημερινώς τόσον αισθητά, ας σημειώσω – για νάχουμε και μια παρηγοριά στον καϋμό μας – κι ένα καλό της. Αυτό το καλό είναι η πνευματική ανεξαρτησία την οποίαν χαρίζει. Όταν ξέρει ο γράφων πού έτσι κι αλλιώς δε θα αγοραστούν από την έκδοσί του παρά ολίγιστοι τόμοι…αποκτά μια ελευθερία μεγάλη στη δημιουργική του εργασία. Ο συγγραφέας που έχει τη βεβαιότητα ή και πιθανότητα, να πουλήσει ολόκληρη την έκδοσί του επηρεάζεται από αυτήν τη μέλλουσα πώλησι. (…)Και δεν υπάρχει πράγμα πιο ολέθριο στην Τέχνη (μόνο που το βάζει ο νους μου και φρίττω) παρά να λέγεται κομμάτι αλλέως και να παραλείπεται εκείνο». Ίσως γι’ αυτό, από ανάγκη δηλαδή να μείνει πνευματικά ελεύθερος, δε δημοσίευσε με την καθιερωμένη έννοια ποτέ τα ποιήματά του. Στα 1891 και τα 1904 δημοσίευσε μόνο ελάχιστα από τα ποιήματά του σε μονόφυλλα ή φυλλάδια για να μοιραστούν αποκλειστικά στους λίγους φίλους και συγγενείς του.

Το βιβλίο που μελέτησα είναι πραγματικά πυκνό σε πληροφορίες, ανάλυση και υλικό. Στο 2ο κεφάλαιο ο συγγραφέας κρίνει ότι το ποίημα «Η Πόλις», όπως και «Η Ιθάκη», ουσιαστικά μιλούν για την προσωπική περιπέτεια του ποιητή. Η πρώτη «ανώνυμη» πόλις «δεν είναι απλά μία εικόνα της προσωπικής του ανίας ή απελπισίας αλλά η τοπογραφία της ψυχής εκείνων που, δέσμιοι της ίδιας τους της αποτυχίας, δεν μπορούν πια να ξεφύγουν».  Στο άλλο ποίημα ξεκαθαρίζει, σαν να συμπληρώνει κι απαντά συνάμα στο πρώτο, λέγοντας στον Οδυσσέα του ότι τελικά «πλούσιος μ’ όσα κέρδισε στο μεγάλο ταξίδι του, θα φτάσει να δει «οι Ιθάκες τι σημαίνουν». Εδώ η αδήλωτη Αλεξάνδρεια λυτρώνεται  στο τέλος από το νόημα της μεταφοράς: η πόλη είναι μόνο αυτό που εσύ ο ίδιος την κάνεις.» Στο επόμενο κεφάλαιο με τίτλο «Η Αισθησιακή Πόλη» ο συγγραφέας διαπιστώνει πώς η Αλεξάνδρεια γίνεται αυτή που στα βρώμικα σοκάκια της κρύβει όλες τις κρυφές-ανομολόγητες ηδονές «Υπάρχουν ενδείξεις πως ο Καβάφης έβρισκε καταπιεστική την Αλεξάνδρεια των νεανικών του χρόνων. Οι προκαταλήψεις της ντόπιας κοινότητας τον ανάγκαζαν να κρατάει κρυφές τις ομοφυλοφιλικές του τάσεις, και φαίνεται πως μονάχα λαθραία κατάφερνε να βρει κάποια ανακούφιση στα μεικτά πορνεία και στις τυχαίες γνωριμίες στο Quartier Attarine, αργά τη νύχτα, δωροδοκώντας τον υπηρέτη για να τον καλύπτει στη μητέρα του, τη Χαρίκλεια –που έζησε μαζί του ως το θάνατό της στα 1899, όταν ο ποιητής ήταν 36 χρόνωνΣτα 48 του ο Καβάφης φαίνεται ότι πήρε την απόφαση να πλάσει την εικόνα μιας μυθικής πόλης. Από τα 1911-1921 τον απασχολούν τα ποιήματα για την αρχαία πόλη που έρχεται σε αντίθεση με τη σύγχρονη που τον οδήγησε να αναζητήσει υλικό στη δόξα των Πτολεμαίων, αλλά και στην πτώση του αρχαίου εκείνου παραδείσου.

«Στα 48 του ο Καβάφης πήρε την απόφαση να πλάσει την εικόνα μιας μυθικής πόλης»

Κλείνοντας, μιας και ο λόγος έφτασε στην «αξιοπρέπεια», στο ποίημά του «Ποσειδωνιάται» ο ποιητής, μιλώντας για τους Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στην Ποσειδωνία μέσα στον Τυρρηνικό κόλπο, γράφει: Και πάντα μελαγχολικά τελείωνε η γιορτή τους./Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες -/Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί˙/και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,/να ζουν και να μιλούν βαρβαρικά/βγαλμένοι-ω συμφορά!-απ’ τον ελληνισμό. Το ποίημα αυτό μαρτυρά κατά τον Keeley ξεκάθαρα τη στάση του ποιητή πάνω στο σοβαρό αυτό θέμα της ελληνικής ταυτότητας που γίνεται οικουμενική, καθώς συνιστά έναν ανώτερο πολιτισμικά τρόπο σκέψης και ζωής μέσα από ενασχολήσεις όπως η φιλοσοφία και η τέχνη.

Κάπως έτσι, νομίζω, αξίζει να τελειώσει ο λόγος για αυτόν το μοναδικό στον κόσμο ποιητή, για τον οποίον ο Γ. Σεφέρης παρατηρεί στις Δοκιμές του ότι «μας άφησε με την πικρή περιέργεια που δοκιμάζουμε για έναν άνθρωπο που χάνεται πάνω στην ακμή του». Ο ίδιος ο Καβάφης λέγεται πως εκδήλωσε κάποτε μία παρόμοια αίσθηση της ανεκπλήρωτης δυνατότητας, όταν είπε στις τελευταίες του μέρες: «Έχω να γράψω ακόμη είκοσι πέντε ποιήματα.» Ο Keeley συμβουλεύει ότι «θα ήταν χρήσιμο να σκεφτούμε τούτα τα άγραφα ποιήματα σαν την τελική φάση της εξέλιξης του ποιητή: την παρουσίαση ενός μεταφορικού τόπου που θα έσμιγε την Αισθησιακή Πόλη, την Αρχαία Αλεξάνδρεια και τον Κόσμο του Ελληνισμού σε μια συνεκτική εικόνα της ανθρώπινης περιπέτειας, λιγότερο ιδιόμορφη και εθνικιστική, που θα μπορούσε να ξεπεράσει τελικά κάθε συγκεκριμένη γεωγραφική  και ιστορική τοποθέτηση, μια εικόνα πιο οικουμενική από εκείνες που γέννησε η ενασχόλησή του με την Αλεξάνδρεια

Αυτά τα τελευταία, φρονώ, αξίζουν τους συλλογισμούς μας: ο άνθρωπος επηρεάζεται από το περιβάλλον του αλλά και καθορίζει τη ζωή του, όταν τολμά να σκέφτεται ελεύθερος, δικαιώνοντας την ανώτερη-λογική του φύση, όταν δεν εγκαταλείπει τον αγώνα στα δύσκολα, όταν δε σκορπίζεται στο ευτελές αλλά συγκινείται από τον πολιτισμό, τον οποίον αντιλαμβάνεται ως ένα παγκόσμιο κι όχι ως ένα «εθνικό προϊόν» από εκείνα που φέρουν ταμπέλες «μαϊμού».