Αν με ρωτήσει κάποιος που δεν την ξέρει, τι είναι η Λένα Κιτσοπούλου, θα απαντήσω με τη μια: είναι ένας πολύ ταλαντούχος άνθρωπος. Κάθε φορά με εντυπωσιάζει, την ξέρω από τα είκοσί της, τότε που ήταν μαθήτρια στο Τέχνης, τραγουδούσε καταπληκτικά, ήταν η κοπέλα που στη «Γέρμα» έπεφτε επάνω της το μάτι σου, έφτιαχνε κάτι καταπληκτικά πελώρια δαχτυλίδια και φορούσε δέκα σε κάθε δάχτυλο, φορούσε κανονικούς κοθόρνους κόντρα σε κάθε μόδα των 90’s.

Αυτό που έκανε και κάνει τη Λένα ξεχωριστή, είναι η απόλυτη φυσικότητα με την οποία πράττει. Τραγουδάει, μιλάει, χορεύει, ζωγραφίζει, παίζει σαν να είναι το πιο αυτονόητο πράγμα του κόσμου. Είναι το πιο αυθεντικό, αληθινό πρόσωπο, κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο του θεάτρου, αλλά και μιας ολόκληρης καλλιτεχνικής γενιάς και αυτό γιατί δε θα μπορούσε να κάνει αλλιώς. Αυτό που κάνει, είναι ο τρόπος της να ζει. Ό,τι είναι κατασκευασμένο, επιτηδευμένο, είναι πολύ μακριά της, σου παίρνει πέντε λεπτά να το καταλάβεις, δε χρειάζεται καμία ανάλυση. Και δε φαίνεται στα πράγματα που έχει κάνει. Φαίνεται στην ευγνωμοσύνη που έχει απέναντι σε αυτά που έχει ζήσει. Περάσαμε ένα πολύ ωραίο απόγευμα, μιλήσαμε για καινούργια και παλιά, ανακατωμένα και χωρίς καμιά σειρά. Γιατί δεν υπάρχει κανένας λόγος να μπει σε σειρά αυτή η προσωπικότητα.

Η Λένα Κιτσοπούλου φέτος ταξίδεψε πολύ. Με το έργο της «Μια μέρα, όπως κάθε μέρα, σε ένα διαμέρισμα από τα χιλιάδες διαμερίσματα της Αθήνας, αυτά με τα κουφώματα ασφαλείας και τους βολικούς καναπέδες τους, σε κατάσταση αμόκ. Ή η ανουσιότητα του να ζεις» (αμάν αυτός ο τίτλος!), που θα ξαναγίνει μετά το Πάσχα στο μικρό Παλλάς, με τα ρεμπέτικα που τραγούδησε στο φεστιβάλ «Νάρκισσος» του Ιδρύματος Ωνάση στη Νέα Υόρκη, με τους Έλληνες συγγραφείς που διάβασαν τα έργα τους στο Εθνικό θέατρο της Μαδρίτης, με την «Έντα Γκάμπλερ» που σκηνοθέτησε στη Γερμανία. Αυτή η τελευταία ήταν μια ζόρικη εμπειρία, αλλιώτικη. Από εκεί αρχίσαμε τη συζήτηση:

«Παίξαμε την Έντα στο Ομπερχάουζεν, ένα θέατρο έξω από το Ντίσελντορφ, λέει η Λένα. «Μείναμε έξι εβδομάδες για τις πρόβες, έτσι κάνουν εκεί και με αυτό το μηχανισμό δεινοπάθησα. Είναι ζόρικος, σκληρός, ένιωσα πολύ μόνη μου, γιατί δε δουλεύω με αυτό τον τρόπο. Από την άλλη, η ίδια η διαδικασία μού έβγαλε φοβερές δυνάμεις που δεν τις ήξερα, δεν είχε χρειαστεί μέχρι τώρα. Ακόμα και ότι όλα πάνε σαν ρολόι, σαν τράπεζα. Τελικά χάρηκα, γιατί η παράσταση έχει μια θερμοκρασία σαν αποτέλεσμα, άλλοι τη λατρεύουν και άλλοι τη μισούν, κουβεντιάζουν με πάθος γι’ αυτήν και εγώ τα κατάφερα και δεν έκανα καμία έκπτωση σε αυτό που ήθελα, ξεπέρασα τα όριά μου και προχώρησα σε πράγματα που εδώ μπορεί και να τα φοβόμουνα. Με μια φράση, είναι σαν να πέρασα στρατό και σπούδασα τέσσερα χρόνια σκηνοθεσία σε έξι εβδομάδες».

