Η ζωή στο δρόμο είναι σκληρή, αυτό το γνωρίζει ο οποιοσδήποτε, κι ας μην έχει υπάρξει άστεγος. Κι όποιος έχει συναναστραφεί έστω και για λίγο με έναν άνθρωπο που έχει ξαφνικά βρεθεί στο δρόμο έχοντας χάσει τα πάντα, καταλαβαίνει πως από τα πιο σκληρά πράματα που συμβαίνουν σε έναν άστεγο, είναι η κοινωνική περιθωριοποίηση. Η ίδια η κοινωνία της οποίας κάποτε ήταν ενεργό μέλος, τώρα να τον πετάει εκτός. Και φυσικά, η έλλειψη επικοινωνίας. Η αποστροφή του βλέμματος έχει μεγαλύτερη επίδραση πάνω σε αυτούς τους ανθρώπους, από όση ίσως υποπτευόμαστε. Ωστόσο, μέσα στην κρίση φάνηκε και το άλλο πρόσωπο της πόλης. Αυτό των συμπολιτών μας που υποστηρίζουν, με όποιο τρόπο μπορεί ο καθένας, όσους έχουν ανάγκη, μεμονωμένοι ή σε συλλογικότητες και σχεδόν πάντα αθόρυβα και μοναχικά. Μια τέτοια περίπτωση έπεσε στην αντίληψή μου μέσα από το πρόγραμμα «Η Αθήνα που δίνει» του συνΑθηνά, της πρωτοβουλίας του Δήμου Αθηναίων για τη διευκόλυνση και αξιοποίηση των ομάδων πολιτών που πραγματοποιούν δράσεις για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στην πόλη.

Ο λόγος για την «κυρία Καίτη», όπως αποκαλούν όλοι την Καίτη Αραβαντινού, που όσο συχνά μπορεί, παίρνει τα ψαλίδια της και κατεβαίνει στους δρόμους της Αθήνας, προσφέροντας δωρεάν κούρεμα σε ανθρώπους που ζουν στο δρόμο. Στην ουσία, όμως, αυτό που τους χαρίζει είναι η ανθρωπιά και το μη επικριτικό βλέμμα. Αυτό που πραγματικά τους έχει λείψει.

«Δεν μου αρέσει η λέξη “βοηθάω”, ή “εθελοντισμός”. Περισσότερο τον εαυτό μου βοηθάω»

Από τα 16 της στους αφανείς ήρωες των μεγάλων θεατρικών σκηνών της Αθήνας, χωρίς τους οποίους δεν μπορεί να σταθεί καμία σοβαρή παραγωγή. Πιτσιρίκα ακόμα, ξεκίνησε ως αμπιγιέζ της Τζένης Καρέζη στις τελευταίες θεατρικές δουλειές της, για να συνεχίσει με μια πορεία τριών δεκαετιών ως μακιγιέζ και κομμώτρια σε δεκάδες παραστάσεις και τηλεοπτικές σειρές (όπως για παράδειγμα τα «Εγκλήματα»).

Από μικρή, επίσης, ενεργή στα κινήματα και τις συλλογικότητες, όπως μας λέει άλλωστε, «πάντα είχα έντονη την αίσθηση της αλληλεγγύης μέσα μου. Ό,τι κάνεις το κάνεις περισσότερο για τον εαυτό σου, το κάνεις εν δυνάμει για σένα. Δεν μου αρέσει η λέξη “βοηθάω”, ή “εθελοντισμός”. Περισσότερο τον εαυτό μου βοηθάω».

Πώς αποφασίσατε, λοιπόν, να κατεβείτε στο δρόμο και να κουρεύετε τους αστέγους;
Πέρασα μια περίοδο με τους νεοάστεγους, ως μέλος της ομάδας καλλιτεχνών της πλατείας Συντάγματος το 2010. Εκεί ξεκινήσαμε κάποιοι άνθρωποι ένα δίκτυο αλληλεγγύης, όπου μαγειρεύαμε για τους νεοάστεγους. Κάπως έτσι άρχισα να σκέφτομαι, αφού τους πηγαίνω φαγητό, δεν τους κάνω και κανά κούρεμα; Και έτσι ξεκίνησα. Στη συνέχεια η ομάδα διαλύθηκε και άρχισα να κατεβαίνω μόνη μου.

