Αναβλητική, φυγόπονη, ευέξαπτη, συγκρατημένη, αντιφατική. Κάπως έτσι χαρακτήριζε τον εαυτό της η Λούλα Αναγνωστάκη απαντώντας πριν χρόνια στο ερωτηματολόγιο του Προυστ. Αλήθεια ή ψέματα; Ποιος, άλλωστε, μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια την ουσία μιας τόσο περίπλοκης και υπερβατικής φύσης, ενός «άλλου ψυχισμού», μιας γυναίκας που οικειοθελώς είχε επιλέξει να κρύβει τα μάτια της, το μόνο σημείο του ανθρώπινου σώματος που είναι σύμμαχος της ειλικρίνειας, πίσω από ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά;

Κομμάτια της Λούλας Αναγνωστάκη, που έφυγε από τη ζωή το πρωί της Κυριακής 8 Οκτωβρίου ήσυχη στον ύπνο της, μπορείς να ανιχνεύσεις κυρίως μέσα από τα έργα της, αλλά και από τις ανέκαθεν σύντομες, περιεκτικές και ευθείς απαντήσεις που έδινε στους δημοσιογράφους, τις σπάνιες φορές που δεχόταν να παραχωρήσει μία συνέντευξη. Τα όσα έγραφε με τα όσα αποκάλυπτε για τον εαυτό της στις συνεντεύξεις, δεν απέχουν πολύ.

Τουναντίον, σκιαγραφούν ένα κοινό τοπίο όπου το απρόβλεπτο, η ανασφάλεια, το ανεκπλήρωτο, η αίσθηση της ανεπάρκειας και της παγίδευσης στο παρελθόν, η υπέρβαση των ορίων, η λάμψη, η έκρηξη, η ζωντάνια, ο εγκλωβισμός, η ισοπέδωση, η αποδοχή της τέλειας συντριβής με την ταυτόχρονη ανάγκη για απελευθέρωση, οι τύψεις, οι στιγμές ευτυχίας, η προσωπική μοναξιά, η πάλη με τον κόσμο που μας περιβάλλει, το ιδιωτικό που γίνεται δημόσιο και το αντίθετο, η αγωνία για το αύριο και τα ραγίσματα της ψυχής είναι σε πρώτο πλάνο.

Ο λόγος της ήταν άμεσος και ρεαλιστικός, ενώ δεν δίσταζε να φλερτάρει με την ποίηση και τη νεότητα. Γι’ αυτό και τα έργα της αγαπήθηκαν και θα αγαπιούνται πολύ απ’ τους νέους αναγνώστες και δημιουργούς, αφού η Λούλα κατάφερε να μιλήσει τη γλώσσα κάθε νέας γενιάς που ξεκινά το αμήχανο βήμα της στον μετέωρο κόσμο. Το πιο γοητευτικό στοιχείο στον λόγο της, βέβαια, που δεν κάνει το επίθετο «σπουδαία» να ακούγεται παράταιρο δίπλα στο όνομα της, είναι που κατάφερε να τον αποδώσει τόσο προσωπικά και υπαρξιακά. Η πλάγια και λοξή ματιά με την οποία έβλεπε τους ανθρώπους και τις καταστάσεις, η αποστροφή της για κυριολεξίες και ο τρόπος της να συμπυκνώνει μέσα σε μια μικρή φράση μια τεράστια κοσμοθεωρία για τα τραύματα του ενός που αναπόφευκτα ανήκουν στους πολλούς, είναι αρκετά για να της χαρίσουν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία που λέγεται «θέατρο».

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη κάποια χρονιά μέσα τη δεκαετία του 1930. Η ίδια ποτέ δεν είχε καλή σχέση με την ταυτότητα και το χρόνο. Ο πατέρας της ήταν ακτινολόγος και η μητέρα της νοικοκυρά. Με τον αδερφό της, τον ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη, όταν ήταν μικροί βίωσαν μαζί την Κατοχή και τον Εμφύλιο και όταν μεγάλωσαν εκείνος της έδινε πότε πότε κάποιο ποίημά του για να του πει την γνώμη της κι εκείνη του διόρθωνε καμιά λέξη.

Πήρε το πτυχίο της στη Νομική του Αριστοτελείου και το 1959 πρωτοεμφανίστηκε σαν σεναριογράφος στην σπονδυλωτή ταινία του Σωκράτη Καψάσκη «Ερωτικές Ιστορίες». Το ντεμπούτο της σαν θεατρική συγγραφέας το έκανε στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν με τρία μονόπρακτα («Η πόλη, «Η παρέλαση», «Η διανυκτέρευση») υπό τον γενικό τίτλο «Η πόλη». Στην αρχή είχε γράψει μόνο την «Πόλη» και τη «Διανυκτέρευση», αλλά ο Κουν της ζήτησε ακόμα ένα μονόπρακτο για να ολοκληρώσει την παράσταση. Μέσα σε μια νύχτα έγραψε και την «Παρέλαση», αυτόματα, σχεδόν αυθόρμητα, όπως και τα υπόλοιπα θεατρικά που ακολούθησαν: Η συναναστροφή (1967), Αντόνιο ή το μήνυμα (1972), Η νίκη (1978), Η κασέτα (1982), Ο ήχος του όπλου (1987), Διαμάντια και μπλουζ (1990), Το ταξίδι μακριά (1995), Ο ουρανός κατακόκκινος (1998), Σε σας που με ακούτε (2003).

