O Mπράιαν Κράνστον έχει ένα μπαρ το οποίο μοιάζει να έχει έναν μόνο πελάτη. Ο Κράνστον τον προσβάλλει διαρκώς για την εξυπνάδα του και τα ενδιαφέροντά του. Καταλαβαίνει κανείς ότι αυτό το τελετουργικό πρέπει να επαναλαμβάνεται καθημερινά. Ο Στιβ Καρέλ μπαίνει στο μπαρ και το διακόπτει. Ρωτάει τον Κράνστον αν τον αναγνωρίζει. Όχι αμέσως, αλλά ναι, τον αναγνωρίζει. «Η Τελευταία Σημαία» του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ διαδραματίζεται το 2003, στον πρώτο χρόνο του δεύτερου πολέμου των ΗΠΑ με το Ιράκ, του πολέμου του υιού Μπους, τις μέρες της σύλληψης του Σαντάμ Χουσεϊν. Ο Κράνστον είχε να δει τον Καρέλ τριάντα χρόνια, καθώς υπηρέτησαν μαζί ως πεζοναύτες στην ίδια μονάδα σε έναν άλλο αμερικάνικο πόλεμο, εκείνον του Βιετνάμ. Πίνουν, τρώνε παγωμένη πίτσα και κοιμούνται στο μπαρ. Όπως και ο πελάτης. Το επόμενο πρωί, ο Καρέλ ζητά από τον Κράνστον να πάνε να βρουν ένα τρίτο μέλος της μονάδας. Ο Κράνστον αφήνει τα κλειδιά του μαγαζιού στον πελάτη και ξεκινάνε.

Ο τρίτος είναι ο Λόρενς Φίσμπερν που τώρα είναι ιερέας. Έχει αφήσει πίσω του τα σκοτεινά χρόνια του Βιετνάμ, έχει αφήσει πίσω του το ποτό και τις καταχρήσεις, είναι καλός οικογενειάρχης, έχει βρει τον Θεό και δεν τον έχει βρει ως επαγγελματική διέξοδο, τον έχει βρει κανονικά, τον επικαλείται κάθε δεύτερη κουβέντα. Ο Καρέλ θα τους αποκαλύψει τον αληθινό λόγο για τον οποίο τους ξαναβρήκε. Ο μονάκριβος γιος του, πεζοναύτης κι αυτός, σκοτώθηκε στο Ιράκ την ώρα της μάχης. Και τώρα πρέπει να πάει να αναγνωρίσει τη σορό του, ώστε να να κηδευτεί με όλες τις τιμές ως ηρωικά πεσών στη μάχη στο νεκροταφείο του Άρλινγκτον. Και ζητά από τους δυο παλιούς συμπολεμιστές του να τον συνοδεύσουν σε αυτό το εντελώς άχαρο έργο. Τους το ζητά στο όνομα εκείνων που τους ενώνουν, αλλά τους το ζητά (χωρίς να το λέει ρητά) κι επειδή νιώθει (και πρέπει να νιώθουν κι οι ίδιοι), ότι κάτι του χρωστούν, αφού τριάντα χρόνια πριν ήταν ο μόνος που πλήρωσε ακριβό τίμημα και τιμωρήθηκε αυστηρά για ένα αδίκημα το οποίο το διέπραξαν από κοινού.

Δεν θα αργήσουμε πολύ να μάθουμε ότι τόσο η θητεία στο Βιετνάμ, όσο και η θητεία στο Ιράκ, κρύβουν σκοτεινά μυστικά. Ότι κρύβουν κυρίως αντιηρωικά μυστικά. Ότι ο πόλεμος δεν είναι μόνο η μάχη με τον εχθρό, ότι ο πόλεμος είναι και η μάχη με τον εαυτό σου μέσα στην φρίκη του πολέμου. Ότι ο πόλεμος δημιουργεί ένα περιβάλλον και μια συνθήκη μέσα στην οποία παύουν να λειτουργούν οι κανόνες της ειρηνικής ζωής, αλλά όχι μόνον οι προφανείς, ο πόλεμος δημιουργεί μια συνθήκη που εγκαθιστά τη δική της κανονικότητα, μια κανονικότητα όπου ο κίνδυνος να σκοτωθείς παραμονεύει παντού, μια κανονικότητα όπου το να εκτελείς αθώους δεν είναι απαραίτητα έγκλημα για το οποίο θα διωχθείς ποινικά, μια κανονικότητα όπου είναι υπαρκτό το ενδεχόμενο ένας φίλος σου να βρει φρικτό και βασανιστικό θάνατο χωρίς να το θέλεις μεν, αλλά πάντως εξαιτίας σου.