Έμαθα για τη δράση σας, μέσω του συνΑθηνά. Πώς ξεκίνησε αυτή η συνεργασία;
Κάποια στιγμή με προσέγγισε η ομάδα One Stop που συνεργάζεται με το συνΑθηνά του Δήμου Αθηναίων, ώστε να πηγαίνω στη στέγη του Δήμου, στην Αθηνάς 55 και να κάνω τη δράση μου. Κάθε Τετάρτη, λοιπόν, μαζευόμασταν άνθρωποι που ο καθένας έκανε μια άλλη δράση και συγκεντρωνόντουσαν πάρα πολλοί άνθρωποι που είχαν ανάγκη, πρόσφυγες και κυρίως χρήστες ουσιών. Οι χρήστες είναι και η πιο δύσκολη περίπτωση από όλες τις περιπτώσεις αστέγων. Ερχόταν τόσος κόσμος στο συνΑθηνά, που γινόταν σκοτωμός, παράπονα του τύπου «γιατί πήρες εκείνον κι όχι εμένα», τέτοια πράγματα. Οπότε ξεκινήσαμε να μοιράζουμε νούμερα για να τηρείται η σειρά. Αυτό εξακολουθώ να το κάνω κι όταν βγαίνω στο δρόμο μόνη μου, γιατί πολύ συχνά όταν βλέπουν να κουρεύω κάποιον, έρχονται κι άλλοι και ζητάνε «Αχ κυρία Καίτη, θέλω κι εγώ!». Κι αν δεν έχω χαρτάκια, λέω στον καθένα προφορικά το νούμερό του κι αισθάνονται ότι είμαστε κανονικά μαγαζί, είναι πελατεία και θα γίνει με τη διαδικασία.

Ποια είναι αυτή η διαδικασία, και πώς προσεγγίζετε αυτούς τους ανθρώπους που είναι τόσο αποκλεισμένοι;
Πάω συνήθως μέρα, γιατί θέλω να έχω καλό φως και να νιώθω ασφαλής, αν και δεν έχω πάθει ποτέ τίποτα. Ξέρω σε ποια σημεία κουρνιάζουν οι περισσότεροι το χειμώνα και το καλοκαίρι. Δεν πηγαίνω μια σταθερή μέρα κάθε εβδομάδα, γιατί μου κάνει λίγο σαν χάπι, σαν ωράριο δουλειάς, ενώ για ‘μένα είναι το διάλειμμά μου. Το κάνω για ‘μένα, για πάρτη μου, δεν θα πάρω λεφτά και θα κάνω αυτό που γουστάρω.

«Το κούρεμα το κάνω για πάρτη μου, δεν θα πάρω λεφτά και θα κάνω αυτό που γουστάρω»

Συνήθως τους προσεγγίζω με όσο πιο απλό τρόπο μπορώ. Τις προάλλες ήταν ένας άστεγος που κοιμόταν, είχα πάρει καφέ, τον σκούντηξα πολύ απαλά, του λέω «έχω πάρει καφέ, μπορώ να καθίσω μαζί σου;», πιάσαμε την κουβέντα και λίγο αργότερα του λέω «είμαι κομμώτρια κι έχω τα εργαλεία μου μαζί, θες να σε κουρέψω; Μ’αρέσει κι εμένα». Μόλις το ακούνε αυτό τρελαίνονται, «Α, αλήθεια; Κουρέψεις εμένα;» Αν δεν έχω τη δυνατότητα να τους πάρω ένα καφέ, κάθομαι μαζί τους για ένα τσιγάρο και σιγά σιγά τους κάνω να νιώσουν ότι πάω εκεί γιατί γουστάρω να πάω. Πρέπει να νιώσουν ασφαλείς. Θέλουν αλήθεια αυτοί οι άνθρωποι.

Το κάνω όλο όσο πιο επαγγελματικά γίνεται, όπως θα κούρευα έναν οποιονδήποτε πελάτη μου. Πάω με τη μπέρτα μου ή με μια πετσέτα, το σκαμπό μου ή θα βρούμε ένα παγκάκι, καθόμαστε όπου μπορούμε. Όταν έχω τη δυνατότητα τους δίνω ένα σαμπουάν να λουστούν λίγο εκείνη την ώρα με μπόλικο νεράκι, καθρέφτη για να βλέπουνε, τους βάζω τζελ, τα πάντα.

«Θέλουν αλήθεια αυτοί οι άνθρωποι»

Πάντα πριν ξεκινήσουμε ρωτάω αν έχουν κάποια σκουπίτσα, αν δεν υπάρχει πάω εγώ και αγοράζω μια, γιατί συνήθως στα καταστήματα δεν τους αφήνουν να μπουν και στο τέλος σκουπίζουν εκείνοι γιατί πρέπει να τους ενεργοποιείς κιόλας, να μην είναι παθητικοί δέκτες. Τα μαζεύουν πάντα και με μεγάλη προθυμία, σπάνια με αφήνουν να τα κάνω εγώ.

