«Από τα παιδικά μου χρόνια ήμουν πιστός στα τέρατα. Με έχουν σώσει και μου έχουν δώσει άφεση αμαρτιών, γιατί πιστεύω ότι τα τέρατα είναι οι προστάτες άγιοι της ευλογημένης μας ατέλειας, επιτρέποντας και ενσαρκώνοντας την πιθανότητα να αποτυγχάνεις και να ζεις. Επί είκοσι πέντε χρόνια, χειροτέχνησα πολύ παράξενες μικρές ιστορίες, φτιαγμένες από κίνηση, χρώμα, ζωή και σκιές. Και σε τρεις περιπτώσεις, αυτές οι παράξενες ιστορίες, αυτά τα παραμύθια, έσωσαν τη ζωή μου. Μια με το «Στη Ράχη του Διαβόλου», μια με τον «Λαβύρινθο του Πάνα» και μια με τη «Μορφή του Νερού». Γιατί ως σκηνοθέτες έχουμε κάνει συμφωνία με έναν ιδιαίτερα αναποτελεσματικό διάβολο, που ανταλλάσσει τρία χρόνια της ζωής μας με μια καταχώρηση στο imdb. Kι αυτά για μας είναι βιογραφία και μαζί είναι ζωή». Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, στην εντελώς συγκινημένη, εντελώς συγκινητική και εντελώς καίρια για την αποκωδικοποίηση της «Μορφής του Νερού» ευχαριστήρια ομιλία του, για τη Χρυσή Σφαίρα σκηνοθεσίας που του απονεμήθηκε πριν από λίγες εβδομάδες (ενώ σε μερικές μέρες θα δούμε και με πόσα από τα 13 όσκαρ για τα οποία είναι υποψήφια, θα φύγει η ταινία του).

Αλλά πριν περάσουμε στα της «Μορφής του Νερού», ένα δεύτερο παράθεμα, αυτή τη φορά όχι από τον Ντελ Τόρο: «Όμως έχω ένα φόβο και τον είχα πάντα. Για το σκοτάδι. Δεν το μπορώ. Δεν είναι κάτι που μπορώ να το αντιμετωπίσω. Η φαντασία μου μέσα στο σκοτάδι οργιάζει. Ακόμα και τώρα που είμαι μεγάλος, δεν μπορώ να μείνω σε ένα σκοτεινό δωμάτιο χωρίς να είναι άλλος μαζί. Θα δω αμέσως με τη φαντασία μου κάποιον από πίσω. Η φαντασία μου γεννάει ένα τέρας που με παρακολουθεί. Οι άνθρωποι δεν με φοβίζουν. Φοβήθηκα το πλάσμα της φαντασίας μου, αυτό το τέρας που θα εμφανισθεί αν κλείσω το φως. Το μόνο που φοβάμαι. Τα άλλα δεν τα φοβάμαι. Αφού θυμάμαι ότι στα Δεκεμβριανά, μια φορά ήμασταν σε μια ταράτσα και γύρω εμαίνετο η μάχη. Μπορούσα να μπω σε ένα καμαράκι μέσα για να προφυλαχτώ. Όμως προτιμούσα να είμαι έξω, μέσα στις σφαίρες, γιατί είχε φωτοβολίδες που έκαναν τη νύχτα μέρα. Πάντα ζούσα με τα φαντάσματά μου. Ίσως αυτό έκανε πιο εύκολη τη ζωή μου. Πάντα είχα μια άλλη πραγματικότητα». Mίκης Θεοδωράκης (από συνέντευξή του στον “Ταχυδρόμο”, δεκατρία χρόνια πριν, 15.1.2005).

Ο κόσμος ο αληθινός και ο κόσμος ο φανταστικός. Όσα βλέπουμε στο φως κι όσα δεν βλέπουμε στο σκοτάδι. Τα φαντάσματα, τα τέρατα, οι φόβοι κι οι φοβίες μας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του, ο κινηματογράφος άνοιξε διάπλατα τις πύλες του σε κάθε είδους τέρατα, σε μια εποχή που η τεχνολογική και εκπαιδευτική πρόοδος των κοινωνιών τα είχαν εξορίσει στη σφαίρα της ανυποληψίας. Αλλά δεν γοητεύτηκε τυχαία τόσο το σινεμά από τα τέρατα, ήξερε ότι δεν είχε να ασχοληθεί με απολιθώματα του στενόμυαλου παρελθόντος, αλλά με φόβους αρχέγονους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στέκονται στο σκοτάδι και στο άγνωστο κι εξακολουθούν να μας κοιτάζουν. 

