Δείτε πού παίζoνται οι ταινίες

Koίταζα να δω τι είχα γράψει στο ελculture για τις δύο προηγούμενες ταινίες του Παρκ Τσαν-Γουκ, τη «Δίψα» και το «Stoker» και θα αντιγράψω κάτι που σημείωνα με αφορμή τη «Δίψα», γιατί νομίζω ότι βοηθάει και στον τρόπο προσέγγισης της «Υπηρέτριας»: «Ίσως τελικά αυτή να είναι η αισθητική του υπογραφή: σκηνοθεσία που νιώθει πάρα πολύ καλά στο να μας επιδεικνύει διαρκώς τις δυνάμεις της και σενάρια που νιώθουν πάρα πολύ καλά στο να αποκαλύπτουν σιγά – σιγά τη δύναμή τους».

«Υπηρέτρια» του Παρκ Τσαν-Γουκ

Η «Υπηρέτρια», λοιπόν, είναι χωρισμένη σε τρία κεφάλαια, αλλά η αφήγησή της είναι ουσιαστικά χωρισμένη στα δύο. Στο πρώτο κεφάλαιο παρακολουθούμε μια ιστορία απάτης και έρωτα, όπου τόσο η απάτη όσο και ο έρωτας μάς παρουσιάζονται ευθέως. Βρισκόμαστε στην υπό Ιαπωνική κατοχή Κορέα της δεκαετίας του ’30. Aπό τη μια πλευρά έχουμε μια συμμορία φτωχοδιαβόλων απατεώνων κι από την άλλη έναν Κορεάτη διερμηνέα που έκανε το σωστό γάμο με πλούσια Γιαπωνέζα και τώρα ζει με την ανιψιά του σε έπαυλη (χτισμένη η μισή σε δυτικό στυλ και η μισή σε απωανατολίτικο για να τιμήσει και τις δύο κουλτούρες,  επιτρέποντας έτσι και στον Παρκ Τσαν – Γουκ να κινείται σε δύο κόσμους).

Η γυναίκα του έχει πεθάνει, η ανιψιά έχει περιουσία, ο θείος, που είναι μανιώδης συλλέκτης βιβλίων και πινάκων, σκοπεύει να την παντρευτεί για να μεγαλώσει κι άλλο τη συλλογή του. Αλλά εδώ έρχονται στην εικόνα οι απατεώνες με το δόλιο σχέδιο σαγήνευσης και αποπλάνησης της ανιψιάς. Ένας από αυτούς, με ψευδή ταυτότητα θα της παραστήσει τον ερωτευμένο, προκειμένου να την κλέψει, να την παντρευτεί κρυφά και να βάλει χέρι στην περιουσία της. Και μάλιστα θέλει να κλείσει τη γυναίκα μετά στο φρενοκομείο, ώστε να την πάρει όλη μόνος του. Αλλά επειδή χρειάζεται κάποιον άνθρωπο από μέσα για να τον βοηθάει, καταφέρνει να προσληφθεί ως προσωπική της υπηρέτρια μια συνεργάτης του, ώστε να τον διευκολύνει, να του παρέχει πρόσβαση, να τους αφήνει μόνους του όταν πρέπει, να της βάζει λόγια για το πόσο ερωτευμένη δείχνει με τον άνδρα. Δυο απατεώνες λοιπόν με εντελώς συγκεκριμένο σκοπό, σχεδιάζουν να χρησιμοποιήσουν τον έρωτα ως πρόσχημα για να κάνουν την πιο γερή μπάζα.

Και ναι, βλέπουμε ήδη από το πρώτο κεφάλαιο ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Ότι ο έρωτας έχει τις δικές του παραξενιές και τους δικούς του κανόνες. Και τρυπώνει εκεί που δεν το περιμένεις: ανάμεσα στις δυο γυναίκες, ανάμεσα στην κυρία και την υπηρέτρια, ανάμεσα στην πάμπλουτη και την πάμφτωχη, ανάμεσα στην αθώα και την πονηρή, ανάμεσα στη Γιαπωνέζα και την Κορεάτισα. Και αυτός ο έρωτας μάς δίνεται με μια μικρή ελάχιστη αποστασιοποίηση, με μια μικρή ελάχιστη ειρωνεία ή έστω με ένα μικρό ελάχιστο παιχνίδισμα, σαν ο Παρκ Τσαν – Γουκ να μη θέλει να βουτήξει εντελώς με τα μούτρα, ή μάλλον σαν να βουτάει, αλλά αμέσως μετά να βγαίνει και να παίρνει ανάσες κλείνοντάς μας και λίγο το μάτι. Και όσο συμβαίνει αυτό, ενώ εννοείται απολαμβάνεις την ταινία, την εικονοποιία της, τη σκηνοθετική δεξιοτεχνία κι ενώ ταυτόχρονα αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή η αισθητική επιλογή δεν είναι από το πουθενά, δεν θέλει να ξαναμιλήσει για τον έρωτα σαν πρωτάρης, δεν θέλει να πέσει στην παγίδα του γεμάτου μέλια ρομάντζου, ταυτόχρονα νιώθεις πως αυτό το κράτημα σε κρατάει κι εσένα ως ένα βαθμό, ώστε εκτός από το να απολαύσεις, να αγαπήσεις κιόλας την ταινία.