Τους ρωτάτε πώς θέλουν να είναι το κούρεμα; Τι σας λένε;
Τους ρωτάω πάντα πώς τα θέλουν, εννοείται! Τις προάλλες μου λέει ο Μοχάμεντ, «θέλω να μου τα κάνεις σαν του Μοχάμεντ Άλι», του λέω «βρε τρομάρα σου που θες να σε κάνω σαν τον Μοχάμεντ Άλι!» και γελάμε πολύ φυσικά. Υπάρχουν κι αυτοί που λένε, «έλα μωρέ, αυτός δεν έχει να φάει και θα τον ρωτήσεις και πώς θέλει να τον κουρέψεις;», είμαι εντελώς αντίθετη σε αυτή την άποψη. Επειδή δηλαδή βρίσκεται κάποιος σε αυτή την κατάσταση, δεν έχει δικαίωμα να έχει τις προτιμήσεις του; Δεν πρέπει να ζητήσει αυτό που του αρέσει;

«Όλο αυτό για μένα είναι τρόπος ζωής πια»

Το κούρεμα και το ξύρισμα διαρκεί συνήθως μια ολόκληρη ώρα, θέλω να το ευχαριστηθούν. Σε έναν κανονικό πελάτη, στο σπίτι μου, μπορεί να διαρκεί μισή ώρα, αλλά σε αυτούς τους ανθρώπους θα το καθυστερήσω όσο γίνεται, είναι η στιγμή τους. Το κούρεμα είναι η πρόφαση για να αισθανθεί και εκείνος ωραία, αλλά και εγώ κυρίως να αισθανθώ καλύτερος άνθρωπος.

Τι προσφέρει σε εσάς την ίδια αυτή η διαδικασία;
Όλο αυτό με κάνει και νιώθω πιο χρήσιμη, πιο ικανή. Δεν είμαι της λογικής ότι μόνο όταν πληρωνόμαστε είμαστε χρήσιμοι. Αισθάνομαι περισσότερο άνθρωπος. Με λιγότερες ενοχές για τους ανθρώπους που ζουν στο δρόμο. Για μένα είναι τρόπος ζωής πια. Παρατηρώ πού υπάρχει ανάγκη και μπορώ με κάποιο τρόπο να δώσω ένα χέρι, δεν ξέρω από πού προκύπτει η δική μου ανάγκη για αλληλεγγύη. Προχτές ακούω κάποιον και μου φωνάζει «Γειά σας κυρία Καίτη!», έκανα λίγη ώρα να θυμηθώ ποιος ήταν γιατί έχω κουρέψει πάρα πολλούς ανθρώπους όλα αυτά τα χρόνια, μου λέει «είμαι ο τάδε που με κούρεψες τότε…». Είναι συγκλονιστικό αυτό το συναίσθημα, να βλέπεις έναν άνθρωπο που είχες κουρέψει κάποτε, να σε αγκαλιάζει με χαρά, να του έχει μείνει η συνάντησή σας. Μετά τον θυμήθηκα βέβαια γιατί τους θυμάμαι όλους, μιας και όλοι μου λένε τις ιστορίες τους, μου μιλάνε όσο θέλουν και για ό,τι θέλουν φυσικά.

Οι περαστικοί πώς αντιδρούν;
Οι περαστικοί που μας βλέπουν εκείνη την ώρα σταματάνε, σχολιάζουν, λένε «μπράβο σας», οι νεότεροι συνήθως θέλουν να βγάλουν φωτογραφία και φυσικά ζητάω πάντα την άδεια εκείνου τον οποίο κουρεύω. Οι περισσότεροι δεν έχουν πρόβλημα, ωστόσο υπάρχουν εξαιρέσεις, κάποιοι δεν θέλουν γιατί μπορεί να μην ξέρουν οι δικοί τους ότι είναι στο δρόμο. Υπάρχουν άνθρωποι που μου λένε ότι δεν το ξέρουν τα παιδιά τους, γιατί μένουν στην Κρήτη για παράδειγμα.