Τα έργα της σκηνοθετήθηκαν και ερμηνεύτηκαν από την αφρόκρεμα του καλλιτεχνικού κόσμου: Κουν, Βογιατζής, Τριβιζάς, Κουγιουμτζής, Παπαβασιλείου, Πιττακή, Λαζάνης, Λυμπεροπούλου κ.α.. Και οι ξένοι όμως την αγάπησαν κάνοντάς τη μ’ ένα τρόπο «διεθνή». Η «Πόλη» παίχτηκε το 1967 στο Tearto dei Verdi στην Πάντοβα σε μετάφραση Filippo Maria Pontani και το 1969 μεταδόθηκε από το BBC σε μετάφραση George Angell και σκηνοθεσία του «παράλογου» Martin Esslin. Αλλά και η «Παρέλαση» ανέβηκε το 1968 στην παριζιάνικη Maison des Lettres, σε μετάφραση Νικηφόρου Παπανδρέου & J.Y.C. Fosse και σκηνοθεσία Antoine Vitez, με τους Colin Harris και Brigitte Jacques. Η ίδια θα δηλώσει αρκετά χρόνια μετά ότι δεν της άρεσε ποτέ τόσο πολύ το θέατρο, αλλά το θεωρούσε πιο εύκολο. Θα προτιμούσε να κάνει μόνο κινηματογράφο, αλλά στην Ελλάδα ο κινηματογράφος δεν υπήρξε ποτέ καλός.

Λούλα Αναγνωστάκη - Κάρολος Κουν

Λούλα Αναγνωστάκη – Κάρολος Κουν

Παντρεύτηκε τον κριτικό θεάτρου και ηθοποιό Μηνά Χρηστίδη, αλλά ο γάμος τους κράτησε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Τον αντικατέστησε ένας κεραυνοβόλος και πολυσυζητημένος έρωτας με τον γοητευτικό διανοούμενο, συγγραφέα, μεταφραστή και καθηγητή ψυχιατρικής Γιώργο Χειμωνά. Μαζί αποτέλεσαν ένα απ’ τα πιο θρυλικά και εκκεντρικά ζευγάρια της αθηναϊκής διανόησης, ζώντας μια θυελλώδη σχέση με πολλές εναλλαγές και ισχυρά συναισθήματα στο ιστορικό διαμέρισμα της οδού Καψάλη 1 στο Κολωνάκι, μεταξύ βιβλίων, προσωπικών σημειώσεων, πινάκων του Τσαρούχη, πολλών πακέτων τσιγάρα, ατέλειωτων συζητήσεων για την Αριστερά, ομηρικών καυγάδων, ροκ και κλασσικής μουσικής. Καρπός του έρωτά τους ο νυν συγγραφέας και πολιτικός Θανάσης Χειμωνάς.

Λούλα Αναγνωστάκη – Γιώργος Χειμωνάς

Ο πρόωρος θάνατος του Γιώργου Χειμωνά το 2000 σήμανε το τέλος της σχέσης τους και την είσοδο της Αναγνωστάκη σε μια προσωπική μοναξιά που ουσιαστικά κράτησε μέχρι χθες το πρωί, όταν κι εκείνη έφυγε από τη ζωή. Τις σπάνιες φορές που μίλησε δημόσια για τη σχέση τους, παραδέχτηκε ότι ήταν πολύ δεμένη μαζί του, αρνούμενη να μιλήσει για τα δικά του αισθήματα. «Μη με ρωτάτε για τα αισθήματα του Γιώργου δεν τα ξέρω. Μπορεί να μην ήταν ίδια με τα δικά μου. Και μάλλον δεν ήταν ίδια με τα δικά μου. Ούτε ο ίδιος δεν ήξερε πραγματικά ή ήξερε πάρα πολύ… Ποτέ δεν τον κατάλαβα».

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της ζούσε κλεισμένη στο σπίτι της στο Κολωνάκι, μακριά απ’ τα εγκόσμια, μαζί με το γιο της και μία κυρία που την φρόντιζε. Καθόταν στο σαλόνι, έβλεπε τις ειδήσεις στην τηλεόραση, δεχόταν τις επισκέψεις αγαπημένων προσώπων, φορούσε πάντα τα μαύρα της γυαλιά, ανανέωνε τακτικά το κόκκινο κραγιόν στα χείλη της, καμιά φορά δάκρυζε και κάπνιζε μανιωδώς. Παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, το πνεύμα της ήταν καθαρό και η σκέψη της σε υπερδιέγερση. Αυτό ήταν αντιληπτό για όσους είχαμε την τύχη (και την τιμή) να την επισκεφτούμε με την αφορμή μιας συνέντευξης – συνάντησης. Όπως και ο ουσιαστικός πολιτισμός, η ευγένεια και η εύθραυστη ψυχοσύνθεση που εξέπεμπε. Ένα αστέρι αυτόφωτο που από χθες κατοικεί σε «ουρανό κατακόκκινο».