Ο Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο, έχοντας ήδη βάλει στο παρελθόν τα τέρατα και τα φαντάσματα σε απευθείας διάλογο με πολιτικά κι ιστορικά συμφραζόμενα, τώρα ήρθε ο καιρός να τα βγάλει τελείως από τρομακτικά συμφραζόμενα και να τα βάλει μέσα σε μια ιστορία αγάπης, ήρθε ο καιρός να χρίσει ένα «τέρας» σε ρομαντικό πρωταγωνιστή, φτιάχνοντας ένα monster meets girl. Αρχή δεκαετίας του ’60, ψυχρός πόλεμος στο φουλ, αμφίβιο ανθρωποσαυροειδές ον που ζούσε σε ένα ποτάμι της Λατινικής Αμερικής και οι ιθαγενείς το λάτρευαν ως Θεό, έχει απαχθεί από την κυβέρνηση των ΗΠΑ που τώρα κάνει πάνω του μυστικά πειράματα σε ειδικό εργαστήριο στην Βαλτιμόρη, μια μουγκή καθαρίστρια στο εργαστήριο -την οποία υποδύεται η Σάλι Χόκινς– το βλέπει φυλακισμένο, μια όσο να ‘ναι ασυνήθιστη αγάπη θα γεννηθεί.

Ο Μάικλ Σάνον είναι ο απαγωγέας και μαζί ο επικεφαλής των ερευνών πάνω στο πλάσμα. Η συζήτηση που έχει με την Οκτάβια Σπένσερ, Αφροαμερικανή συνάδελφο και καλή φίλη της ηρωίδας, είναι απολύτως ενδεικτική των προθέσεων του Ντελ Τόρο . «Μπορεί να πιστεύετε ότι αυτό το πράγμα μοιάζει με άνθρωπο. Στέκεται άλλωστε στα δυο του πόδια. Αλλά εμείς δημιουργηθήκαμε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Κυρίου. Δεν νομίζετε ότι μοιάζει σαν αυτό ο Κύριος, έτσι δεν είναι;». «Δεν μπορώ να ξέρω πώς μοιάζει ο Κύριος», του απαντά. «Μα σαν εμάς τους ανθρώπους. Σαν κι εμένα. Ακόμη και σαν εσένα. Αλλά ναι, μοιάζει μάλλον περισσότερο με μένα». Ο Θεός μοιάζει περισσότερο από όλα με έναν λευκό στρέιτ άλφα μέιλ άντρα, δυναμικό, ψηλό, clean cut, μοιάζει με άνθρωπο της θετικής σκέψης και της επίτευξης των αποτελεσμάτων, μοιάζει με τον ιδανικό Αμερικάνο. Οι αποκλίσεις αρχίζουν από εκεί και πέρα, ώστε από τον Θεό της μάτσο τελειότητας, από τον Θεό της κανονικότητας, από τον Θεό του αμερικάνικου ονείρου («4 στους 5 επιτυχημένους Αμερικάνους οδηγούν Κάντιλακ» θα πει στον Σάνον ο πωλητής) μέχρι να φτάσουμε στο κατεξοχήν τέρας – το αμφίβιο πλάσμα, υπάρχουν διαβαθμίσεις ανάμεσα στο κατ’ εικόνα του Θείου και στο τερατώδες.

Αν λοιπόν ο Ρίτσαρντ Τζένκινς είναι ομοφυλόφιλος, είναι για τις αρχές της δεκαετίας του ’60 τερατώδες. Και το να περνάει κανείς μια ηλικία, αν κοιτάζεται στον καθρέφτη και «το μόνο που αναγνωρίζει είναι τα μάτια του σε ένα πρόσωπο γέρου», δεν είναι κι αυτό μια κατεξοχήν απόκλιση από την τελειότητα της ακμής και της ρώμης; Και η φαλάκρα του; Δεν είναι κι αυτή μια απόκλιση απ’ το ιδανικό, δεν είναι κι αυτή ένας ανδρικός καημός; Κι η μοναξιά του; Δεν είναι τερατώδες να ζεις μόνος σου;  Η Οκτάβια Σπένσερ είναι και γυναίκα, είναι και μαύρη, είναι και καθαρίστρια που καθαρίζει ακαθαρσίες. Η Σάλι Χόκινς είναι και γυναίκα, είναι και μουγγή, είναι και καθαρίστρια που καθαρίζει ακαθαρσίες. Αλλά όσο τέρας κι αν είναι μια γυναίκα, αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται από τις σεξουαλικές ορέξεις των αντρών. Έτερον – εκάτερον. Μπορεί να τους εξιτάρει σεξουαλικά αυτό που τις κάνει «κατώτερες». Τέρατα ταξικά. Τέρατα φύλου. Φυλετικά τέρατα. Σεξουαλικά τέρατα. Τέρατα ηλικιακά. Τέρατα αισθητικά. Τέρατα αναπηρίας. Τέρατα μοναχικότητας. Ακόμη και πολιτικά τέρατα υπάρχουν, το σοβιετικό – τέρας, το τέρας – προδότης.