«Έχει τύχει να με απειλήσουν κιόλας»

Δεν ξέρω τι από όλα όσα μου λένε είναι αλήθεια, γιατί κι ο καθένας τους φτιάχνει το δικό του κόσμο που μπορεί να μην ταυτίζεται με την πραγματικότητα, αλλά είναι αυτός που έχει φαντασιωθεί για να μπορέσει να επιβιώσει, το οποίο οφείλεις να σεβαστείς απόλυτα. Έχει τύχει να με απειλήσουν κιόλας βέβαια, ότι ασχολούμαι με τους πρόσφυγες και όχι με τους Έλληνες, με έχουν σπρώξει, μου έχουν πετάξει τα πράγματα, δε μασάω όμως εγώ, είμαι στο δρόμο γενικά, έχω πολιτική δράση, ξέρω πώς να το αντιμετωπίσω. Γι’ αυτό είμαι πάντα κάπου που να έχει κόσμο, δεν απομονώνομαι.

Από όλα αυτά τα χρόνια που κατεβαίνετε στο δρόμο και κουρεύετε, τι σας έχει κάνει μεγαλύτερη εντύπωση;
Οι άστεγες γυναίκες που είναι πολύ λιγότερο κοινωνικές, δεν τις βλέπουμε πολύ γιατί είναι ακόμα πιο δύσκολο για μια γυναίκα να είναι άστεγη. Οι περισσότερες, μάλιστα, είναι χρήστριες σε νεαρή ηλικία. Θυμάμαι επίσης έντονα την περίπτωση του Βασίλη, ο οποίος ήταν χρήστης και πάντα τον ρωτούσα, όπως όλους, «ρε συ Βασίλη, θες να σου φέρω κάτι; Έναν καφέ, κάτι που χρειάζεσαι;» Δε μου έλεγε ποτέ, δε ζητούσε τίποτα, μέχρι που κάποια στιγμή, μετά από πολύ καιρό που πήγαινα, μου λέει με μεγάλο δισταγμό «Καίτη, ξέρεις τι θέλω; …μια φλογέρα!».

«Αυτοί οι άνθρωποι περισσότερο απ’ όλα χρειάζονται την επικοινωνία. Την κανονικότητα»

Δεν θα το ξεχάσω αυτό το πράγμα και ακόμα συγκινούμαι όποτε το θυμάμαι. Κινητοποιηθήκαμε μέσω Facebook και η φλογέρα βρέθηκε μέσα σε μία ώρα. Ήταν το απωθημένο του να έχει μια φλογέρα, ήταν πολλά χρόνια ήδη στο δρόμο και έλεγε, αφού είμαι στο δρόμο και οι περαστικοί μου δίνουν κάτι, να τους παίζω κι εγώ κάτι.

Πέρα από τη στέγαση, που είναι φυσικά το μεγάλο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπισθεί, ποια θα λέγατε ότι είναι η μεγαλύτερη ανάγκη των ανθρώπων που ζουν στο δρόμο;
Αυτοί οι άνθρωποι έχουν απ’ όλα, θα περάσει κάποιος θα τους αφήσει μια τυρόπιτα, κάποιος άλλος έναν καφέ, το οποίο δεν το υποτιμώ καθόλου και μπράβο σε όσους το κάνουν, αλλά αυτό που χρειάζονται περισσότερο απ’ όλα είναι η επικοινωνία. Η κανονικότητα. Να κάτσεις 5’ μαζί τους για ένα τσιγάρο να πείτε δυο κουβέντες. Είμαστε στο κέντρο της Αθήνας, τους βλέπουμε καθημερινά μπροστά μας και δεν τους μιλάει κανείς. Αυτή είναι η μεγαλύτερη απομόνωση. Ας προσπαθήσουμε να μπούμε στη θέση τους, είναι πολύ εύκολο το πέρασμα σε αυτή την κατάσταση.

Οι Έλληνες τελικά είμαστε πραγματικά αλληλέγγυοι στις πιο αδύναμες ομάδες πληθυσμού;
Υπάρχει μια μερίδα του ελληνικού λαού που είναι ρατσιστές και υπάρχει και μια μερίδα κόσμου που δραστηριοποιείται. Βλέπω μεμονωμένους ανθρώπους που, ιδιαίτερα το χειμώνα, κατεβάζουν κουβέρτες στους αστέγους κι ό,τι μπορεί ο καθένας, υπάρχουν και ομάδες που κάνουν πολύ σημαντική δουλειά χωρίς να το ξέρει κανένας. Έχω δει πάρα πολλά πράγματα στα τόσα χρόνια που το κάνω αυτό. Η νέα γενιά έχει πολύ έντονο το αίσθημα της αλληλεγγύης, βοηθάνε πολύ τα νέα παιδιά.

Όποιος ενδιαφέρεται να πάρει τα ψαλίδια του και να κάνει μια αντίστοιχη δράση, μπορεί να επικοινωνήσει για περισσότερες πληροφορίες με την κ. Καίτη Αραβαντινού στο kaitiaravantinou@gmail.com