Θα το ξανάκανες;
Θα το ξανάκανα γιατί τελικά η δουλειά είναι μια, η γλώσσα είναι κοινή. Γιατί είναι ένα ενδιαφέρον ταξίδι, μπαίνεις στο τρένο και πηγαίνεις στη μισή Ευρώπη, γνωρίζεις ανθρώπους και συνδέεσαι και γιατί είμαστε μια μικρή χώρα απομονωμένη, μαθαίνεις ταξιδεύοντας και είναι σημαντικό. Το ίδιο συνέβη όταν είχα πάει στη Γερμανία για έξι μήνες, γνώρισα τον Γκότσεφ, όλη αυτή την οικογένεια, τον τρόπο δουλειάς τους, μπήκα σε έναν κόσμο, έκανα σχέσεις που με επηρέασαν.

“Μια μέρα, όπως κάθε μέρα, σε ένα διαμέρισμα από τα χιλιάδες διαμερίσματα της Αθήνας, αυτά με τα κουφώματα ασφαλείας και τους βολικούς καναπέδες τους, σε κατάσταση αμόκ. Ή η ανουσιότητα του να ζεις”, 2015

Εδώ υπάρχουν συγγένειες;
Νομίζω ότι υπάρχει σε μια μικρογραφία. Γίνεται μια οικογένεια με έναν τρόπο, ασχέτως αν υποστηρίζεται οικονομικά. Υπάρχουν παρέες που δουλεύουν μαζί, σαν παράδειγμα φέρνω ότι δουλεύουμε συχνά με τον Καραθάνο και άλλους φίλους, ο Μοσχόπουλος έχει κάνει το δικό του κόσμο.

Στη δουλειά έχεις ζοριστεί;
Σε ζόρικη θέση είμαι πάντα λόγω του χαρακτήρα μου. Πάντα κλαίω και βασανίζομαι, κάτι μου φταίει, αλλά όχι δεν έχω ζοριστεί με την έννοια της δυσάρεστης εμπειρίας. Υπάρχουν δύσκολες στιγμές. Θυμάμαι όταν είχα αρχίσει να γράφω είχα φύγει στη Γερμανία γιατί είχα πήξει με το να ανήκω κάπου ή να περιμένω από τους άλλους να με πάρουν στη δουλειά τους. Είχα ανάγκη την αυτονομία, την οποία έχω ανάγκη και ως άνθρωπος. Έτσι πηγαίνω και στη Σαντορίνη και κάθομαι μήνες χωρίς να δουλεύω στα θεατρικά πράγματα, πάντα κάνοντας κάτι, γράφοντας, δουλεύοντας με τα ρεμπέτικα στις ταβέρνες, φτιάχνοντας διάφορα με τα χέρια μου.

normal_KITSOPOULOU_13_-_HIGH

Τη σχολή τη θυμάσαι;
Τα χρόνια της σχολής ήταν τα πιο ωραία της ζωής μου, οι πιο δυνατές φιλίες μέχρι σήμερα. Ήμασταν πολλές ώρες στο θέατρο τότε, γιατί παίζαμε από το πρώτο έτος. Ήταν μια τρέλα. Η ζωή μας ήταν θέατρο, πρόβες, σχολή και μετά γλεντοκόπι μέχρι το πρωί. Ήταν ένας συνδυασμός επταήμερης με αυτό που αγαπάς, ιδανικό πράγμα.  Σήμερα, με την Μαριάννα Κάλμπαρη (καλλιτεχνική διευθύντρια του θεάτρου Τέχνης) είμαστε σε ανοιχτή επικοινωνία και πάντα συζητάμε τι μπορούμε να ξανακάνουμε, πάντα το χαίρομαι. Έχω ζεστασιά με αυτούς του χώρους, με εποχές έντονες που μένουν, με ανθρώπους που έφυγαν και είναι σαν να θυμάσαι την οικογένεια, τους θείους σου.

Στη συνέχεια;
Ήρθαν ωραία τα πράγματα, κύλησαν. Δε δυσκολεύτηκα, ας πούμε δεν έχω πάει σε οντισιόν. Με κράτησε δυο χρόνια το Τέχνης, έπαιξα ρόλους και με τον Κουγιουμτζή και τον Λαζάνη,  με είδε ο Χουβαρδάς με πήρε στο Αμόρε. Ήθελα πολύ να γνωρίσω τον Παπαβασιλείου, έγινε από μόνο του, κάπου με βρήκε, παίξαμε. Ήθελα κι εγώ σαν τρελή να πάω στο Βογιατζή, έγινε. Χωρίς πολλά.

«Σαν παιδί είχα μια τρομερή ησυχία με τον εαυτό μου»

Είχες ποτέ ανάγκη να πείσεις με αυτό που κάνεις;
Όχι δε με απασχόλησε ποτέ να πείσω κανέναν, εγώ λειτουργούσα πάντα μόνη μου και πάντα με έναν εφηβικό τρόπο. Με θυμάμαι να κάνω αυτό που έκανα σαν να ήμουν στο παιδικό δωμάτιο. Έκανα στον μικρόκοσμό μου κάποια πράγματα και καταλάβαινα από τους πολύ κοντινούς ότι αυτό έχει κάποιο ενδιαφέρον και αυτό εξαπλωνόταν σιγά –σιγά. Ούτε έβαλα ποτέ στόχο να γίνω σκηνοθέτης. Γινόντουσαν από μόνα τους.