Στο δίπολο κανονικοί – μη κανονικοί, ιδεατοί – μη ιδεατοί, δεν είναι μόνο ο Μάικλ Σάνον στη μια πλευρά. Είναι και ο στρατηγός που του δίνει εντολές και που του εξηγεί την ακριβή θέση του στην πυραμίδα και στην κρεατομηχανή, αν δεν παράσχει αποτελέσματα, το πώς θα μετατραπεί ο ίδιος σε έκτρωμα και τέρας, στο τέρας της αποτυχίας. Είναι και ο σερβιτόρος που πουλάει πίτες στο τοπικό υποκατάστημα της αλυσίδας, που μπορεί να έχει μικρότερο στάτους στη ζωή του, αλλά είναι ένας από τους κανονικούς, είναι ένας από τους ιδεατούς. Μπορεί να φέρεται όσο άσχημα θέλει σε όσους είναι διαφορετικοί, σε όσους δεν είναι σαν εκείνον, σε όσους είναι τέρατα.

Υπ’ αυτήν την έννοια, εκτός από ρομαντική, η «Μορφή του Νερού» είναι και μια θεολογική ταινία, αντιδιαστέλλοντας στον Θεό της ευγονικής τελειότητας και της κανονικοποίησης, τον Θεό όλων των αποκλίσεων από την τελειότητα, το αμφίβιο τέρας. Και οι στίχοι με τους οποίους ο αφηγητής αναφέρεται στην ηρωίδα, οι στίχοι που κατά τα λεγόμενά του ψιθύρισε κάποιος ερωτευμένος αιώνες πριν, μοιάζουν περισσότερο θρησκευτικοί παρά ερωτικοί. Και πράγματι, φαίνεται ότι έχουν την έμπνευσή τους στη Σουφική μυστικιστική ποίηση και συγκεκριμένα σε έναν Πέρση ποιητή του 11ου αιώνα από το Αφγανιστάν, τον Χακίμ Σαναϊ. “Unable to perceive the shape of You, I find You all around me. Your presence fills my eyes with Your love, It humbles my heart, For You are everywhere”.  Μην μπορώντας να συλλάβω τη μορφή σου, σε βρίσκω παντού γύρω μου. Η παρουσία σου γεμίζει τα μάτια μου με την αγάπη Σου. Η καρδιά μου είναι ταπεινή γιατί είσαι παντού. Η μορφή του νερού. Η μορφή του τέρατος. Η μορφή των προστατών αγίων της ευλογημένης ατέλειας. Η μορφή όλων αυτών που δεν είναι τέλεια. Μέσα στη μορφή ενός τέρατος η δυνατότητα να αποτυγχάνεις, η δυνατότητα να ζεις. O Θεός της Ατέλειας.

Ο αφηγητής έχει προειδοποιήσει από την αρχή της ταινίας για τον παραμυθένιο χαρακτήρα της ιστορίας. Ο Ντελ Τόρο φτιάχνει ένα πολιτικό, θεολογικό και ρομαντικό, όπως θέλει το λέει κανείς, πάντως αναμφίβολα κινηματογραφόφιλο και ποιητικό παραμύθι. Αν τώρα ακόμη κι εντός του παραμυθένιου κόσμου υπάρχουν πράγματα που μοιάζουν να γίνονται κάπως εύκολα και αναληθοφανώς, το θέμα δεν είναι να πιστέψουμε την αλήθεια κάθε επιμέρους κομματιού της ιστορίας. Το θέμα είναι να πιστέψουμε τη βασική αλήθεια του παραμυθιού. «Η Μορφή του Νερού» δεν είναι μια αψεγάδιαστη δημιουργία, αλλά μια ταινία που αποθεώνει τα ψεγάδια, αυτό μπορεί να το δει κανείς μέχρι και θετικά. Και τελικά ο θεατής δε θα δυσκολευτεί να επιλέξει αν θα μπει μέσα στην ταινία. Γιατί είναι φτιαγμένη με τόση λατρεία και εκπέμπει τόσο συναίσθημα, που είναι σχεδόν αδύνατο να της αντισταθεί.