Σε μια ιστορία όλη η ουσία βρίσκεται στην αφήγηση, στον τρόπο που θα επιλέξεις να την αφηγηθείς

Αλλά ενώ η σκηνοθεσία είχε αποκαλύψει τη δύναμή της από την αρχή, το σενάριο αρχίζει να την αποκαλύπτει τώρα: το πρώτο κεφάλαιο θα τελειώσει με τον πιο απροσδόκητο τρόπο και από εκεί και πέρα όλα θα γυρίσουν τούμπα. Και το δίπολο έρωτας – απάτη θα αρχίσει να στροβιλίζεται και μαζί του κι εμείς. Μυθοποίηση – απομυθοποίηση – μεταμυθοποίηση, δόμηση – αποδόμηση – μεταδόμηση, ποιος θα κερδίσει τελικά, ο έρωτας ή η απάτη και ο έρωτας τίνος, η απάτη τίνος, ένας άντρας και δυο γυναίκες, τρεις άνθρωποι και δυο έννοιες. Θα το πει σε μια σκηνή της ταινίας και ο θείος: σε μια ιστορία όλη η ουσία βρίσκεται στην αφήγηση, στον τρόπο που θα επιλέξεις να την αφηγηθείς. Ο Παρκ Τσαν – Γουκ κάνει πρωταγωνίστρια την αφήγησή του, τεμαχίζοντας έτσι την ιστορία ώστε αυτή να είναι η αληθινή πρωταγωνίστρια, γιατί το σινεμά είναι μαζί εξαπάτηση και ερωτική σαγήνη. Με την «Υπηρέτρια» μάς ξεγελά και μας αποπλανεί, μας δείχνει προς ένα μέρος, ενώ στην πραγματικότητα μας δείχνει προς κάπου αλλού, χωρίς καθόλου να αποκλείεται να μας έδειχνε πάντα προς το μέρος που μας έδειχνε αρχικά, αλλά να ήθελε να οδηγηθεί στην κατάληξή του μέσα από την πιο γοητευτική διαδρομή, ώστε να καταφέρει να μιλήσει με τρόπο ολόφρεσκο για το πιο χιλιοφορεμένο θέμα.

«Υπηρέτρια» του Παρκ Τσαν-Γουκ

Ο απατεώνας ζούσε κάποτε στη Δύση. Εκεί όλοι θέλουν να γράψουν, λέει. Εδώ όμως, αντί για τη γραφή, σπουδάζεται η τέχνη της ανάγνωσης. Η ανιψιά εκπαιδεύεται σκληρά από το θείο, για να μάθει να διαβάζει σωστά, να μάθει να απαγγέλλει. Από τη ματαιοδοξία του είμαστε όλοι δυνάμει δημιουργοί, το εγώ μπαίνει στην υπηρεσία μιας άλλου τύπου ιεράρχησης: το θέμα δεν είναι η ακατάσχετη παραγωγή κειμένων και λέξεων, ώσπου οι λέξεις πια να μην έχουν καμιά βαρύτητα και καμία σημασία, το θέμα είναι η ανάδειξη εκείνων των λέξεων που έχουν ήδη γραφτεί και ξεχωρίσει, η υπηρεσία των κειμένων, η απόδοση σε αυτών των τιμών που τους πρέπει με την ανάγνωσή τους ενώπιον κοινού. Η ανιψιά διαβάζει επί σκηνής, φοράει ειδική στολή, έχει ειδικό μακιγιάζ και ειδική κώμη, το σώμα της είναι στητό καθώς κάθεται, πρόκειται περί θεατρικής τελετουργίας.

«Υπηρέτρια» του Παρκ Τσαν-Γουκ

Βέβαια το είδος της λογοτεχνίας που διαβάζει είναι συγκεκριμένο. Ο θείος της τη βάζει να διαβάζει ερωτική λογοτεχνία και το ολιγομελές κοινό είναι αυστηρά ανδρικό. Οι άντρες φτιάχνονται με τη φαντασίωση. Ο θείος θα τους προσφέρει μάλιστα και δρώμενα αναπαραστάσεων. Και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, σαν άλλος θείος, ο Παρκ Τσαν – Γουκ ποτίζει τις αντρικές φαντασιώσεις με άφθονες σκηνές λεσβιακού σεξ. Στην «Υπηρέτρια» οι άνδρες αρκούνται στη φαντασίωση, στην παρατήρηση, αδυνατούν να περάσουν από την φαντασίωση στην πραγμάτωση, το δικό τους βασίλειο είναι της φαντασίωσης, ενώ των γυναικών της πράξης.

«Υπηρέτρια» του Παρκ Τσαν-Γουκ

Κι αν τα ανδρικά γεννητικά όργανα δεν θα βγουν ποτέ από τα παντελόνια, μέσα στα πόδια της ερωμένης της, η ηρωίδα κοιτά υποτίθεται το αιδοίο της, ενώ κοιτά την κάμερα. Την κοιτά σαν να βλέπει το μυστικό της ζωής και μαζί την προέλευσή της, την κοιτά σαν να είναι το μέρος εκείνο από το οποίο όλα προέρχονται κι όλα γεννιώνται, σαν το πιο απόκρυφο και μαζί το πιο εκθαμβωτικό σημείο, σαν σάρκα, δέρμα, γεύση, οσμή κι ηδονή, σαν πόθο και μαζί σαν νόημα. Κάπως έτσι και το αληθινό σινεμά γεννιέται μέσα από τέτοιου είδους κάμερες και τέτοιου είδους κινηματογραφιστές, σαν πόθος και μαζί σαν νόημα.

Aγαπημένος των Καννών, ο Κριστιάν Μουντζίου, είδε το «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες» να κερδίζει τον Χρυσό Φοίνικα, το «Πέρα από τους Λόφους» να κερδίζει το βραβείο σεναρίου και τώρα την «Αποφοίτηση» να κερδίζει και το βραβείο σκηνοθεσίας. Έχοντας αγαπήσει πολύ το «Πέρα από τους Λόφους», πήγα στην «Αποφοίτηση» με την προσδοκία να δω κάτι πολύ σημαντικότερο από αυτό που τελικά είδα. Ωστόσο οι προσδοκίες του καθενός και το πού έχει βάλει εκ των προτέρων τον πήχη, είναι δικό του θέμα και μόνο.

Πήγα στην «Αποφοίτηση» με την προσδοκία να δω κάτι πολύ σημαντικότερο από αυτό που τελικά είδα

Γιατί μπορεί κατά τη γνώμη μου ο Μουντζίου να μην προχωράει με την ταινία αυτή ένα ακόμη βήμα μπρος το σινεμά του, αλλά μάλλον να κάνει ένα βήμα πίσω, προσφέροντάς μας μια λιγότερο οξεία ματιά σεναριακά και λιγότερο ξεκάθαρη ματιά σκηνοθετικά, αλλά από την άλλη πιστοποιεί το υλικό με το οποίο είναι φτιαγμένο το πολύ γόνιμο νέο κύμα του ρουμάνικου κινηματογράφου, ενός κινηματογράφου που πατά πάρα πολύ γερά στην κοινωνική πραγματικότητα της πατρίδας του και αντλεί μέσα από αυτήν ιστορίες που αναδεικνύουν ηθικά διλήμματα, ιστορίες που σε κάνουν να μπεις στη θέση των ηρώων, να αναρωτηθείς ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος.

«Αποφοίτηση» του Κριστιάν Μουντζίου

Ο τρόπος που πραγματικά λειτουργεί η ρουμάνικη κοινωνία αντιπαραβάλλεται στις ταινίες αυτές με τον τρόπο που λειτουργεί θεωρητικά. Οι θεσμοί μπαίνουν στο επίκεντρο, άλλοτε φορτισμένοι θετικά, άλλοτε αρνητικά, καθώς απέναντι στη θεσμική επίλυση του εκάστοτε θέματος έρχεται να αντιπαρατεθεί η προσωπική αίσθηση του δικαίου ή το προσωπικό συμφέρον. Στο «Αστυνομία, Ταυτότητα» του Κορνέλιου Πορομπόιου, το θεσμικό καθήκον του αστυνόμου ερχόταν σε σύγκρουση με το αίσθημα δικαίου του. Στην «Οικογενειακή Υπόθεση»  πάλι του Καλίν Πέτερ Νέτζερ, οι θεσμοί δεν έμπαιναν στο δρόμο ενός αισθήματος δικαίου, αλλά στο δρόμο του συμφέροντος του κανακάρη της πλούσιας οικογένειας που ήθελε να προστατέψει το παιδί της από την τιμωρία. Στο «Πέρα από τους Λόφους» υπήρχε ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα αξιών και αναφορών από αυτό των θεσμών του κοσμικού κράτους, αυτό της θρησκευτικής πίστης ή της θρησκοληψίας και το έργο ήταν σαν αρχαία τραγωδία, όπου η κάθε πλευρά έχει το δικό της δίκιο και το δικό της νόμο. Στην «Αποφοίτηση» έχουμε πάλι έναν πατέρα που προσπαθεί να παρακάμψει το νόμο για το συμφέρον του παιδιού του.

«Αποφοίτηση» του Κριστιάν Μουντζίου

Ένας χειρουργός σε επαρχιακό νοσοκομείο. Το όνειρο της φυγής της κόρης στο εξωτερικό. Για σπουδές στο Λονδίνο συγκεκριμένα. Και πράγματι έχει κερδίσει ήδη μια υποτροφία, την οποία θα πάρει αρκεί να γράψει καλά στις εξετάσεις για το απολυτήριο. Αλλά η κόρη την παραμονή των εξετάσεων πέφτει θύμα σεξουαλικής επίθεσης. Και υπό την επήρεια του σοκ κινδυνεύει να μην γράψει καλά. Πόσο δίκαιο είναι αυτό που συνέβη; Ο γιατρός πέρασε τη ζωή του με το όνειρο να φύγει η κόρη του από εδώ. Ήταν έξω και γύρισε το ’91 μαζί με τη γυναίκα του με το όνειρο να αλλάξουν τη χώρα τους. Αλλά η χώρα τους δεν άλλαξε. Τι το τόσο κακό έχει το εδώ, θα τον ρωτήσει η μάνα του. Οι γονείς που θέλουν πάντα το καλύτερο για το παιδί τους. Οι γονείς που ενίοτε αποφασίζουν οι ίδιοι τι είναι το καλύτερο για το παιδί τους. Όχι απαραίτητα με υστεροβουλία, όχι απαραίτητα για να ικανοποιήσουν το δικό τους όνειρο, αλλά γιατί θεωρούν ότι το δικό τους όνειρο είναι το καλύτερο για το παιδί τους.

«Αποφοίτηση» του Κριστιάν Μουντζίου

Ένα αλισβερίσι ρουσφετιών, αλληλοεξυπηρετήσεων, παρατυπιών, παρανομιών. Με βοηθάς – σε βοηθάω. Είναι βασικό να δούμε το πώς αυτονομιμοποιείται αυτό το σύστημα το απόλυτα γνωστό και στην Ελλάδα, το απόλυτα οικείο και στη δική μας νοοτροπία, όπως απόλυτα οικεία νομίζω μας είναι αυτή η αδυναμία a priori νομιμοποίησης των θεσμών και της απρόσωπης γενικής ρύθμισης των θεμάτων.

Όταν βρίσκεις δουλειά σε κάποιον, είναι πολύ εύκολο, είναι μέχρι και φυσικό να πεις μέσα σου ότι αυτό που κάνεις μόνο κακό δεν είναι, ότι αυτό που κάνεις είναι καλό. Τον άλλο που παρακάμπτεται και δεν παίρνει τη θέση επειδή δεν είχε τη γνωριμία, δεν θα τον δεις ποτέ μπροστά σου. Όταν επεμβαίνεις σε μια λίστα μεταμοσχεύσεων, πάλι δεν θα δεις ποιος θα χάσει ενδεχομένως τη ζωή του, γιατί εσύ έβαλες το δικό σου. Κι όταν φτάνεις να κινείσαι εντελώς μέσα στο σύστημα των αλληλοεξυπηρετήσεων και ρουσφετιών, αποκτά αυτό το σύστημα τους δικούς του ηθικούς κανόνες: τώρα πια θεωρείς ας πούμε ηθικό σου χρέος να δώσεις φακελάκι στο γιατρό και το έχεις άγχος και το κάνεις για να είσαι σωστός και εντάξει. «Έτσι λειτουργούν τα πράγματα εδώ», θα πει και θα ξαναπεί ο γιατρός, καθώς η πραγματικότητα μετατρέπεται την ίδια ώρα σε δικαιολογία και σε λόγο αναπαραγωγής της σε έναν φαύλο κύκλο. Ακόμη κι αν η «Αποφοίτηση» δεν θα μπορέσει να απογειωθεί ποτέ, η γείωση της ιστορίας και των ηρώων της είναι από μόνη της μια διόλου ευκαταφρόνητη αρετή.