Ακούς το ότι είσαι το πιο «hot πράγμα στην πόλη»;
Το ακούω και δεν το ακούω, παίρνω χαμπάρι ότι υπάρχει ένας ντόρος γύρω από ‘μένα, αλλά ο χαρακτήρας μου είναι έτσι που την επόμενη στιγμή είμαι κλεισμένη στις ανασφάλειές μου, με τα δικά μου θέλω, σε ένα δικό μου κόσμο και δεν επηρεάζομαι, έχω τις δικές μου σκέψεις. Αυτό που ακούω δε μου αλλάζει κάτι επί της ουσίας.

Αυτό συνέβαινε πάντα;
Σαν παιδί είχα μια τρομερή ησυχία με τον εαυτό μου. Μπορούσα να είμαι μέσα στο δωμάτιό μου για ώρες και να ασχολούμαι με ένα πράγμα. Έπαιρνα μια κιθάρα και έπαιζα, τραγουδούσα, διάβαζα πολύ λογοτεχνία, είχα αυτή την ήσυχη πλευρά και συγκεντρωνόμουν πολύ εύκολα. Μετά, πέρασα μια πολύ έντονη εφηβεία που τα ‘κανα όλα ρημαδιό. Αλλά είχα πάντα και μια καλλιτεχνική τάση. Στο σχολείο ήμουνα σε όλες τις γιορτές, έφτιαχνα όλες τις αφίσες, έγραφα, ήμουνα με μια κιθάρα στο προαύλιο, έπαιζα πάντα στο θέατρο του σχολείου, μέχρι και μόδιστρος ήθελα να γίνω, σχεδίαζα ρούχα, έφτιαχνα κόμικς. Όπου υπήρχε  μουσική και θέατρο ήμουνα μέσα.

«Έχω μια άνεση να δίνω σε ομάδες τα κείμενά μου και ποτέ δε σκέφτηκα αν θα κάνουν καλή παράσταση»

Έτσι κάπως προέκυψε και η λογοτεχνία;
Η γραφή είναι ένα πράγμα που καταρχάς ξεκίνησε άσχετα από το θέατρο. Έγραφα πάντα. Ούτε ημερολόγια, ούτε σκέψεις, ξεκινούσα μια ιστορία. Κάποιες πιο ολοκληρωμένες τις είδαν κάποιοι φίλοι και έτσι ξεκίνησα με τις «Νυχτερίδες», ακολούθησαν οι «Μεγάλοι Δρόμοι» και το «Μάτι του Ψαριού». Μου αρέσει η μικρή φόρμα, μου μοιάζει, είναι και πράγματα που θα τα παιδέψω, αλλά πολλές φορές το πρώτο, το αυθόρμητο, το κρατάω, δεν το επεξεργάζομαι πολύ. Φυσικά πάντα ζηλεύω ένα μεγάλο, σπουδαίο μυθιστόρημα.

Σου αρέσει που γίνονται παραστάσεις τα διηγήματα;
Το θεωρώ πολύ τιμητικό να έρχονται νέα παιδιά και να τα ζητάνε. Είδα τους «Μεγάλους δρόμους» με την Εύα Λαμπάρα και έκλαιγα, ήταν απίστευτη εμπειρία. Γενικά έχω μια άνεση να δίνω σε ομάδες τα κείμενά μου και ποτέ δε σκέφτηκα αν θα κάνουν καλή παράσταση. Δε θέλω να είμαι μίζερη με αυτά, ζεις μερικά δυνατά πράγματα όταν τις βλέπεις. Και είχα την τύχη μέχρι τώρα να πέσουν σε καλά χέρια τα διηγήματά μου.

Σκίτσο της Λένας Κιτσοπούλου από το εσωτερικό του βιβλίου “Μεγάλοι δρόμοι”, εκδόσεις Μεταίχμιο

Με τα ρεμπέτικα πώς ξεκίνησες να τα τραγουδάς;
Τα ανακάλυψα μετά τα είκοσι και μπήκα με την καρδιά μου. Με γοήτευσαν αυτές οι γυναίκες που τα τραγουδούσαν και η εικόνα τους. Ήταν πολύ δυνατές γυναίκες και αν κάτι ζηλεύω, αν με ρωτούσαν ποτέ πότε θα ήθελα να ζω, θα απαντούσα στην εποχή τους. Να είμαι μια γυναίκα στο πάλκο. Από το 2006 τραγουδάω και σε πολλά μέρη, ούτε που ήξεραν ποια είμαι. Ήμουνα η τραγουδίστρια του μαγαζιού. Ούτε η ηθοποιός που τραγουδάει, τίποτα τέτοιο. Έχω τραγουδήσει σε γάμους Ελληνοαμερικάνων, σε συνέδρια Κινέζων και αύριο αν μου πει ο μπουζουξής μου, πάμε στο Λαύριο σε ένα γάμο, το γουστάρω, θα το κάνω.