Η ηρωίδα αγαπά το συγκεκριμένο πλάσμα ως εκπρόσωπο όλων των κινηματογραφικών τεράτων, στα οποία ο Ντελ Τόρο στέλνει γράμμα αγάπης

Υπάρχει μια ρομαντική εικόνα καρφωμένη μέσα σε όλους μας. Tην oποία η τρέχουσα κινηματογραφική σοδειά των οσκαρικών ταινιών φροντίζει να επαναεπισκεφτεί κι επανεξετάσει: ένας άντρας αγκαλιάζει μια γυναίκαένας άντρας αγκαλιάζει έναν άντρα – ένα τέρας αγκαλιάζει έναν άνθρωπο. Αν το τέρας αγκαλιάζει σαν άνθρωπος, αν η αγκαλιά του είναι σαν ανθρώπινη, δεν χρειάζεται να υπάρχουν ιδιαίτερα άλλα στοιχεία εξανθρωπισμού του. Αρκεί η αγκαλιά. Αυτή η πανίσχυρη εικόνα της ένωσης δυο σωμάτων σε μια αγκαλιά. Και αισθάνεσαι πως όταν το πλάσμα αγκαλιάζει την Ελάιζα, μετά την αγκαλιά υπάρχει πάνω στον πρόσωπό της αυτό το ενεργειακό αποτύπωμα θερμότητας. Ακόμη και μέσα στο νερό. Είναι μια αίσθηση από μόνη της. Είναι σαν ο κρόταφός της, το μάγουλό της, το αυτί της, ο λαιμός της να εκπέμπουν προς τα έξω τη ζεστασιά που ως εκείνη την ώρα δέχονταν.  Στο συγκεκριμένο χρόνο και στο συγκεκριμένο χώρο έχει δημιουργηθεί ένα πεδίο εκπομπής θερμότητας, καθώς ένα τέρας έχει αφήσει με το πρόσωπό του πάνω στο πρόσωπο ενός ανθρώπου μια ζεστασιά που δεν μπορεί να είναι μόνο σωματική, μια ζεστασιά που σωματοποιεί ό,τι δεν είναι σκέτο σώμα.

Κι άλλωστε δεν ενδιαφέρει τον Ντελ Τόρο να εξανθρωπίσει το πλάσμα του. Και δεν είναι τυχαίο ότι δεν του δίνει ποτέ κανείς κάποιο όνομα. Και το ρομάντζο εξελίσσεται πολύ γρήγορα. Όλα γίνονται και χωρίς κανέναν δισταγμό. Όλα γίνονται σαν φυσικά. Η ηρωίδα δεν τρομάζει καν από το πρώτο «μπου» του. Όλα είναι προδιαγεγραμμένα. Η ηρωίδα αγαπά το συγκεκριμένο πλάσμα, όχι τόσο ως άνθρωπο, όσο ως εκπρόσωπο όλων των κινηματογραφικών τεράτων, στα οποία ο Ντελ Τόρο στέλνει γράμμα αγάπης, λέγοντάς του, εγώ καταλαβαίνω τι είστε, εγώ καταλαβαίνω τι συμβολίζατε, σας βγάζω από τα σκοτάδια και σας λούζω στο ρομαντισμό.

Υπάρχουν όλες οι υπόλοιπες τέχνες και υπάρχει και το σινεμά που τις ενσωματώνει, τις βάζει να συνομιλούν μεταξύ τους, τις βάζει στην υπηρεσία του, για να φτιάξει τη δική του, εκείνη που μας επιτρέπει να ζούμε και να ονειρευόμαστε, να ζούμε ενώ ονειρευόμαστε, να ονειρευόμαστε ενώ ζούμε. «Η Μορφή του Νερού», αυτή η βουτηγμένη στο πράσινο και τις αποχρώσεις του ταινία, αυτή η βουτηγμένη στο νερό ταινία, αυτή η βουτηγμένη στη μουσική του Αλεξάντερ Ντεσπλά ταινία, είναι μια μαγικά ατελής και ατελώς μαγική στάση του σύγχρονου κινηματογράφου.