Και προκύπτει έτσι εκ των πραγμάτων η ανάγκη να καλυφθούν τα αντιηρωικά μυστικά με τον πέπλο των ψεμάτων που συνιστούν την εκάστοτε επίσημη κρατική αλήθεια. Ένα πέπλο ψεμάτων που κλείνει ένα κύκλο, καθώς στην ταινία βετεράνοι του Βιετνάμ και εν ενεργεία στρατιώτες του Ιράκ, δεν χρειάζεται πολύ για να συμφωνήσουν πως το κράτος των ΗΠΑ, η κυβέρνηση των ΗΠΑ, ο στρατός των ΗΠΑ, οδήγησαν στους τότε και στους νυν πολέμους με ψέματα. Η υποτιθέμενη απειλή για τη χώρα, η επίκληση της ανάγκης υπεράσπισης της χώρας σε μακρινές ηπείρους. «Είμαστε οι μόνοι εισβολείς στην Ιστορία που αναρωτιόμαστε με παράπονο γιατί δεν μας αγαπούν οι ντόπιοι», θα πει ο Κράνστον. Αλλά ταυτόχρονα με τα επίσημα ψέματα και η ομολογία πτυχών της βαθύτερης αλήθειας για το τι οδηγεί ένα νέο άντρα να κατατάσσεται εθελοντικά στους πεζοναύτες και να τρέχει σε πολέμους. Άλλοι θέλουν να δοκιμάσουν τον χαρακτήρα τους και να βρουν ένα νόημα μέσα από τη σκληραγώγηση κι από αυτόν τον τρόπο ζωής, για άλλους είναι μια επιλογή διαφυγής από εσωτερικούς πολέμους που διεξάγονται σε γκέτο, η επίσημη κρατική προπαγάνδα και ο πατριωτισμός δεν είναι ποτέ η μοναδική ή έστω η επαρκής απάντηση.

«Είμαστε καλή χώρα όμως, έτσι δεν είναι;». Η αντιδιαστολή κρατικής οντότητας με τους απλούς, ανεπιτήδευτους ανθρώπους της χώρας. Βλέπεις τους χαρακτήρες της ταινίας και είναι όλοι τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τελικά συμπαθητικοί, μερικοί ίσως κι αξιαγάπητοι. Κι όμως ξέρεις ότι στον πόλεμο ξέφυγαν, άλλοι έτσι, άλλοι αλλιώς. Κι όμως ξέρεις ότι στον πόλεμο έγιναν στρατιώτες μιας απεχθούς πολεμικής μηχανής. Αυτή η ριζική αντίφαση, η αντίφαση καθόλου απεχθείς άνθρωποι να κάνουν εντελώς απεχθείς πράξεις. Κι η ευθύνη τους έγκειται ίσως λιγότερο στο τι κάνουν όταν εντάσσονται στην πολεμική συνθήκη, όσο στους μηχανισμούς ένταξης στην πολεμική μηχανή, στο πόσο αβασάνιστα ή όχι γίνεται η ένταξη αυτή.

«Η Τελευταία Σημαία» κρατάει δυο ολόκληρες ώρες και είναι μια ταινία στην οποία οι ήρωες συζητάνε μεταξύ τους σχεδόν καθ΄όλη τη διάρκεια των δύο ωρών. Κι αυτό έχει φτάσει να ακούγεται ως μειονέκτημα, ωσάν οι ταινίες που στηρίζονται πολύ στο λόγο να μην είναι η αυθεντικότερη μορφή σινεμά, ωσάν οι ταινίες να πρέπει εξ ορισμού να είναι πιο λιτές σε λόγια, πιο ελλειπτικές, πιο βασισμένες σε όσα βλέπουμε να γίνονται, παρά σε όσα λέγονται. Εξελίσσεται ως ένα road movie, καθώς οι τρεις άντρες συνοδεύουν τη σορό μέχρι την ταφή της. Θα ταξιδέψουν με διάφορα μεταφορικά μέσα, θα συμβούν μια – δυο ανατροπές που θα παρατείνουν το ταξίδι τους, αλλά κι αυτές δεν μπαίνουν ακριβώς στην κατηγορία «πλοκή». Δυο ώρες λόγια λοιπόν. Τρεις εξηντάρηδες άντρες που ταξιδεύουν την Αμερική μιλώντας μεταξύ τους επί δίωρο. Όχι ακριβώς η πιο ελκυστική επιλογή για το κοινό. Και δεν είναι καθόλου η φάση που λες ότι δεν περισσεύει λεπτό. Άνετα θα μπορούσε να είναι είκοσι λεπτά μικρότερη. Αλλά κατ΄εμέ, ακριβώς το ότι δεν είναι είκοσι λεπτά μικρότερη και το ότι ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ επιλέγει να περάσουμε περισσότερη ώρα με τους χαρακτήρες του και να τους γνωρίσουμε κι εμείς κι αυτός καλύτερα, είναι μια επιλογή που δείχνει ότι η «Τελευταία Σημαία» έχει γυριστεί όχι για να ικανοποιήσει προδιατυπωμένα γούστα των στούντιο και του κοινού, αλλά για να ικανοποιήσει το όραμα του δημιουργού της.

«Η Τελευταία Σημαία» δεν έχει την αιχμή, την ένταση και την εμβέλεια του «Τελευταίου Αποσπάσματος» του Χαλ Άσμπι, ταινίας με παραπλήσια θεματική που επίσης στηρίχθηκε σε μυθιστόρημα του Ντάριλ Πόνισαν. Δεν έχει επίσης την ιδιοφυή ιδέα του ¨Βοyhood” και μάλλον δεν θα αφήσει στο χρόνο το αποτύπωμα της τριλογίας του «Πριν το Ξημέρωμα». Αλλά έχει μια ιστορία με νόημα και βάθος. Κι έχει ηθοποιούς που ο Λινκλέιτερ κινηματογραφεί με ζεστασιά και τους αφήνει να μας μεταδώσουν την αύρα τους. Κι ακόμα και μέτρια να ήταν η ταινία (που δεν είναι), είναι πραγματική χαρά να παρακολουθείς τον Κράνστον, τον Καρέλ και τον Φίσμπερν να αλληλεπιδρούν στην οθόνη.