«Είναι για μένα μια πρόκληση η Λυσιστράτη, είναι κάτι διαφορετικό, κάτι που δεν κάνω συχνά, να μπω στην περιπέτεια του άλλου»

Είναι και λίγο ανακουφιστικό να μην κάνεις μια δουλειά;
Έχω γίνει πέντε κομμάτια, αλλά δεν ξέρω πώς θα ήταν αν ήμουνα μόνο ηθοποιός.

Το καλοκαίρι θα είσαι μόνο ηθοποιός;
Είναι για μένα μια πρόκληση η Λυσιστράτη. Είναι κάτι διαφορετικό, κάτι που δεν κάνω συχνά, να μπω στην περιπέτεια του άλλου. Είναι τιμητική η πρόταση του Μαρμαρινού, θα περάσω τρεις μήνες διαφορετικά, δε θα πάω στη Σαντορίνη όπως κάθε χρόνο και έχω την περιέργεια να με δω μετά από τόσο καιρό, να δω πώς έχω γίνει ως ηθοποιός, αν έχω κάνει πρόοδο, αν μπορώ.

Τις κριτικές τις διαβάζεις;
Τις καλές, γιατί είμαι ψωνάρα και χαίρομαι. Αν μου πει κάποιος δες αυτό, έχει ενδιαφέρον, το κάνω. Ακόμα και αν έχει αρνητικά πράγματα. Αν έχει μια ουσία, μια σκέψη, με ενδιαφέρει. Αν είναι ένας σεξιστής ή ένας που θέλει να με βρίσει με μια γλώσσα μίζερη και φτηνή δε με ενδιαφέρει.

«Σκιτσάρω πάντα, φεύγει το χέρι μου στο χαρτί, στις πρόβες, έχω ένα σπίτι γεμάτο χαρτιά, χαρτάκια, πακέτα τσιγάρων»

Όλη την ώρα που μιλάμε σκιτσάρεις…
Σκιτσάρω πάντα, φεύγει το χέρι μου στο χαρτί, στις πρόβες, έχω ένα σπίτι γεμάτο χαρτιά, χαρτάκια, πακέτα τσιγάρων. Έτσι ξεκίνησα να φτιάχνω και γλυπτά με τον πηλό, κάτι κάνουν διαρκώς τα χέρια μου. Ξεκίνησα να καταπιάνομαι στους φίλους μου που είναι κεραμίστες στη Σαντορίνη και άρχισαν να παίρνουν μια ωραία μορφή. Έχουν κάτι άτεχνο αλλά και μια ένταση, έναν αυθορμητισμό. Θα κάνω μια έκθεση στη Breeder το φθινόπωρο και αυτή η διαδικασία με έχει βάλει σε ένα τριπάκι σαν να έχει ανοίξει μια κάνουλα στον εγκέφαλο, να σκεφτώ ένα εικαστικό περιβάλλον με ένα τρόπο πιο σοβαρό και πιο βαθύ που μέχρι τώρα δεν είχα φανταστεί.

Σκίτσο της Λένας Κιτσοπούλου από το εσωτερικό του βιβλίου “Μεγάλοι δρόμοι”, εκδόσεις Μεταίχμιο

Είσαι ευχαριστημένη μέχρι σήμερα;
Κυλάει το πράγμα, με τα απαραίτητα, μη νομίζεις, αλλά εγώ έχω αυτή την ευτυχία να κάνω συνεχώς κάτι, ακόμα και αν είναι πολύ κουραστικό. Δεν είμαι ποτέ σε κατάσταση απόλυτης αδράνειας, αν αυτό λέει κάτι και είμαι πολύ ευχαριστημένη γιατί κάνω αυτά που αγαπώ. Που μπορώ και ασχολούμαι με αυτά και που αρέσουν και σε άλλους και τα μοιράζομαι.

Info:
«Η ανουσιότητα του να ζεις», σε σκηνοθεσία Λένας Κιτσοπούλου | 4 – 22 Μαΐου 2016 | Τετάρτη έως Κυριακή, στις 21.00 | 12 – 20€ | Μικρό Παλλάς

– Η Λένα Κιτσοπούλου θα πρωταγωνιστήσει στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη με το Εθνικό Θέατρο | σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινός | 5 & 6 Αυγούστου | Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου